Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Γιατί η Ρωσία είναι ο καλύτερος σύμμαχος της Τουρκίας στη Συρία

 του Jean-Pierre Filiu*
Η έβδομη επέτειος της συριακής επανάστασης, στις 18 Μαρτίου, συνοδεύτηκε στο Παρίσι από μια έκκληση για αλληλεγγύη στους πληθυσμούς της ανατολικής Γούτα και του Αφρίν. Αυτή η άρνηση της διάκρισης των θυμάτων στη Συρία ανάλογα με την εθνική και θρησκευτική τους προέλευση είναι παλιά. Και απορρέει από την προσδοκία της εθνικής ενότητας που σημάδεψε την αρχή της εξέγερσης εναντίον του καθεστώτος του Ασαντ, την άνοιξη του 2011.

Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, η αγανάκτηση που παρατηρείται στη Γαλλία είναι επιλεκτική. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, για παράδειγμα, εξέφρασε την αλληλεγγύη του μόνο στους Κούρδους του Αφρίν. Ο ιστότοπος «Le Media», που πρόσκειται στο κόμμα του, αποφάσισε να μη δημοσιεύσει φωτογραφίες από τους βομβαρδισμούς της Γούτα. Για τους κύκλους αυτούς, ο μόνος «ιμπεριαλισμός» είναι δυτικός. Στην πραγματικότητα, όμως, η Ρωσία είναι εκείνη που παρέχει ουσιαστική υποστήριξη στη συνέχιση της τουρκικής επέμβασης στη Συρία.

Το 1998, αυτός που έπεισε τον Χαφέζ αλ-Ασαντ να απελάσει τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν ήταν ο γιος του, τότε απλώς δελφίνος του θρόνου. Ο αρχηγός και ιδρυτής του ΡΚΚ ζούσε από το 1984 στη Δαμασκό, υπό την προστασία της στρατιωτικής αντικατασκοπείας. Μεταφέρθηκε από τις ρωσικές υπηρεσίες στη Μόσχα και από εκεί μετέβη στην Κένυα, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Τουρκία.

Οι σχέσεις του Ερντογάν με τον Μπασάρ αλ-Ασαντ, που ανέλαβε την προεδρία μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2000, ήταν αρμονικές μέχρι την εγκαθίδρυση το 2007 μιας ζώνης ελεύθερων ανταλλαγών μεταξύ Τουρκίας και Συρίας. Χρειάστηκαν το 2011 πολλοί μήνες καταστολής μιας εξέγερσης που αρχικά ήταν ειρηνική για να ταχθεί ο Ερντογάν ανοιχτά εναντίον του Ασαντ και να δεχθεί στο έδαφός του μαχητές του Ελεύθερου Συριακού Στρατού.
Η Τουρκία ζήτησε τότε από τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ την εγκαθίδρυση ζωνών απαγόρευσης των πτήσεων στη βόρεια Συρία, ώστε να υπάρχουν εγγυήσεις ασφαλείας στα νότια σύνορά της και να εγκατασταθούν εκεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Το αίτημα εκείνο δεν ικανοποιήθηκε. Τον Ιούλιο του 2012, έχοντας να αντιμετωπίσει μια επίθεση των ανταρτών στη Δαμασκό και το Χαλέπι, το καθεστώς Ασαντ απέσυρε τις δυνάμεις του από την περιοχή του Αφρίν, βορειοδυτικά του Χαλεπίου, και της Τζαζίρα, στα βορειοανατολικά της χώρας. Από την κίνηση αυτή επωφελήθηκε το ΡΚΚ, που μετέφερε χιλιάδες αντάρτες του στην περιοχή από το γειτονικό Ιράκ.

Την ίδια στιγμή, το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), η τοπική πτέρυγα του ΡΚΚ, υπέγραψε σύμφωνο μη επίθεσης με το καθεστώς Ασαντ. Οι άνδρες του ΡΚΚ/ΡYD στο Αφρίν δεν πολέμησαν λοιπόν ποτέ εναντίον του ISIS, αφήνοντας μόνους τους σύρους αντάρτες να τους εκδιώξουν από το Χαλέπι τον Ιανουάριο του 2014. Και στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον των ίδιων αυτών ανταρτών, από κοινού με το καθεστώς Ασαντ.

Την άνοιξη του 2013 τέθηκε σε εφαρμογή στην Τουρκία κατάπαυση του πυρός μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και του ΡΚΚ, το οποίο αναδιπλώθηκε στα νέα του οχυρά στη Συρία. Η επανάληψη των εχθροπραξιών στην Τουρκία το καλοκαίρι του 2015 συνοδεύτηκε από τη μαζική στήριξη της Αγκυρας στις αντικυβερνητικές συριακές πολιτοφυλακές προκειμένου να εξασφαλιστεί μια «ζώνη ασφαλείας» για την Τουρκία σε συριακό έδαφος. Η Ρωσία αντέδρασε αμέσως και τάχθηκε στο πλευρό του Ασαντ, σώζοντάς τον ουσιαστικά από αυτή την ξένη επέμβαση.

Ο Ερντογάν είδε τη στρατηγική του στη Συρία να αποτυγχάνει. Τον ανησυχούσε επίσης η αυξανόμενη υποστήριξη των ΗΠΑ και της συμμαχίας κατά του ISIS προς το PYD/PKK, που έγινε η αιχμή του δόρατος της εκστρατείας κατά των τζιχαντιστών στη Συρία. Τον Αύγουστο του 2016, έτσι, η Αγκυρα επενέβη στη Συρία, ώστε να εκτοπίσει τον ISIS πέρα από την κοιλάδα του Ευφράτη και να πάρει τη θέση του PYD/PKK ως βασικός εταίρος της συμμαχίας κατά των τζιχαντιστών.
Τα δυτικά επιτελεία όμως προτίμησαν να συνεχίζουν να στηρίζονται στο PYD/PKK. Η απόφαση αυτή έριξε τον Ερντογάν στην αγκαλιά του Πούτιν και έκρινε την τύχη του ανατολικού Χαλεπίου, που παραδόθηκε από την Τουρκία στη Ρωσία τον Δεκέμβριο του 2016 και δεν «ανακατελήφθη» από το καθεστώς Ασαντ και τους φιλο-ιρανούς συμμάχους του. Ο Ερντογάν δέχθηκε να ξεκινήσει με τον αγιατολάχ Χαμενεϊ μια διαδικασία αποκλιμάκωσης, που αποφασίστηκε υπό την αιγίδα του Πούτιν στην πρωτεύουσα του Καζακστάν. Η «διαδικασία της Αστάνα», που απέκλειε το ΝΑΤΟ, είχε στόχο την προοδευτική εξάλειψη των θυλάκων αντίστασης στο καθεστώς Ασαντ. Στο πλαίσιο αυτής της τριμερούς συμφωνίας, ο δεσπότης της Δαμασκού εξασφάλισε την ήττα των ανταρτών στην ανατολική Γούτα, με αντάλλαγμα την ανάληψη του ελέγχου του Αφρίν από τον τουρκικό στρατό.
Αν υπάρχει «προδοσία» των Κούρδων της Συρίας, ο πρώτος υπεύθυνος είναι η ηγεσία του ΡΚΚ, που τους θυσίασε τόσο στην Τουρκία όσο και στο Ιράκ προς όφελος των περιφερειακών της φιλοδοξιών. Το ΡΚΚ θεώρησε ότι θα ήταν ο μεγάλος κερδισμένος μιας «διεθνοποίησης» της συριακής κρίσης που θα γινόταν εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ και εις βάρος των δικαιωμάτων του συριακού λαού. Επένδυσε έτσι στην κυβέρνηση Τραμπ και συνεχίζει να ελπίζει στην υποστήριξή της για την εδραίωση των άλλων οχυρών του στη Συρία.
Οσο για τους Σύρους, υποφέρουν ανεξάρτητα από την εθνογλωσσική τους προέλευση, είτε δηλαδή είναι Αραβες είτε Κούρδοι, Αρμένιοι, Ασσύριοι, Τουρκμένοι ή Τσερκέσιοι. Και τα βάσανά τους δεν θα σταματήσουν όσο η Τουρκία παραμένει προσδεδεμένη στο άρμα της Ρωσίας, εδραιώνοντας έτσι τόσο την εξουσία του Ασαντ όσο και τις ξένες επεμβάσεις στο συριακό έδαφος.


(*) O Ζαν-Πιερ Φιλιού είναι γάλλος ιστορικός και αραβολόγος

(Πηγή: Le Monde) 
 
 http://www.onalert.gr/