Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Με τη θηλιά στον λαιμό ο Ερντογάν

Με τη θηλιά στον λαιμό ο Ερντογάν, Νεφέλη Λυγερού
Νεφέλη Λυγερού
Από
Νεφέλη Λυγερού
Η άρνηση των τουρκικών αρχών να απελευθερώσουν τους Αμερικανούς που κρατούνται σε τουρκικές φυλακές, ιδιαίτερα τον πάστορα Μπράνσον, ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι των αμερικανοτουρκικών σχέσεων να ξεχειλίσει. Είχε βέβαια προηγηθεί το πραξικόπημα και η πεποίθησή του Ταγίπ Ερντογάν πως οι Αμερικανοί βρίσκονταν πίσω από αυτό, έχοντας ως στόχο να τον εξαλείψουν.
Όταν καταγγέλλει τον Γκιουλέν ως υποκινητή του πραξικοπήματος εννοεί τη CIA. Είναι ενδεικτικό ότι τα φίλα προσκείμενα στο καθεστώς Ερντογάν Μίντια το λένε ρητά. Έχουν επανειλημμένως διατυπώσει τη θεωρία πως η Ουάσιγκτον μεθοδεύει μία θερμή ελληνοτουρκική κρίση για να επέμβει κατά τρόπο που να δημιουργήσει συνθήκες ανατροπής του Τούρκου προέδρου.
Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί έτρεφαν την ελπίδα ότι με την εφεκτική στάση τους θα κατάφερναν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα. Γι’ αυτό και για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέχθηκαν την επιθετική ρητορική του Ταγίπ Ερντογάν. Γι’ αυτό και προσπάθησαν να τον δελεάσουν προσφέροντάς του ανταλλάγματα στη Συρία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ τα γνώριζε όλα αυτά και ακολούθησε την κατευναστική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα. Όταν, όμως, διαπίστωσε ότι η αμερικανική ανοχή τροφοδοτούσε την τουρκική αδιαλλαξία, άλλαξε γραμμή πλεύσης. Η οργή του απέναντι στον Ερντογάν κλιμακώθηκε και πήρε τη μορφή των πρώτων κυρώσεων στα τέλη Ιουλίου, όταν κατέρρευσαν τελικά οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση του πάστορα Μπράνσον.

Το ατέρμονο power game

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προτείνει στον Τούρκο ομόλογό του σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του πάστορα να μειώσει το πρόστιμο δισεκατομμυρίων που είχε επιβάλει στην τουρκική κρατική τράπεζα Halkbank για την παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν. Ως δείγμα, μάλιστα, καλής διάθεσης επιχείρησε να πείσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, να απελευθερώσει τη νεαρή Τουρκάλα Εμπρού Οζκάν που αντιμετώπιζε κατηγορίες για συνεργασία με την παλαιστινιακή Χαμάς.
Ο Τούρκος ηγέτης, όμως, δεν αρκέστηκε σε αυτά και αντιπρότεινε να σταματήσει ολοκληρωτικά η έρευνα των αμερικανικών αρχών εναντίον της κρατικής Halkbank. Η συμφωνία κατακρημνίστηκε και ο Άντριου Μπράνσον δεν επέστρεψε στις ΗΠΑ, αλλά τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σμύρνη. Δεν άργησε να ακολουθήσει το πρώτο κύμα αμερικανικών κυρώσεων, που έπληξε τους Τούρκους υπουργούς Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, καθώς και η επιβολή δασμών σε κάποια τουρκικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, επιχειρώντας να παίξει στα ίσα το παιχνίδι με τον Ντόνσλντ Τραμπ, προχώρησε σε αντίστοιχα μέτρα, επιβάλλοντας κυρώσεις σε Αμερικανούς υπουργούς και αντίστοιχους δασμούς. Μέτρα, αντίμετρα και ένα ατέρμονο power game. Αν και ο στριμωγμένος Τούρκος πρόεδρος ανεβάζει συνεχώς τους τόνους ρίχνοντας «λάδι στη φωτιά», είναι εμφανής και η προσπάθεια του να επαναδιαπραγματευτεί.

«Λευκή πετσέτα»

Στην πραγματικότητα, την ολοσχερή ρήξη δε την επιθυμεί καμία από τις δύο πλευρές. Η ισχυρή πλευρά, όμως, είναι οι ΗΠΑ όχι η Τουρκία. Και στην Ουάσιγκτον καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος να επαναφέρουν την Τουρκία στο δικό τους άρμα, είναι να θέσουν τον Ταγίπ Ερντογάν υπό ασφυκτική πίεση, κυρίως υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την τουρκική οικονομία. Από την άλλη ο Τούρκος πρόεδρος δείχνει αποφασισμένος να αντισταθεί, όχι να παραδοθεί.
Οι διεθνείς αναλυτές θεωρούν πως όσο η τουρκική οικονομία θα πλησιάζει στο χείλος του γκρεμού, τόσο πιθανότερο είναι ο Ταγίπ Ερντογάν να αλλάξει στάση. «Το μίνιμουμ σε αυτή την περίπτωση θα είναι μια χειραψία με τις ΗΠΑ» λένε οι Times. Το ζητούμενο είναι πόσο θα αντέξει, καθώς οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι, αργά ή γρήγορα, ο «σουλτάνος» θα αναγκαστεί να ρίξει «λευκή πετσέτα».
Εξάλλου, δεν μπορεί να τον σώσει ούτε ο εναγκαλισμός με τη Μόσχα. Εδώ και καιρό διαμηνύει προς όλες τις κατευθύνσεις ότι μπορεί να βρει άλλους ισχυρούς στρατηγικούς εταίρους. Ο δρόμος του προς τη Ρωσία, όμως, δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αν σκεφτεί κανείς τις διαφορές τους στη Συρία. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει κοινό έδαφος. Η Τουρκία επιδιώκει, σε συνεργασία με τη Ρωσία, να καταστεί κόμβος μεταφοράς φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε σχέση εξάρτησης της ΕΕ. Ακόμα χειρότερα, όμως, μία ενδεχόμενη βελτίωση των σχέσεων Τραμπ-Πούτιν θα μειώσει εκ των πραγμάτων ακόμα περισσότερο τα περιθώρια ελιγμών του Τούρκου προέδρου.

Ο χρόνος εξαντλείται

Ούτε η οικονομική προσέγγιση με την Κίνα και τις BRICS (διεθνής πολιτικός οργανισμός κορυφαίων αναδυόμενων αγορών Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής) μπορεί να σώσει την Τουρκία. Πρόσφατα, ο γαμπρός του Ταγίπ Ερντογάν και υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε πως έκλεισε συμφωνία με μεγάλη κινεζική τράπεζα για να λάβει η χώρα του δάνειο 3,6 δισ. δολαρίων για ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών. Όμως, αυτές οι πρωτοβουλίες δεν φαίνεται να ανακόπτουν την καθοδική πορεία. Επιπλέον, το εν λόγω μπλοκ, παρότι δυναμικό, δεν παίζει καθοριστικό ρόλο παγκοσμίως, όχι λόγω το οικονομικού του μεγέθους, αλλά της χαλαρής σχετικά εσωτερικής του συνοχής.
Με τούτα και με κείνα, ο χρόνος έχει αρχίσει να εξαντλείται. Τη στιγμή που κυβέρνηση και κεντρική τράπεζα παραμένουν σιωπηλές, έχουν ήδη αρχίσει και συζητούνται το ενδεχόμενο πρώτον να ζητηθεί διάσωση από το ΔΝΤ, και δεύτερον, να υιοθετηθεί έλεγχος κεφαλαίων (capital controls). Οι αμερικανικές κυρώσεις φαίνεται ότι είναι ένα είδος χαριστικής βολής, ή τουλάχιστον μία έμπρακτη προειδοποίηση εν όψει του στραγγαλισμού. Η Τουρκία εμφανίζει ένα από τα μεγαλύτερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στις αναδυόμενες αγορές και πληθωρισμό που καλπάζει, καθώς άγγιξε το 15,85% τον Ιούλιο, φτάνοντας σε ύψος-ρεκόρ μετά το 2003.
Κυκλοφορούν φήμες ότι από τον Οκτώβριο είναι πιθανόν το κράτος να μην μπορεί να καταβάλει μισθούς και συντάξεις. Κάτι τέτοιο θα επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση. Ακόμα και η προσπάθεια της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας να μειώσει τις πιέσεις προς το εθνικό νόμισμα, ενισχύοντας τις εμπορικές τράπεζες με 2,2 δισ. δολάρια γύρισε μπούμερανγκ. Ερμηνεύτηκε σαν απόδειξη ότι τα χέρια της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας παραμένουν δεμένα. Υπάρχουν, όμως, και αναλυτές, οι οποίοι παρά την πίεση των επενδυτών για αύξηση των επιτοκίων, εκτιμούν ότι κανένα μέτρο νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να αντιστρέψει την κατάσταση.

slpress.gr