Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΑΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΤΡΑΓΙΚΑ


Γράφει ο Άντγος ε.α Αναστάσιος Θεοδωρόπουλος ΣΣΕ 76
(Ιδιαίτερα στο Πυροσβέστη που κάνοντας το καθήκον του έχασε τη γυναίκα και το έξη μηνών βρέφος του)

Καυτό  απομεσήμερο παλεύει  ο πυροσβέστης ,
που παραμόνευαν  η φωτιά κι  ο χάρος του τρόμου αφέτης , 
κι  ανήμποροι   αυτόν  να  κάψουνε,  πεισμώνουν,
με σύμμαχο τον άνεμο στο σπίτι του ζυγώνουν.
                                   -----------------------
Σέρνει  ο δράκος της φωτιάς ύπουλος σαν το φίδι,
κατηφορίζει  απ` το βουνό, το μάτι του γυαλίζει.
Ζυγιάζεται σαν τον αϊτό,  σάρκες ζητάει για γεύμα,
πύρινο   άτι γίνεται   σ`  ανεμοδρόμιο ρέμα.      
                   ---------------------

Άνεμος  έντεκα μποφώρ κι <ο σώζων ευατόν   σωθήτω>
Μπροστά γκρεμός , παντού   φωτιά,  καπνοί, ουρλιαχτά
ρεσάλτο θανάτου  ή   κάρβουνο κι  η θάλασσα φονιάς , 
κι ο  δόλιος   ο     Έλλην     <γρηγορήτω>  .
                            ----------------------------------
 Μα που να τρέξει να σωθεί όλα τάχουν κλεισμένα,
οι δρόμοι σ` αδιέξοδο,  τα ρέματα κτισμένα
τα δάση ατημέλητα, παγίδες , φλογοβόλα
τα πεύκα ακαθάριστα ,  πυκνά και πυροβόλα .     
          -----------
Ολιγωρήσαν  κι  οι ταγοί να  διώξουνε το κόσμο
 να ειδοποιήσουν το λαό   πως έρχεται οργή,
 η Πολιτεία  ατείχιστη αφού δεν τηρούν τον νόμο,
λειψά είναι τα σχέδια τους κι ανύπαρκτη η Aρχή.
                                    ------------
Στο τέλος  δράμα κι έρεβος, εκατόμβη οι νεκροί
ψυχές αγκαλιασμένες,  εξαχνωμένα -  καμένα σώματα
αποκαίδια,  θανάτου οσμή   κι αυτοί που περιμένουν
μες τη θάλασσα μια χείρα βοήθειας να φανεί.
 --------------------
Μια μικρομάνα  κολυμπά με το μωρό  στο χέρι,
είναι καμένη η πλάτη της  μα έχει ψυχή θεριό!!!
Το βύζαξε μες το νερό   ξορκίζοντας το χάρο,
μα  αυτός σαν γύπας τάρπαξε  ψηλά στον ουρανό
 ------------------------
  Κείνο   μονάχο  δε μπορεί  την τράβηξε  κοντά του, 
κι  ο πυροσβέστης   απόμεινε  στη πίκρα στο καϋμό.                        
Θεέ μου γιατί  δεν έβρεξες , δεν κόπασες το κύμα
δε σφάλισες τον άνεμο , δε  του `κοψες    το βήμα??
                                 -------------
Πέρασαν μέρες,    η συμφορά  κι ο πόνος σαν νυστέρι
κι ο πυροσβέστης  ο  άμοιρος  στ ‘  άστρα  μοιρολογεί
(Γυιέ μου τ`   απομεσήμερο θάρχομαι  να σε παίζω  
συ θα πετάς στoν ουρανό  και  `γω  θα  κλαίω  στη γη )!!!

Σημείωση Κάποιες  ευθύνες  είναι Διαχρονικές