Ο Αμερικανός πάστορας Άντριου Μπράνσον, που κρατείται από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε καμία περίπτωση δεν είναι ο λόγος της οικονομικής κρίσης που έχει ξεσπάσει στην Τουρκία, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε ο λόγος της σύγκρουσης της Άγκυρας με την Ουάσινγκτον.
Η όξυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων έχει πολύ βαθύτερα αίτια:

  • Η Άγκυρα θέλει να αγοράσει ένα αντιαεροπορικό όπλο από την Ρωσία, κάτι που αντιβαίνει στους όρους του ΝΑΤΟ και που οι έμποροι όπλων θεωρούν αδιανόητο και απαράδεκτο.
  • Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει πολιτικά και στρατιωτικά τους Κούρδους της Συρίας, οι οποίοι για την Άγκυρα είναι αποσχιστές τρομοκράτες.
  • Η Άγκυρα θέλει να αναπτύξει τις πολιτικές, διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις της με το Ιράν την ώρα που η Ουάσιγκτον εφαρμόζει εμπάργκο εναντίον του.
  • Το ολοένα και πιο ισλαμιστικό καθεστώς του Ερντογάν στήριζε και στηρίζει στην περιοχή κυβερνήσεις και οργανώσεις τις οποίες η Ουάσιγκτον απεχθάνεται: τον Μόρσι στην Αίγυπτο, την Μουσουλμανική Αδελφότητα σε όλη την Μέση Ανατολή, σχεδόν κάθε τζιχαντιστική ομάδα στην Συρία, τον Πρόεδρο Ντουτέρτε στις Φιλιππίνες, τον Μαδούρο στην Βενεζουέλα κλπ
  • Το κόμμα του Ερντογάν και τα ΜΜΕ του προωθούν το αντιαμερικανικό αίσθημα: «Η Ουάσιγκτον και ο Τράμπ είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την πτώση της αξίας της τουρκικής λίρας». 
Είναι λοιπόν κατά τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές του «οι ξένες διαβολικές δυνάμεις» που επιθυμούν να καταστρέψουν την τουρκική οικονομία. Έπρεπε να βρεθεί ένας εχθρός. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο υπεύθυνος για την οικονομική κρίση. Σημειώνεται ότι η τουρκική λίρα έχει χάσει το 50% της αξίας της από την αρχή του χρόνου. Αυτό πάει να πει έμμεση υποτίμηση περίπου 40%. Το αποτέλεσμα; Αύξηση της ανεργίας και του πληθωρισμού, πτώση των επενδύσεων - ιδίως στον κατασκευαστικό τομέα, την ατμομηχανή της εγχώριας οικονομίας - μείωση της αγοραστικής δύναμης, εμφάνιση στασιμοπληθωρισμού.
Ο Ερντογάν, προκειμένου να πλουτίσουν οι φίλοι και οι συγγενείς του, έβαλε να κατασκευάσουν οι εργολάβοι που τον υποστηρίζουν αυτοκινητοδρόμους, γέφυρες, αεροδρόμια και κτήρια κατοικιών, τα περισσότερα άχρηστα. Αυτοί οι επιχειρηματίες κέρδισαν τα κρατικά συμβόλαια με πολύ ευνοϊκούς όρους: πήραν δάνεια από δημόσιες τράπεζες με επιτόκια πολύ χαμηλά και ζήτησαν να αμοίβονται σε αμερικανικό δολάριο. Λάμβαναν και λαμβάνουν μέρισμα ανάλογα με το πόσα αυτοκίνητα ή ταξιδιώτες χρησιμοποιούν τον αυτοκινητόδρομο, τις γέφυρες και τα αεροδρόμια. Αυτοί οι εργολάβοι λάμβαναν και λαμβάνουν επίσης μια εγγύηση για την περίπτωση που ο ελάχιστος εκτιμώμενος αριθμός αυτοκινήτων ή ταξιδιωτών δεν επιτευχθεί. Επιπλέον,  οι εν λόγω κατασκευές σε μεγάλο ποσοστό δεν πληρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας. Οι νέοι αυτοκινητόδρομοι γεμίζουν τρύπες με την πρώτη βροχή, καθώς για να κερδίσουν περισσότερα οι εργολάβοι «εξοικονόμησαν» σίδερο, τσιμέντο και άλλα υλικά. Ακόμη, οι ημερομηνίες παράδοσης των έργων δεν τηρούνται από τους εργολάβους με αποτέλεσμα το κόστος να αυξάνεται κι άλλο.
Η αντιπολίτευση και οι ανεξάρτητοι οικονομολόγοι στην Τουρκία υποδεικνύουν τον πραγματικό υπαίτιο για την κρίση: οι οικονομικές πολιτικές του Ερντογάν. Επισημαίνουν πρωτίστως ότι η οικονομία δεν είναι ένας παράγοντας μόνος και ανεξάρτητος αλλά είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας. Καθώς λοιπόν η τουρκική οικονομία δεν ήταν βασισμένη στην παραγωγή αλλά στην κατασκευή και στην κυκλοφορία ζεστού χρήματος (στην πλειονότητά του μαύρο!) από το εξωτερικό, δεν ήταν ικανή να αντέξει τους κλυδωνισμούς που προκαλούν οι διεθνείς αγορές.
Η τουρκική διπλωματία, ήδη ασυνεπής τουλάχιστον από το 2006, πλέον είναι εντελώς άναρχη. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι επαγγελματίες του Υπουργείου Εξωτερικών απομακρύνθηκαν καθώς ο Ερντογάν θέλει να τα κάνει όλα μόνος του. Για να εφαρμόσει μια οπορτουνιστική διπλωματία, το Παλάτι έπρεπε να αλλάζει άποψη κάθε εβδομάδα: Στην αρχή ήταν φιλοαμερικανικό, μετά φιλορωσικό, κάποιες φορές φιλοαραβικό και σπάνια φιλοευρωπαϊκό. Τα αρχεία που διατηρούν τις διπλωματικές συνομιλίες του Ερντογάν είναι εξαιρετικά πλούσια σε αντιφάσεις.
Το ίδιο ισχύει και για την εσωτερική πολιτική: Ο Ερντογάν ήθελε πάντα να ευνοεί αυτό που λέμε «τίγρεις της Ανατολής», τα ισλαμιστικά ΜΜΕ, χωρίς επιτυχία. Βεβαίως στήριζε παρανόμως και παρατύπως τις νέες εταιρείες, κατά κύριο λόγο κατασκευαστικές, που πρόσκειντο στην κυβέρνησή του. Ο Ερντογάν εργάστηκε για να αλλοιώσει τις μεγάλες ιδιοκτησίες, δηλαδή να ιδιοποιηθεί τα πλούτη της παλιάς αστικής τάξης. Αυτή, δε, πέρασε αμέσως στο στρατόπεδο του Ερντογάν, από φόβο μη χάσει κάθε προνόμιο και πλούτο, πάντα στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και του «εθνικού αγώνα ενάντια στους ξένους που θέλουν να καταστρέψουν την οικονομία μας». Πρέπει να σημειωθεί ότι ένα καθόλου αμελητέο μέρος αυτών των μεγάλων αφεντικών προτίμησε να εγκαταλείψει την Τουρκία μαζί με τα κεφάλαιά του. «Ο πατριωτισμός δεν είναι πάντα το κύριο χαρακτηριστικό των καπιταλιστών, ιδίως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», δήλωσε ένας καθηγητής οικονομικών.
Η κατάργηση του Κράτους Δικαίου και η ανεπαρκής ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έτρεψε σε φυγή τα ευρωπαϊκά κεφάλαια και τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι κατασταλτικές πολιτικές κατά παντός αντιπάλου, συμπεριλαμβανομένων των αφεντικών που δεν ήταν σύμφωνοι με τον Ερντογάν, αποδυνάμωσε εξίσου την τουρκική οικονομία. Όλοι οι οίκοι αξιολόγησης (Standart and Poor’s, Moody’s, Fitch, κλπ) τοποθέτησαν την Τουρκία στην κατηγορία της χώρας «που δεν πρέπει να κάνετε επενδύσεις» και εκείνης «που είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της». Η απάντηση του Ερντογάν; «Θα φτιάξουμε δικούς μας εθνικούς οίκους αξιολόγησης!»
Πράγματι, ο Ερντογάν πιστεύει και θέλει να πιστεύουν όλοι ότι είναι «ο μεγάλος εθνικός αντιστασιακός» ο οποίος εναντιώνεται στην αμερικανική υπερδύναμη. Είχε την τύχη να τον στηρίξουν σε αυτόν τον τομέα οι κεμαλιστές της αντιπολίτευσης και ορισμένοι φιλελεύθεροι μαζί με τους ψηφοφόρους του κόμματός του.
Όμως αυτός ο ψεύτικος αντιαμερικανικός λόγος δεν έχει κανένα αποτέλεσμα στην οικονομία, στις ραγδαίες εξελίξεις και στην τουρκική λίρα. Ομοίως, το κάψιμο αμερικανικών δολαρίων ή το σπάσιμο των iPhones σε δημόσιους χώρους και μπροστά στις κάμερες των φιλοκυβερνητικών τηλεοπτικών καναλιών δεν εμποδίζουν την ελεύθερη πτώση της αξίας του τουρκικού νομίσματος σε σχέση με το δολάριο, το ευρώ ή ακόμη και με το ιρακινό δηνάριο! Ο Ερντογάν ανακοίνωσε και δεν έχει σταματήσει να επαναλαμβάνει ότι «όπως αυτοί έχουν το δολάριό τους, εμείς έχουμε τον λαό μας, τα δικαιώματά μας και τον Αλλάχ!» Και τα τρια, όμως, έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά τις τελευταίες εβδομάδες. 
* Ο Τούρκος δημοσιογράφος Ραγκίπ Ντουράν, με ρεπορτάζ και αναλύσεις, καταγράφει κάθε Σαββατοκύριακο στο Tvxs.gr,  τις εξελίξεις στην Τουρκία. [Μετάφραση: Νίκος Μίχος]