Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Η πορεία της Ελληνικής και της Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας – Έρευνα

Γράφει ο Ελσάερ Μοχάμεντ
Πολιτικός Επιστήμονας,


Εισαγωγικά στοιχεία

Το παρών άρθρο αποτελεί μία εκτενή ανάλυση του νομικού και ιστορικού πλαισίου ανάπτυξης της Ελληνικής αλλά και Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας. Στο σύγχρονο πολυ-πολικό διεθνές σύστημα, αποδεικνύεται όλο και περισσότερο η σημασία των Αμυντικών Βιομηχανιών. Για να μπορέσει ένα κράτος να αντιμετωπίσει τα καίρια διλήμματα ασφαλείας, οφείλει να έχει ορθά δομημένα στρατεύματα, ικανό προσωπικό αλλά και σύγχρονα οπλικά συστήματα. Προς εκπλήρωση των ανωτέρω, τα κράτη είτε προχωρούν σε αγορές οπλικών συστημάτων είτε σχεδιάζουν την ανάπτυξη της εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας τους. Το ζήτημα της εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας στην σύγχρονη εποχή αποτελεί, ίσως, το πιο κρίσιμο ζήτημα για τις Ένοπλες Δυνάμεις καθώς επιτρέπει σε αυτές αλλά και στην πολιτική εξουσία, να δρα υπό ένα καθεστώς σχετικής ανεξαρτησίας και αυτάρκειας. Ιδίως, για την Ελλάδα και λόγω της ταχύτατης ανάπτυξης της Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας, το θέμα αυτό οφείλει να αποτελεί προτεραιότητα στην αμυντική πολιτική της χώρας.

Η πορεία της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας

Η εξέλιξη της ελληνικής αμυντικής βιοχαμηνίας εκκινείται από το 1975. Με το νόμο 43/1975[1] ιδρύθηκε η «Εθνική Βιομηχανία Αεροπορικού Υλικού». Το ίδιο έτος υπεγράφη σύμβαση μεταξύ ελληνικού δημοσίου και πέντε αντισυμβαλλόμενων αμερικανικών εταιρειών. Δύο χρόνια αργότερα, εκδόθηκε ο τροποποιητικός νόμος 696/1977[2] ο οποίος μετονόμασε την εταιρεία σε «Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία Α.Ε.». Παρομοίως, με το Π.Δ. 514/1977[3] ιδρύθηκε η «Ελληνική Βιομηχανία Όπλων» για την κάλυψη του σε μικρού διαμετρήματος οπλισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την συναρμολόγηση του πολεμικού τυφεκίου G3. Το 1986[4] η Αυστριακής καταγωγής «ΣΤΑΠΕΡ -ΝΤΑΙΜΛΕΡ -ΠΟΥΧ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Βιομηχανία Εταιρεία»[5] μετονομάστηκε σε «Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων Α.Β.Ε.» και μεταβιβάστηκε στο ελληνικό δημόσιο. Οι τρείς εταιρείες (Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο., ΕΛ.Β.Ο.) σε συνδυασμό με την ΑΕΕΠ-ΠΥΡΚΑΛ και τις ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες (Ναυπηγεία Ελευσίνας και Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά) αποτέλεσαν τον κορμό της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μέχρι την συγχώνευση τους και την ίδρυση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (Ε.Α.Σ.). Τα έξι δημόσια συγκροτήματα συνοδεύτηκαν από αρκετές μικρομεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις παραγωγής αμυντικού υλικού.[6]

Η πορεία της αμυντικής βιομηχανίας στην Ελλάδα κρίθηκε αρκετά προβληματική. Με εξαίρεση την περίοδο 1987-1988 οι πωλήσεις της αμυντικής βιομηχανίας είχαν πτωτική πορεία μέχρι την οριστική της διάλυση. Ιδίως, οι εταιρείες ΠΥΡΚΑΛ και Ε.Β.Ο. παρουσίασαν εξαιρετικά δυσμενή οικονομικά δεδομένα. Συνέπεια αυτών ήταν η συνεχής οικονομική επιβάρυνση του ελληνικού δημοσίου και την κάλυψη των σημαντικών ελλειμμάτων τους από τα δημόσια ταμεία.

Πάντως, παρά την ελλειμματική οικονομική πολιτική, σε επίπεδο παραγωγής η ελληνική αμυντική βιομηχανία είχε σημαντικές αποδόσεις στο τομέα της παραγωγής, κατασκευής και διάθεσης αμυντικού υλικού αλλά και συστημάτων στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Βασικό έργο της ΕΛ.Β.Ο. ήταν: η παραγωγή 110 τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς Προσωπικού «ΛΕΩΝΙΔΑΣ Ι» (παράδοση 1983), κατασκευή 70 πυροσβεστικών οχημάτων (1984), κατασκευή τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού (ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΙΙ) και 5.000 οχημάτων τζιπ Mercedes 240 GD και κατασκευή 102 οχημάτων φορέων του αμερικανικού αντιαεροπορικού συστήματος Patriot κατασκευής Raytheon (παράδοση 1999-2004), παραγωγή αντιαεροπορικού συστήματος «ΑΡΤΕΜΙΣ-30» (εγκαταλείφθηκε λόγω κόστους), παραγωγή αντιαρματικού πυραύλου ΑΡΗΣ -IV (εγκαταλείφθηκε).[7] Σε επίπεδο πωλήσεων η αμυντική βιομηχανία παρουσίασε, επίσης, πτωτική πορεία (βλ. Πίνακας 1). Έκτοτε, η εγχώριας Αμυντική Βιομηχανία δεν παρουσίασε κάποιο ιδιαίτερο έργο ούτε και συνέβαλε στην ανάπτυξη εγχώριων αμυντικών συστημάτων (βλ. υπόθεση ΑΡΤΕΜΙΣ-30).

              Πίνακας 1. Πωλήσεις αμυντικής βιομηχανίας 1988-2004 (% Α.Ε.Π.)
1988 1989 1993 1994 1995 1998 1999 2002 2005
0,37% 0,25% 0,22% 0,22% 0,25% 0,22% 0,28% 0,28% 0,18%
Βλ. Ανθούλα Βρέττη, Η μεταπολεμική αμυντική βιομηχανία στην Ελλάδα, 1946-2010. Η περίπτωση των Εταιρειών ΕΛ.Β.Ο., Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο., ΠΥΡ.ΚΑΛ. και Ε.Α.Σ., Διπλωματική Εργασία: Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2014, σελ. (155).

Η Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία

Η Τουρκική εισβολή και κατοχή της Βόρειας Κύπρου το 1974 αποτέλεσε το έναυσμα για την ανόρθωση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Η επομένη της εισβολής σήμανε την δημιουργία κρατικών αμυντικών βιομηχανιών όπως είναι οι: ASELSAN (1975), İŞBİR (1979), ASPİLSAN (1981) και HAVELSAN HAVA ELEKTRONİK SANAYİ (1982).[8] Η δεκαετία 1980-1990 αποτέλεσε περίοδος αναδιοργάνωσης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας με την ίδρυση της Διεύθυνσης Αμυντικού Εξοπλισμού. To 1985, οι αρμοδιότητες της διεύθυνσης μεταφέρθηκαν στην Υπο-επιτροπή Αμυντικών Βιομηχανιών (SSM).[9] Την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν σειρά από αμυντικές βιομηχανίες με εισφορές κεφαλαίου από το εξωτερικό όπως είναι οι: TAI (1984), TEI (1985), MIKES (1987), FNSS(1988), MARCONI KOMÜNİKASYON (1989), THOMSON– TEKFEN RADAR (1990), OTOKAR, MERCEDES, BMC, NUROL MAKİNA, ROKETSAN (1989).[10] Το 1987 ιδρύθηκε το «Ίδρυμα για την Ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων» με εισφορές από το εξωτερικό, το οποίο εξαγόρασε μεγάλο αριθμό από τις τότε υπάρχουσες αμυντικές βιομηχανίες. Έκτοτε το 1998, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας εξέδωσε το «Έγγραφο Πολιτικής και Στρατηγικής των Αμυντικών Βιομηχανιών» (Türk Savunma Sanayii Politikası ve Stratejisi, or TDIPS), με το οποίο αναδιοργανώθηκε συνολικά το θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο της αμυντικής βιομηχανίας και ιδίως η πολιτική προμήθειας των αμυντικών συστημάτων.

Βασικά έργα αποτέλεσαν: η συμμετοχή στην προμήθεια αεροσκαφών F-16, η παραγωγή του τεθωρακισμένου μεταφορέα προσωπικού (1988), το κινητό ραντάρ «Complex» (1990), ο εξοπλισμό ηλεκτρονικού πολέμου για τα F-16, τα ραδιόφωνα «HF / SSB» και το ελαφρύ αεροσκάφος μεταφοράς «CASA» (1991).[11]
Η τουρκική αμυντική βιομηχανία, σε αντίθεση με την ελληνική, ξεκινά να αναπτύσσεται στην δεκαετία του 1990 με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης που φθάνει το 20% και με τις εξαγωγές να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα (βλ. Πίνακας 2).


Πίνακας 2. Πωλήσεις αμυντικής βιομηχανίας 1988-2004 (% Α.Ε.Π.)
1998 2000 2001 2002 2003 2004 2005
0,43% 0,54% 0,6% 0,92% 0,32% 0,41% 0,73%
Βλ. Korkmaz Goksel, An Analysis of Turkey’s Defense Systems Acquiosition Policy, Master Thesis, Naval Postgraduate School, 2009, σελ. (63).

Συμπεράσματα

Κατά την περίοδο 1975-2018 οι αμυντικές βιομηχανίες Ελλάδας-Τουρκίας κινούνται σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία οργανώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970 δημιουργώντας ένα αξιόπιστο σύνολο με υψηλές προσδοκίες. Η αμυντική βιομηχανία αναπτύχθηκε με γοργούς ρυθμούς αναλαμβάνοντας αρχικά, εγχώρια εξοπλιστικά υποπρογράμματα και στην συνέχεια εξοπλιστικά προγράμματα διεθνούς εμβέλειας. Μάλιστα, η αποδοτικότητα έφθασε στο σημείο να αναπτύσσονται εθνικά αμυντικά συστήματα όπως είναι το «ΑΡΤΕΜΙΣ-30» και η σειρά «ΛΕΩΝΙΔΑΣ». Ενώ, σε διεθνές επίπεδο η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία καθιερώθηκε ως μία αξιόπιστη μονάδα με αρκετές αναλήψεις έργων, ιδίως στην Μ. Ανατολή (πρόγραμμα συντήρησης Αιγυπτιακών C-300).

Στις αρχές της δεκαετίας 1990 ξεκίνησαν τα σημαντικά οικονομικά ελλείμματα και η εγκατάλειψη έργων. Την περίοδο 2000-2010 η αμυντική βιομηχανία της Ελλάδας βρίσκεται σε πτωτική πορεία μέχρι την ουσιαστική της διάλυση. Το εγχείρημα των Ε.Α.Σ. δεν φάνηκε να επιλύει τα προβλήματα των Ε.Β.Ο. και ΠΥΡΚΑΛ. Ενώ, την ίδια περίοδο προστίθεται και ένα ακόμη πρόβλημα που είχε ως αποτέλεσμα την διάλυση των ελληνικών ναυπηγείων (Ελευσίνας και Σκαραμαγκάς).

Σε πλήρη αντίθεση, η τουρκική αμυντική βιομηχανία εκκινεί την λειτουργία της στα μέσα της δεκαετίας 1980 και αναδιοργανώνεται το 1990. Η συστηματική αύξηση της εγχώριας παραγωγής στην Τουρκία είναι εμφανής καθ’ όλη την περίοδο 1988-2018.

Η τουρκική αμυντική βιομηχανία μετά το 2000 απέκτησε μία δυναμική στην παραγωγή και συμπαραγωγή προγραμμάτων, με αποκορύφωση την σύναψη της πολυμερούς συμφωνίας (2003) για την ανάπτυξη και συμπαραγωγή του νέου μαχητικού 5ης γενιάς F-35, τεχνολογίας stealth. Παρά το χρονικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, η τουρκική αμυντική βιομηχανία κατάφερε να καταστεί, αρχικά ισοδύναμη και στην συνέχεια υπέρτερη. Η αποδοτικότητα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας έφθασε στο σημείο της παραγωγής εθνικών αμυντικών συστημάτων. Η αρχή του δείγματος γραφής εκκινείται το 2003 με την προσπάθεια παραγωγής ενός εθνικού μη-επανδρωμένου αεροσκάφους. Το αποτέλεσμα είναι δεκαπέντε χρόνια αργότερα (2018) η τουρκική Πολεμική Αεροπορία να έχει εντάξει στο δυναμικό της ένα εγχώριο προϊόν όπως το UAV (ANKA-1).

Σημαντική είναι και η ανάπτυξη στο τομέα του αεροδιαστήματος. Η επιτυχής συμπαραγωγή και εκτόξευση του τηλεγραφικού πυραύλου (2017) αποτελεί δείγμα γραφής για την αποδοτικότητα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Παρόμοια προγράμματα είναι: η σχεδίαση για ανάπτυξη τουρκικού πολεμικού αεροσκάφους χαμηλής παρατηρισμότητας (TAI TF-X) με το Ηνωμένο Βασίλειο και η σχεδίαση εθνικού βαλλιστικού πυραύλου με εμβέλεια που ξεπερνά τα 1000χλμ. (BORA). Η ανάπτυξη της τουρκικής βιομηχανίας όπλων είναι αποτέλεσμα της σημαντικής χρηματοδότησής της από το κράτος (80% αύξηση σε σχέση με το 2003, ήτοι 3,94 δισεκατομμύρια δολάρια 2018 – στοιχεία: Defenceturkey.com).

Να συμπληρωθεί ότι το πιο σημαντικό αποτέλεσμα, που έχει η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, είναι η σημαντική μείωση του κόστους των εξοπλιστικών προγραμμάτων (περισσότερα αμυντικά προγράμματα) και η απόκτηση μίας σχετικής ανεξαρτησίας από την επιρροή των ΗΠΑ (βλ. υπόθεση F-35 και νομοθεσία Κογκρέσου για μη παράδοση αυτών).


Δήλωση Πνευματικών Δικαιωμάτων: Το παρών άρθρο αποτελεί μέρος πρωτότυπης επιστημονικής έρευνας του Ελσάερ Μοχάμεντ. Ως εκ τούτου απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας δημοσίευσης εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό χωρίς την ρητή έγκριση του συγγραφέα. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης και να διατηρείται το παρόν μήνυμα. Ερωτήματα που αφορούν την χρήση της για κερδοσκοπικό σκοπό πρέπει να απευθύνονται αποκλειστικά προς τον συγγραφέα (mochamentelsaer@gmail.com). Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
[1] Ν. 43.1975 (ΦΕΚ Α΄93/16.4.1975) περί «ίδρυσης Εθνικής Βιομηχανίας Αεροπορικού Υλικού».
[2] Ν. 696/1977 (ΦΕΚ Α’272/21.9.1977) περί «τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 43/1975 ”περί ιδρύσεως εθνικής βιομηχανίας αεροπορικού υλικού”».
[3] Ν. 514 (ΦΕΚ Α΄165/14.6.1977) περί «επεκτάσεως των διατάξεων του νόμου 43/75 και επί της ιδρυθησομένης Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων (Ε.Β.Ο.)».
[4] Τροποποίηση Καταστατικού ΦΕΚ (ΤΑΕ-ΕΠΕ) 3196/19.11.1986.
[5] Ιδρυτικό καταστατικό εταιρείας ΦΕΚ (ΤΑΕ −ΕΠΕ) 1636/12.9.1972.
[6] ΒΟΣΑ Α.Ε. (κατασκευή ρουκετών), ΕΛ.Τ.ΕΚ. ΕΠΕ (παραγωγή εκρηκτικών υλών, Diehl Hellas (κατασκευή κινητήρων τροχών αρμάτων μάχης), Miltech Hellas (συστήματα πλοήγησης αρμάτων), Theon Sensors (κατασκευή περισκοπίων νυχτερινής οδήγησης), Όμιλος Σαρακάκης (κατασκυεή τροχαίου υλικού), ACT (διάθεση αερόφυλλων και θερμοβολίδων), INTRACOM Defence Electronics (διάθεση ασυρμάτων ενδοεπικοινωνίας) Βλ. Τσιμπούκης Γιώργης, Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία, Δύσκολο το παρόν αλλά με λαμπρό μέλλον, Αμυντική Βίβλος, 2012-2013, τ. 16, σελ. 6-17.
[7] Βλ. Ανθούλα Βρέττη, Η μεταπολεμική αμυντική βιομηχανία στην Ελλάδα, 1946-2010. Η περίπτωση των Εταιρειών ΕΛ.Β.Ο., Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο., ΠΥΡ.ΚΑΛ. και Ε.Α.Σ., Διπλωματική Εργασία: Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2014, σελ. 37-42, 58-63, 76-80.
[8] Korkmaz Goksel, An Analysis of Turkey’s Defense Systems Acquiosition Policy, Master Thesis, Naval Postgraduate School, 2009, σελ. 35-36.
[9] L. 3238/1985 «Defense Sanayii Destekleme to Geiltirme Administration Bakanligi».
[10] Βλ. ό.π. Korkmaz Goksel, σελ. (35).
[11] Παρομοίως, σελ. (35).

militaire.gr