Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Γιατί το τραπεζικό κραχ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία

Γιατί το τραπεζικό κραχ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, Γεράσιμος ΠοταμιάνοςΓεράσιμος Ποταμιάνος
Από
Γεράσιμος Ποταμιάνος
Τον Απρίλιο του 2018, στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης, κεντρικό θέμα ήταν οι διαφωνίες των θεσμών σχετικά με πρόσθετες απαιτήσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Ο συμβιβασμός που κατέληξαν, περιελάμβανε την αποχώρηση του ΔΝΤ από το πρόγραμμα και την έξοδο της χώρας στις αγορές. Η παραδοχή πως το χρέος είναι εξυπηρετήσιμο επικράτησε, αλλά δεν μπορούσε να αναιρέσει την βάση των διαφωνιών για τις τράπεζες. Μια σαφής ένδειξη είναι το τραπεζικό κραχ.
Οι αμφιβολίες των επενδυτών για την ικανότητα ορισμένων τραπεζών να ανταπεξέλθουν στους στόχους μείωσης κόκκινων δανείων, συνέβαλαν καθοριστικά στο κραχ. Είναι επίσης προφανές ότι οι δυνατότητες δανεισμού των τραπεζών επηρεάζονται αρνητικά από τις δυσκολίες αναχρηματοδότησης της χώρας από τις αγορές μετά τον Αύγουστο. Οι δυνατότητες αυτές επιδεινώνονται λόγω των αναταράξεων που προκαλούν οι εξελίξεις στην Ιταλία.
Οι επενδυτικοί κύκλοι είχαν ήδη θορυβηθεί από τα σχέδια που κατέθεσαν οι τράπεζες στην ΕΚΤ για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων. Γνωρίζουν πως οι τράπεζες έχουν μπροστά τους και το καθήκον διεύρυνσης των εσόδων τους, αλλά δεν μπορούν να προβούν σε χορηγήσεις.
Οι νέοι κανόνες απαιτούν κερδοφορία, αλλοιώς αναλαμβάνει δράση ο Ενιαίος Μηχανισμός πτωχεύσεων SRM (Resolution Mechanism). Εξαιτίας αυτών των προβληματισμών, οι τράπεζες δεν έχουν αξιολογηθεί ως ελκυστικές προς επένδυση μετά τα αποτελέσματα του β΄ τριμήνου 2018. Αν οι τράπεζες, πουλήσουν τα επισφαλή δάνεια κάτω από τη λογιστική τους αξία, θα οδηγηθούν σε μείωση αποθεμάτων και νέες αυξήσεις κεφαλαίου.

Το υποκείμενο πρόβλημα

Το πρόβλημα που υποβόσκει είναι ότι αφού θεωρήθηκε το χρέος «εξυπηρετήσιμο», μεθοδεύτηκε η έξοδος της χώρας στις κεφαλαιαγορές, χωρίς προηγουμένως να αντιμετωπισθεί το θέμα των κόκκινων δανείων. Το σενάριο εξόδου στις αγορές, βασίζεται σε μακροχρόνια αισιόδοξες υποθέσεις για θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που πολλοί διεθνείς οικονομικοί κύκλοι, αλλά και το ΔΝΤ θεωρούν ανέφικτους.
Για τους διεθνείς επενδυτές, αποτελεί παράδοξο ότι όλες οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, δεν έχουν αντιμετωπίσει το θέμα των «κόκκινων» δανείων. Επιπλέον, η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών (33 δισ.) που θεωρητικά κάλυψε το δυσμενές σενάριο των τεστ αντοχής της ΕΚΤ, περιελάμβανε 19 δισ. αναβαλόμενο φόρο. Το ΔΝΤ ζήτησε έλεγχο της «ποιότητας στοιχείων ενεργητικού» των τραπεζών, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν εξετάζεται στα τεστ της ΕΚΤ.
Η Αθήνα όμως αρνήθηκε και είχε ως σύμμαχο την ΕΚΤ και τα μεγάλα funds που έχουν τοποθετηθεί στις ελληνικές τραπεζες. Οι ξένοι επενδυτές που απέκτησαν στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 με 5 δισ., τον έλεγχο της τεράστιας περιουσίας (340 δισ.) των ελληνικών τραπεζών, δεν επιθυμούν νέα αύξηση κεφαλαίου. Διότι αυτή ενέχει τον κίνδυνο απώλειας ελέγχου.

Η επιλογή του «μαξιλαριού»

Το Ευρογκρουπ και η κυβέρνηση, έχοντας θεωρήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, επιθυμούσαν πάσει θυσία να αποφύγουν την αμφισβήτηση του σεναρίου ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, στο οποίο βασίστηκε η τυπική έξοδος από το μνημόνιο. Ενώ όμως ο διακηρυγμένος στόχος ήταν να επιστρέψει η χώρα στις κεφαλαιαγορές, ο μεγάλος όγκος κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, περιορίζει την δυνατότητα δανεισμού.
Την ουσιαστική αυτή αντίφαση, επισημάναμε την άνοιξη του 2018, όταν το ΔΝΤ ζήτησε επιμόνως πλήρη έλεγχο ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών, ως προυπόθεση για την διάθεση προληπτικής πιστωτικής γραμμής που είχε καταρχήν συμφωνηθεί. Η τελική έγκριση δεν έγινε ποτέ, αφού απαιτούσε αντοχή του τραπεζικού συστήματος. Προκρίθηκε η δημιουργία αποθεματικού (μαξιλάρι) αντί της αντιμετώπισης του προβλήματος των τραπεζών με την εγγύηση των 12 δις του ESM, πριν την έξοδο από το μνημόνιο.

Δύσκολη η ανάκτηση των ανοιγμάτων

Με την επιλογή αυτή, μετά το τέλος του προγράμματος, παραμένει μεσοπρόθεσμα αβέβαιη η ανάκτηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (κόκκινα δάνεια), γεγονός που υπονομεύει την χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας και δυσκολεύει την έξοδο στις αγορές.
Μια ανακεφαλαιοποίηση εκτός μνημονίου πλέον, ενέχει τον κίνδυνο bail in και υποτροπή της ελληνικής κρίσης. Ετσι εκ των υστέρων, θα εξετασθεί ένα «όχημα ειδικού σκοπού». Ποιός όμως θα διαθέσει τώρα το κεφάλαιο για εγγυήσεις τραπεζών που ανήκουν σε ξένα funds? Μήπως το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας?

Δεν είναι επιθυμητό από τους θεσμούς αφού αυτό κρατικοποιεί τις τράπεζες. Η παροχή εγγυήσεων του ελληνικού Δημοσίου όμως , στο σημερινό καθεστώς υπερχρέωσης Δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, είναι κίνηση υψηλού ρίσκου στο πλαίσιο των νέων κανόνων της τραπεζικής ένωσης.

Εγγυήσεις υψηλού ρίσκου

Δεν είναι σαφές τι έπραξαν οι νέες διοικήσεις των τραπεζών, αποτελούμενες από διεθνή στελέχη, για την εκκαθάριση των ισολογισμών. Μέχρι σήμερα, η διαδικασία μείωσης των κόκκινων δανείων, βασίστηκε κυρίως σε διαγραφές. Ηδη οι τράπεζες εχουν χρησιμοποιήσει πλέον του 35% των διαγραφών που προβλέπονται. Ετσι ακόμα και εάν μειωθούν κατά 38% τα κόκκινα δάνεια ως το 2019 (στόχος), θα υπάρχουν ακόμη ανοίγματα ύψους 67 δισ. ή 34% του χαρτοφυλακίου. Για τον λόγο αυτό, η λύση μιας «κακής τράπεζας» (Bad Bank) θα αποκλεισθεί.
Το ΤΧΣ προτείνει Σχήμα Προστασίας Ενεργητικού που θα εξασφαλίσει – μέσω τιτλοποίησης – τις πωλήσεις στην 3ετία 2019-2021 δανείων ύψους 15 δισ. ευρώ (στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια μικρών και μεσαίων εταιρειών). Έναντι των δανείων, το Δημόσιο θα εκδώσει ομόλογα, παρέχοντας την εγγύησή του. Τα ομόλογα θα διατεθούν σε διεθνείς επενδυτές και θα είναι διαπραγματεύσιμα, δημιουργώντας μια δευτερογενή αγορά. Ομως υπάρχει πρόβλημα με την εγγύηση του Δημοσίου, ενώ η αξιοποίηση κεφαλαίων από το «μαξιλάρι», είναι επικίνδυνη για την αναχρηματοδότηση της οικονομίας.
Πάντως η Κομισιόν, εν όψει αναταράξεων στον ευρωπαικό «νότο», έχει διαμορφώσει συγκεκριμένο πρότυπο «οχήματος» διαχείρισης κόκκινων δανείων, τις Εθνικές Εταιρίες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων. Προκρίνεται η χρήση ιδιωτικών και δημόσιων πόρων, για την διάχυση του ρίσκου. Σίγουρα στην Ελλάδα θα μπούν οι ίδιες οι τράπεζες, ενώ προτείνεται και η εκκλησιαστική περιουσία.

slpress.gr