Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

«Κύπρος το Γειτονικό Νησί»: Η Ισραηλινή Ανάγνωση

Εκατοντάδες απόρρητες εκθέσεις και έγγραφα του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών ήρθαν για πρώτη φορά στο φως με το βιβλίο του Γαβριήλ Χαρίτου «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί» που κυκλοφόρησε πρόσφατα απο τις εκδόσεις Παπαζήση. Ο Γαβριήλ Χαρίτος, με σπουδές στη Νομική και μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου έχοντας πρόσβαση στα απόρρητα αρχεία του υπουργείου εξωτερικών του Ισραήλ αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η ισραηλινή διπλωματία καθόριζε την στάση της ως προς τα πολλά και σημαντικά θέματα που διαδραματίζονταν στο «Γειτονικό Νησί» -όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται η Κύπρος στην σύγχρονη εβραϊκή δημοσιογραφική γλώσσα κατά την περίοδο 1948-1960.
Το αποκαλυπτικό βιβλίο θα παρουσιαστεί την Τρίτη στην Κύπρο παρουσία του συγγραφέως από ακαδημαϊκούς καθώς και από τον υπουργό εξωτερικών της Κύπρου Νίκο Χριστοδουλίδη. 
  • «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί», λοιπόν, ένα βιβλίο με απίστευτα ντοκουμέντα. Με ποιά αφορμή γράφτηκε; 
Το «Γειτονικό Νησί» είναι το αποτέλεσμα της διδακτορικής μου διατριβής που εκπόνησα υπό την επίβλεψη του καθηγητή Διπλωματικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεοδόση Καρβουναράκη, ο οποίος εξειδικεύεται στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Βασική προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της διδακτορικής μου έρευνας ήταν να συλλέξω πρωτογενείς πηγές, δηλαδή την υπηρεσιακή αλληλογραφία του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών της δεκαετίας του 1950. Το υλικό αυτό είχε καταχωρηθεί στο Κρατικό Αρχείο του Ισραήλ, που εδρεύει στην Ιερουσαλήμ. 
  • Από την δικηγορία στην αρχειακή έρευνα. Πώς συνέβη αυτή η τόσο δραστική αλλαγή; 
Η αλήθεια είναι ότι η αρχειακή έρευνα είναι ένα μικρόβιο που όταν σε προσβάλει, δύσκολα σε αφήνει. Την δικηγορία την αγαπώ επειδή είναι συνυφασμένη με την ιστορία της οικογένειάς μου και με τον τόπο μου, τη Ρόδο. Είμαι δικηγόρος από το 1998. 
Από την άλλη, είχα ήδη δοκιμάσει τον εαυτό μου στον τομέα των διεθνών σχέσεων αρκετά χρόνια πριν, το 2007, όταν τελείωσα το Μεταπτυχιακό μου με αντικείμενο τις Διεθνείς Σχέσεις στη Μεσόγειο στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Η διπλωματική μου εργασία είχε ως αντικείμενο τον εκδημοκρατισμό των αραβικών κρατών που ήταν πολύ ψηλά στην ατζέντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα ύστερα από το τρομοκρατικό κτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. 
Στην προσπάθειά μου να συγκεντρώσω το υλικό μου, κατέληξα στο ίδρυμα Moshe Dayan του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, επειδή διέθετε εξαιρετική βιβλιοθήκη και άμεση πρόσβαση σε διεθνή περιοδικά. Σε αυτή την έρευνα μου με βοήθησε σημαντικά το γεγονός, ότι μιλάω την εβραϊκή γλώσσα πολύ καλά. 
-Πώς αποκτήσατε πρόσβαση στην υπηρεσιακή αλληλογραφία του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών της δεκαετίας του 1950, που αποκαλύπτουν πολλά για το γεωστρατηγικό ρόλο του μαρτυρικού Νησιού 
Ήταν πολύ πιο εύκολο απ’ όσο φαντάζονται πολλοί. Έστειλα ένα email στο Κρατικό Αρχείο του Ισραήλ, στο οποίο τους ενημέρωνα για το θέμα της διδακτορικής μου έρευνας, για το πανεπιστήμιο που υπαγόμουν και τα ονόματα της τριμελούς επιτροπής που με επέβλεπε. Σε λιγότερο από μια εβδομάδα έλαβα απάντηση, στην οποία με ενημέρωναν ποιες ημέρες και ώρες θα μπορούσα να βλέπω τους αρχειακούς φακέλους που σχετίζονται με το θέμα μου. Η συνέχεια ήταν εξίσου απλή: Όταν έφτασα στην Ιερουσαλήμ, πήγα στα γραφεία του Κρατικού Αρχείου και άρχισα να παραγγέλνω τους αρχειακούς φακέλους που με ενδιέφεραν. Στο μεγαλύτερο μέρος της, η υπηρεσιακή αλληλογραφία του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών που αφορούσε την Κύπρο της δεκαετίας του 1950 ήταν ακόμα απόρρητη. Το αίτημά μου να αποχαρακτηρισθούν όλοι οι φάκελοι της περιόδου εκείνης, έγινε αποδεκτό. Ενόσω οι φάκελοι αποχαρακτηρίζονταν σταδιακά, εγώ παράλληλα φωτογράφιζα τα έγγραφα που περιέχονταν στους φακέλους που μου παραδίδονταν για εξέταση. Έτσι, κάθε πρωί φωτογράφιζα έγγραφο-έγγραφο, το ένα μετά το άλλο, και κάθε βράδυ, κάθε έγγραφο που είχα φωτογραφήσει το πρωί, το μετέφραζα από τα εβραϊκά στα ελληνικά. Αυτό συνέβαινε κάθε μέρα επί δύο χρόνια.
Είχα την τύχη να είμαι ο πρώτος που εξέταζα αυτούς τους φακέλους και μέσα από αυτούς έμαθα πράγματα που δεν ήξερα ούτε εγώ, αλλά ούτε και οι Ισραηλινοί ερευνητές. Αυτό έκανε την ερευνητική μου διαδικασία ακόμα πιο ευχάριστη, και με έσπρωχνε να την ολοκληρώσω όσο γινόταν πιο γρήγορα. Ήταν μία περίοδος της ζωής μου που νοσταλγώ πραγματικά. Το ίδιο έκανα και με το υλικό του Αρχείου του Ισραηλινού Στρατού – αν και εκεί η πρόσβαση ήταν πιο περιορισμένη.
Όπως και να το κάνουμε, το Ισραήλ βρίσκεται σε μία μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση. Από αυτήν την άποψη, θεωρώ κατανοητή την τάση του Αρχείου του Στρατού να είναι φειδωλό στην ιστορική έρευνα. Αν συγκρίνουμε όμως το τι ισχύει σε άλλες χώρες – π.χ. της Μέσης Ανατολής ή της Ευρώπης -, νομίζω πως η προσβασιμότητα στα ισραηλινά κρατικά αρχεία βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο. Πρόσφατα, έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ψηφιοποίησης του υλικού του Κρατικού Αρχείου του Ισραήλ και ο τρόπος έρευνας έχει αλλάξει σημαντικά. 
  • Το «Γειτονικό Νησί» όμως περιέχει υλικό και από άλλα αρχεία, που δεν προέρχονται μόνο από το Ισραήλ. 
Σωστά. Ο κύριος κορμός του αρχειακού υλικού προέρχεται από το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών. Όμως, σκοπός του βιβλίου μου δεν είναι να αποτελέσει έναν μονόπλευρο «ισραηλινό μονόλογο». Οι αρχειακές πηγές, για να αναδείξουν όλη τους την αξία, πρωτίστως θα πρέπει να έρθουν σε συσχετισμό και αντιπαράθεση με άλλες ιστορικές πηγές, πρωτογενείς και μη. Οι αναγνώσεις της μίας αλήθειας είναι πολλές και αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει.
Έτσι, όταν πλέον είχα ολοκληρώσει τη συλλογή και τη μετάφραση του ισραηλινού υλικού και είχα ήδη τελειώσει ένα σημαντικό τμήμα της διατριβής μου, συνέχισα την έρευνά μου στην Κύπρο. Εκεί συνέλεξα υλικό από την εξαιρετική βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου και από το ψηφιοποιημένο Αρχείο Κυπριακών Εφημερίδων του Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Λευκωσία.
Όταν είδα ότι έπρεπε να καλύψω κάποια κενά στην εξιστόρηση των γεγονότων της δεκαετίας του 1950, διαπίστωσα ότι το υλικό μου βρισκόταν στην κατεχόμενη Κύπρο. Έφθασα στην κατεχόμενη Κερύνεια, στο αρχείο που τηρεί το τουρκικό κατοχικό καθεστώς, και ζήτησα να αποκτήσω πρόσβαση. Αν και αρχικά πίστευα ότι λόγω της υπηκοότητάς μου δεν θα μου επέτρεπαν να δω το αρχειακό τους υλικό, τελικά - και προς μεγάλη μου έκπληξη – δεν αντιμετώπισα προσκόμματα. Ίσως αυτό να οφειλόταν στο ότι οι διακοινοτικές συνομιλίες βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη και το κατοχικό καθεστώς ήθελε να δείξει καλή θέληση σε έναν ερευνητή που ερχόταν από την Ελλάδα. Ίσως πάλι, το αρχείο των Κατεχομένων να ήθελε να γίνει γνωστό και εκτός Κύπρου. Τα ακριβή κίνητρα μάλλον δεν θα τα μάθω ποτέ, δεν έχει σημασία. Πάντως, το γεγονός είναι πως είμαι ο πρώτος Έλληνας ερευνητής που απέκτησε πρόσβαση στο αρχείο του κατοχικού καθεστώτος και το υλικό που συνέλεξα από εκεί περιλαμβάνεται στο «Γειτονικό Νησί». Στάθηκα τυχερός. 
  • Ποιά ήταν η κρατούσα άποψη του επίσημου Ισραήλ, ως προς το αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα; 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το Ισραήλ ήταν μία χώρα αδύναμη. Η ισραηλινή επικράτεια δεν οριζόταν από σύνορα διεθνώς αναγνωρισμένα, αλλά από την γραμμή κατάπαυσης του πυρός, που είχε συμφωνηθεί στη Ρόδο το 1949. Με άλλα λόγια, αυτό σήμαινε, ότι η νίκη των Ισραηλινών στον Πόλεμο του ’48 θα μπορούσε πάρα πολύ εύκολα να μετατραπεί σε μία καταστροφική ήττα ανά πάσα στιγμή. 
Μην ξεχνάμε ότι η νίκη του Ισραήλ στον Πόλεμο του 1948 ουσιαστικά οφειλόταν στον στρατιωτικό οπλισμό που είχε σταλεί από το λεγόμενο Ανατολικό Μπλοκ, από την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, με τις ευλογίες της Σοβιετικής Ένωσης. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπ’ όψιν ότι, εκτός από τις αραβικές χώρες, ο αντίπαλος των εβραϊκών ένοπλων οργανώσεων στην Παλαιστίνη ήταν η αποικιοκρατική Βρετανία. Ο μέσος Έλληνας αριστερός αναγνώστης θα καταλάβει πολύ καλά τι εννοώ, και θα εκπλαγεί εάν μελετήσει όσα λέγονταν από κομματικούς αξιωματούχους και υπουργούς της τότε ισραηλινής κυβέρνησης.
Από την άλλη πλευρά όμως, η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Μπεν-Γκουριόν αποφάσισε να αγνοήσει τα αντιαποικιακά αισθήματα της κοινής γνώμης και να αποτιμήσει το αίτημα της Ένωσης με ψυχρή λογική: Εάν η Κύπρος θα αποτελούσε τμήμα της φιλοαραβικής Ελλάδας, το Ισραήλ θα βρισκόταν ουσιαστικά περικυκλωμένο από εχθρικές χώρες, η Βρετανία θα αποχωρούσε από την Ανατολική Μεσόγειο και ο σημαντικότερος αντίπαλός του – η νασερική Αίγυπτος – αργά ή γρήγορα θα περνούσε στην αντεπίθεση. Επιπλέον, το Ισραήλ δεν είχε κανέναν λόγο να δυσαρεστήσει την Τουρκία, την μοναδική μουσουλμανική χώρα με την οποία διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις στην περιοχή.
  • Αυτό μήπως σημαίνει ότι το Ισραήλ έλαβε ενεργό θέση κατά του κινήματος της Ένωσης; 
Όχι. Το Ισραήλ δεν αναμίχθηκε ούτε ήθελε να αναμιχθεί ενεργά στην κυπριακή διένεξη, ούτε πριν και ούτε κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ κατά την περίοδο 1955-1959. Απευχόταν βεβαίως να καταστεί η Κύπρος επαρχία της φιλοαραβικής Ελλάδας, αλλά πέραν αυτού το Ισραήλ δεν ενεπλάκη ενεργά στα τεκταινόμενα. Εννοείται πως, όσο περνούσε ο καιρός, η ισραηλινή πλευρά ήθελε να διαπιστώσει εάν ο Γρίβας ενισχυόταν στρατιωτικά από την Αίγυπτο του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε. Εάν όμως ο Νάσερ θα προέβαινε σε μια τέτοια κίνηση, τότε η κατάσταση θα ήταν τελείως διαφορετική. Οι Ισραηλινοί καθησυχάστηκαν μόνο όταν με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου καθορίσθηκε πως οι Βρετανοί θα διατηρούσαν στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο. 
  • Πόσο επηρέασε τη διεθνή κοινότητα η στάση του Ισραήλ σχετικά με το Κυπριακό από τότε που ιδρύθηκε το 1948 και μέχρι την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960; 
Όπως είπα προηγουμένως, το Ισραήλ προσπάθησε επίμονα να μην εκφράσει μία καθαρή στάση ως προς την κυπριακή διένεξη. Δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την φιλική Τουρκία, δεν ήθελε να απομακρυνθεί από την προστάτιδα Βρετανία και δεν ήθελε να απομακρύνει ακόμα περισσότερο το ενδεχόμενο εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα. Σε εσωτερικό επίπεδο, η κυβέρνηση Μπεν-Γκουριόν δεν ήθελε να ‘ξαφνιάσει ιδεολογικά’ τον μέσο Ισραηλινό ψηφοφόρο που διακατεχόταν από ισχυρά αντιαποικιακά, αντιβρετανικά αισθήματα. Οι μνήμες του ένοπλου αγώνα των Εβραίων κατά των Βρετανών στην Παλαιστίνη ήταν ακόμα νωπές, όπως και ο εγκλεισμός των Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος στα στρατόπεδα των Βρετανών στην Αμμόχωστο, από το 1946 έως το 1949.
Παρ’όλα αυτά όμως, τον Δεκέμβριο του 1958, παραμονές της ψηφοφορίας για το Κυπριακό στην 13η Σύνοδο του ΟΗΕ, η Τουρκία ζήτησε την συνδρομή της ισραηλινής διπλωματίας, ούτως ώστε το μπλοκ των χωρών της Λατινικής Αμερικής να μην υπερψηφίσει τις ελληνικές θέσεις. Το Ισραήλ, όπως και η Ελλάδα τότε, είχαν σημαντική διπλωματική παρουσία στην Λατινική Αμερική. Οι ελληνικές θέσεις για το Κυπριακό κέρδιζαν πάντοτε τη στήριξη των Λατινοαμερικανών. Αντιθέτως, σε εκείνη τη γωνιά του κόσμου, η διπλωματική παρουσία της Τουρκίας ήταν παντελώς ανύπαρκτη.
Η ισραηλινή διπλωματία, γνωρίζοντας ότι προσφέροντας παρασκηνιακή βοήθεια στην Τουρκία, θα ικανοποιούσε συγχρόνως την Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κινήθηκε γρήγορα και αποτελεσματικά. Έτσι, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής είτε καταψήφισαν τις ελληνικές θέσεις, είτε απείχαν από τις ψηφοφορίες για το Κυπριακό, απογοητεύοντας την Ελλάδα σε εκείνη την σημαντική 13η σύνοδο. Τα γεγονότα που επακολούθησαν, οδήγησαν στις τριμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Βρετανίας και τελικά, στην υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, που καθιστούσαν την Κύπρο ανεξάρτητο κράτος.
Η ισραηλινή παρασκηνιακή παρέμβαση, που εξυπηρέτησε διπλωματικά την Τουρκία και την Βρετανία, δυσαρέστησε την ελληνική πλευρά και τον Μακάριο, δημιουργώντας μια σημαντική σκιά στις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις που κράτησε για δεκαετίες – παρότι, ως γνωστόν, η ιδέα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου είχε ήδη ωριμάσει. 
Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι οι Ισραηλινοί, εάν ήθελαν, είχαν τα περιθώρια να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους ως προς το Κυπριακό έως το τέλος. Όλα αυτά τα γεγονότα εξιστορούνται με λεπτομέρειες στο «Γειτονικό Νησί» με σκοπό να δοθεί ένα τέλος σε πλείστες θεωρίες συνωμοσίας που ακούγονταν επί χρόνια, σχετικά με τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. 
  • Μπορείτε να περιγράψετε το γεωπολιτικό ενδιαφέρον του Ισραήλ για την Κύπρο, από την σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 μέχρι σήμερα; 
Εξετάζοντας τις ισραηλινές διπλωματικές αναφορές της δεκαετίας του 1950, αλλά και όσες επακολούθησαν μετά τη σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας αφ’ενός, και αφ’ετέρου τον τρόπο με τον οποίον καλύπτεται η κυπριακή διένεξη από τα ισραηλινά ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη σημασία της Κύπρου, ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα. Ακόμα και σημειολογικά να το δει κανείς, δεν είναι τυχαίο ότι η Κύπρος αποκαλείται στην ισραηλινή δημοσιογραφική γλώσσα – ακόμα και σήμερα – ως «Γειτονικό Νησί» και όχι ως «Γειτονικό Κράτος».
Όσο διατηρείτο ο άξονας Ισραήλ-Τουρκίας, η Κύπρος αντιμετωπιζόταν από τους Ισραηλινούς ως ένα bufferzone, στο οποίο συναντιούνταν ποικίλες περιφερειακές δυναμικές. Το επεισόδιο του MaviMarmara στις αρχές Ιουνίου του 2010 ουσιαστικά αποδόμησε τη συμμαχία του Ισραήλ με την Τουρκία, και συγχρόνως, η Κυπριακή Δημοκρατία αναβαθμίσθηκε στη συνείδηση της ισραηλινής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Αυτή η αλλαγή δεν έγινε αμέσως. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη σύσταση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας τον Αύγουστο του 1960 μέχρι και τον Απρίλιο του 2013, είχαν δημοσιευθεί από τις ισραηλινές δεξαμενές σκέψεις, μόνο δύο άρθρα που αφορούσαν τις σχέσεις Κύπρου-Ισραήλ - ένα εκ των οποίων ήταν δικό μου. Σήμερα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Πλείστες αναλύσεις έχουν δημοσιευθεί για την περιφερειακή συνεργασία των δύο χωρών. Αυτές όμως, επικεντρώνονται στον τομέα της ενέργειας – γεγονός για το οποίο τηρώ κάποιες επιφυλάξεις. 
  • Τι εννοείτε; 
Οπωσδήποτε ο ενεργειακός πλούτος της περιοχής έχει ανοίξει πολλά νέα κεφάλαια στις διμερείς σχέσεις Ισραήλ και Κύπρου, και είμαι σίγουρος ότι πρόκειται να ανοίξει πολλά περισσότερα. Ωστόσο, εγώ πιστεύω ότι η κύρια αιτία που φέρνει το Ισραήλ και την Κύπρο πιο κοντά δεν είναι το φυσικό αέριο καθαυτό.
Η Κύπρος και το Ισραήλ έχουν πάρα πολλά κοινά : Εμπεδωμένους δημοκρατικούς θεσμούς, παρόμοιες κοινωνικές νόρμες, πολυκομματισμό και ελευθερία έκφρασης, ευέλικτους κρατικούς μηχανισμούς, κοινοβουλευτισμό και άμεση δημόσια διαβούλευση. Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα που ανέκαθεν απασχολεί και τις δύο χώρες συνοψίζεται σε μία λέξη: «Κυριαρχία». Το φυσικό αέριο αποτελεί την αφορμή της διμερούς συνεργασίας. 
  • Γιατί το βιβλίο σου έχει ενδιαφέρον για το λεγόμενο Κυπριακό σήμερα; 
Για μας τους Έλληνες, το Κυπριακό θα έχει πάντοτε μεγάλη σημασία. Είναι μια ανοιχτή πληγή για μας εδώ και γενιές. Κάθε βιβλιο για το Κυπριακό πάντα θα έχει ενδιαφέρον.
Θέλω να πιστεύω ότι το «Γειτονικό Νησί» έχει κάτι καινούργιο να πει στον Έλληνα και Κύπριο αναγνώστη, μελετητή, δημοσιογράφο και διπλωμάτη. Η πρωτοτυπία του συνίσταται στο ότι αυτοί που διηγούνται αυτά που συνέβησαν στο νησί ήταν οι διπλωμάτες μίας χώρας πολύ κοντινής, που όμως τότε ήταν πολύ μακριά μας. Δεν ασχολήθηκα σχεδόν καθόλου με τα βρετανικά και τα αμερικανικά αρχεία, που έχουν εξετασθεί κατά τρόπο αναλυτικό στο παρελθόν από εξαιρετικούς μελετητές. Αποφάσισα να εξετάσω μία άγνωστη αφήγηση του Κυπριακού προβλήματος. Θεωρώ πως έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα και ελπίζω αυτό να το διαπιστώσουν, όσοι διαβάσουν το βιβλίο. 
  • Πιστεύετε ότι το Ισραήλ μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στη λύση του Κυπριακού ως περιφερειακός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο; 
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να συμφωνήσουμε για τι είδους ‘λύση’ μιλάμε. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Όσο για το Ισραήλ – πάντοτε θα ενδιαφέρεται να υπάρχει σταθερότητα στην Κύπρο, είτε το εθνικό πρόβλημα λυθεί, είτε όχι. Επίσης, έχω την αίσθηση ότι το Ισραήλ θα ενδιαφέρεται να εξετάσει ποιο μοντέλο διακυβέρνησης θα εφαρμοσθεί σε μία επανενωμένη Κύπρο, μιας και το Κυπριακό έχει αρκετά κοινά σημεία με το Παλαιστινιακό. Η δομή της μελλοντικής εσωτερικής διακυβέρνησης στο νησί θα εξετασθεί με μεγάλη προσοχή από την ισραηλινή πλευρά – και ειδικότερα, από τις ισραηλινές πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη λύση του ενιαίου κράτους και όχι τη λύση των δύο κρατών. 
  • Γνωρίζετε άπταιστα εβραϊκά. Πώς προέκυψε αυτό; 
Πρόκειται περί σύμπτωσης, και κυριολεκτώ. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Ρόδο. Το καλοκαίρι, η τηλεόραση του σπιτιού μας ‘έπιανε’ ισραηλινή τηλεόραση. Γρήγορα αναπτύχθηκε η αγάπη μου για τη γλώσσα και σε ηλικία 8 χρονών ζήτησα από τη μητέρα μου να μου κάνει δώρο μία μέθοδο Linguaphone για να τη μάθω. Μου έκανε το χατίρι, και ύστερα από επτά μήνες ‘αυτοδιδασκαλίας’ κάναμε μία θρησκευτική εκδρομή με την μητέρα μου και τον παππού μου στο Ισραήλ. Εκεί διαπίστωσα ότι μπορούσα να επικοινωνώ άνετα με τους ντόπιους. 
Όταν σπούδαζα στην Νομική Αθηνών, έκανα ιδιαίτερα μαθήματα εβραϊκών και κάποια χρόνια αργότερα πήρα την επάρκεια από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Επισκεπτόμουν συχνά τη χώρα, έκανα φιλίες, απέκτησα αναμνήσεις και κάπως έτσι εξελίχθηκε η σχέση μου με τη γλώσσα και με τη χώρα. 
  • Έλληνες, Εβραίοι και Άραβες. Πόσο μοιάζουμε τελικά; 
Ας αρχίσουμε με το συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε μεταξύ μας ανεξάρτητα σε ποιόν Θεό πιστεύουμε. Εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω στη Ρόδο, ένα μέρος που οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες ζουν αρμονικά. Δεν μεγάλωσα με στεγανά. 
Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εγώ την Μέση Ανατολή την είχα μέσα στο σπίτι μου και θα σας εξηγήσω πώς. Ο παππούς μου, Γαβριήλ Χαρίτος, υπήρξε ο πρώτος εκλεγμένος Έλληνας δήμαρχος της Ρόδου. Εξελέγη τον Αύγουστο του 1946, κατά την μεταβατική περίοδο προτού τα Δωδεκάνησα αποτελέσουν επίσημα τμήμα του ελληνικού κράτους, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με παρότρυνση του παππού μου, το Δημοτικό Συμβούλιο της Ρόδου, μόλις στην δεύτερη συνεδρίασή του, στις αρχές Οκτωβρίου του 1946, αποφάσισε να τιμηθεί η μνήμη των Ροδιτών Εβραίων που έπεσαν θύματα της θηριωδίας του Ολοκαυτώματος. 
Πέραν αυτού, το πρώτο εξάμηνο του 1949 και κατά τη διάρκεια της δημαρχιακής θητείας του παππού μου, πραγματοποιήθηκαν στη Ρόδο οι διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Ιορδανίας. Μεγάλωσα με τις διηγήσεις του παππού μου από την περίοδο εκείνη και μου είχαν εντυπωθεί ως παιδί. Λίγο πριν δώσω το τελικό κείμενο του «Γειτονικού Νησιού» στον εκδοτικό οίκο, εντελώς τυχαία βρήκα στο σπίτι μας ευχαριστήριες επιστολές προς τον παππού μου, από τον διαπραγματευτή του ΟΗΕ, Ραλφ Τζονσον Μπαντς – ο οποίος μετέπειτα βραβεύθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης για τον ρόλο του στις διαπραγματεύσεις της Ρόδου - , και από τον επικεφαλής της ισραηλινής διαπραγματευτικής ομάδας, Ουώλτερ Εϋτάν. Πρόλαβα και τις συμπεριέλαβα στις υποσημειώσεις του βιβλίου. Ήταν μια πολύ συγκινητική σύμπτωση.
Με αυτές τις μικρές αφορμές, γνώρισα από παιδί έναν άλλον πολιτισμό, τον εβραϊκό, και έμαθα να τον σέβομαι και να τον κατανοώ. 
Συγχρόνως, η γιαγιά μου, Άννα Χαρίτου, ήταν Αιγυπτιώτισα, Ελληνίδα γεννημένη και μεγαλωμένη στο Κάιρο. Το χόμπυ της ήταν να ζωγραφίζει και οι περισσότεροι πίνακές της είχαν τοπία από την Αίγυπτο, όπως εκείνη την θυμόταν. Από εκείνην έμαθα να τρώω μολοχία και να ακούω τα τραγούδια της Ουμ Κουλθούμ. Μου διηγείτο τις σκανταλιές της στο σχολείο σαν να ήταν μικρά παραμυθάκια. Από εκείνην έμαθα τον αραβικό πολιτισμό. Έναν πολιτισμό που δεν με φόβιζε. Έμαθα και κάποιες βρισιές στα αραβικά και ξεκαρδιζόταν στα γέλια επειδή είχα καλή προφορά.. 
Κι έτσι, χωρίς να το προγραμματίσω, μεγάλωσα με τη Μέση Ανατολή να είναι απολύτως εναρμονισμένη με την παιδική μου καθημερινότητα - κι ας ζούσα στην Ελλάδα. Ακούγεται εξωφρενικό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. 
  • Υπάρχει αντισημιτισμός στην Ελλάδα; 
Υπάρχει αντισημιτισμός παντού. Και στην Ελλάδα. Νομίζω όμως ότι οι προκαταλήψεις στην Ελλάδα, είτε κατά των Εβραίων, είτε και κατά των Αράβων, προέρχονται κυρίως από την έλλειψη πολύπλευρης παιδείας. Η παιδεία είναι το μοναδικό αντίδοτο για αυτά τα φαινόμενα. Αυτό πιστεύω. 
  • Έχετε υποστεί επιθέσεις επειδή επικεντρώνετε την αρθρογραφία σας ή τον δημόσιο λόγο σας στις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ; 
Ποτέ. Οι αναλύσεις μου είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο και καθένας μπορεί να τις διαβάσει και να τις κρίνει. Η κριτική είναι πάντα ευπρόσδεκτη και ο διάλογος έχει νόημα μόνο όταν γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους, που δεν συμφωνούν. 
  • Τι θά’θελες να αφήσει το «Γειτονικό Νησί» στην βιβλιογραφία του Κυπριακού; 
Θα ήθελα να αποτελέσει έναυσμα για άλλους νέους ερευνητές, εντός και εκτός Ελλάδος και Κύπρου, προκειμένου να αναδείξουν άγνωστες μέχρι τώρα ιστορικές πηγές που θα διαφωτίζουν την μεσανατολική πτυχή του Κυπριακού προβλήματος. Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό, χρήσιμο και χρηστικό από κάθε άποψη να αναδειχθεί η συγκεκριμένη πτυχή, ειδικά τώρα που διαμορφώνονται νέες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Ζούμε μία μοναδική στιγμή στην Ιστορία της περιοχής μας.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το «Γειτονικό Νησί», θεωρώ ότι τα κενά που υπάρχουν στην ιστορική μου αφήγηση συνίστανται στην έλλειψη αρχειακών πηγών από την Αίγυπτο και τον Λίβανο. Θα χαρώ πάρα πολύ εάν θα ενδιαφερθεί να εξετάσει τις αιγυπτιακές και τις λιβανικές αρχειακές πηγές ένας ερευνητής από την Ελλάδα ή την Κύπρο, με καλή γνώση της αραβικής γλώσσας και με πολύ μεράκι για το Κυπριακό και για το Παλαιστινιακό πρόβλημα, προκειμένου να καλύψει τα κενά που ανακύπτουν σε μερικά σημεία της δικής μου έρευνας. Θα χαρώ πάρα πολύ να συνδράμω σε μια τέτοια προσπάθεια με όποιον τρόπο μπορώ. 
  • Τώρα βρίσκεστε πάλι στο Ισραήλ. Τι μελετάτε αυτήν την περίοδο; 
Είμαι μεταδιδακτορικός ερευνητής του Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν, το οποίο υπάγεται στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν. Το αντικείμενό μου επικεντρώνεται στη μελέτη της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής ως προς τον περιφερειακό ελληνικό/κυπριακό παράγοντα. 
  • Πώς κρίνετε την πολιτική της τωρινής κυβέρνησης του Ισραήλ σχετικά με το Μεσανατολικό; 
Το Ισραήλ από τότε που υπάρχει έχει ποικίλα ανοικτά μέτωπα και το Μεσανατολικό εμπεριέχει ποικίλα προβλήματα, είτε αυτά καλύπτονται από την ειδησεογραφία είτε όχι. Όταν όλες οι αντιμαχόμενες παρατάξεις βρίσκονται συνεχώς με το χέρι στη σκανδάλη, τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει. Η διπλωματία πρέπει να νικήσει. Αυτό θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Για την ώρα, το αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο δεν έχει ανακοινωθεί και η ισραηλινή κυβέρνηση, όπως και οι υπόλοιποι παίκτες της περιοχής, τηρούν στάση αναμονής, εμμένοντας στις θέσεις τους. Καλό θα ήταν να περιμένουμε να μάθουμε τι ακριβώς επιδιώκει η αμερικανική διπλωματία, μιας και αυτή είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. 
  • Πιστεύετε ότι κάποια μέρα θα λυθεί ο γόρδιος δεσμός του Παλαιστινιακού; 
Σε ό,τι αφορά το Παλαιστινιακό, η απαισιοδοξία είναι συνώνυμη του ρεαλισμού. Δυστυχώς.

Εκδόσεις Παπαζήση 
 
 https://www.huffingtonpost.gr