Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Εκτέλεση Κατσίφα – Οι συνοδοιπόροι του Ράμα στην Ελλάδα


Εκτέλεση Κατσίφα - Οι συνοδοιπόροι του Ράμα στην Ελλάδα, Αχιλλέας Σύρμος

Γράφει ο Αχιλλέας Σύρμος * – 

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είναι νεκρός, «νεκρός για πάντα» όπως θα έγραφε ο Λόρκα, εξαιτίας ενός περιστατικού η αρχική αιτία του οποίου υπήρξε η προσβολή της εθνικής του συνείδησης από την αλβανική αστυνομία ανήμερα της εθνικής εορτής των Ελλήνων. Παρά τον, πράγματι, αυθόρμητο και αλόγιστο τρόπο που αντέδρασε και παρά την οριστική διαλεύκανση της υπόθεσης, αν ποτέ επιτευχθεί, θα είναι αδιανόητο να αμφισβητηθεί ότι στο επίκεντρο των κινήτρων αυτού του νέου ανθρώπου υπήρξε ένας μάταιος, μύχιος, ανεξήγητος, αγώνας αποκατάστασης της εθνικής του αξιοπρέπειας.
Θα προσπαθήσω εδώ να εστιάσω αποκλειστικά στις αντιφατικές δηλώσεις της αλβανικής αστυνομίας τις οποίες, αν και σκανδαλωδώς πρόχειρες αλλά τελεσίδικου χαρακτήρα, έσπευσε από την πρώτη στιγμή να υιοθετήσει με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η υπουργός Πολιτισμού κ. Μυρσίνη Ζορμπά, επίσημη εκπρόσωπος της ελληνικής Πολιτείας στην εορταστική εκδήλωση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία. Εκπρόσωπος, δηλαδή, μιας εθνικής μειονότητας, τη γνώμη των επίσημων φορέων της οποίας σχετικά με το τραγικό γεγονός αγνόησε.
Η αλβανική αστυνομία Αργυροκάστρου, σύμφωνα με την πρώτη επίσημη ανακοίνωσή της, ορίζει ως σημείο εκκίνησης του συμβάντος την οπλοφορία του Κατσίφα χωρίς να αναφέρεται στην πρόκληση που φέρεται να δέχτηκε από συγκεκριμένο αστυνομικό, τον οποίο οι συγχωριανοί του κατονομάζουν, λίγο νωρίτερα από τις 10:00 π.μ. Ούτε κάνει γνωστό, επίσης, ότι πριν από δύο χρόνια αστυνομικοί είχαν διαπληκτιστεί μαζί του με αφορμή ξανά το σημαιοστολισμό.
Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η αστυνομία χαρακτηρίζει την οπλοφορία του πολίτη Κατσίφα εξαιρετικά «ασυνήθιστη κατάσταση». Πρόκειται για απίστευτο χαρακτηρισμό, ωσάν δηλαδή οι αστυνομικοί του Τμήματος Αργυροκάστρου να είχαν εκπαιδευτεί για απλά περιστατικά κλεφτοκοτάδων. Λες και η οπλοφορία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από το σώμα των δεκάδων αστυνομικών που παρευρίσκονταν λόγω της εορτής στους Βουλιαράτες και εξαιτίας του «ασυνήθιστου» της υπόθεσης ζήτησαν ενισχύσεις από τις επίλεκτες δυνάμεις RENEA και τη συνδρομή στρατιωτικού ελικοπτέρου.

Ο όρος εξτρεμιστής

Σε αυτό το σημείο οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούσαν ήδη δεδομένο ότι «θα τον φάνε». Οι Αλβανοί κομάντος σκότωσαν τελικά τον Κωνσταντίνο Κατσίφα κατά τις 16:00 μ.μ. και οι συνθήκες του θανάτου του είναι ακριβώς το επίμαχο ζητούμενο: Αν συνελήφθη, όπως αρχικά αναμετέδωσαν όλες οι αλβανικές ιστοσελίδες αλλά ύστερα διέγραψαν τις συγκεκριμένες αναδημοσιεύσεις (βλ. Himara.gr). Αν σκοτώθηκε στη συνέχεια, αν σκοτώθηκε από την αρχή και έπειτα υπήρξε προσποιητή συμπλοκή, όπως πιθανολογείται, αν του έριξαν τη χαριστική βολή ή αν υπήρξε πράγματι ένοπλη συμπλοκή, πράγμα που σημαίνει ότι ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είχε αποφασίσει να πεθάνει.
Την αρχική αυτή δήλωση της αστυνομίας ακολούθησε μία ανάλογου πνεύματος δήλωση του αλβανικού υπουργείου Ευρώπης και Εξωτερικών και όχι του Υπουργείου Εσωτερικών το οποίο εκείνη την ημέρα ήταν ακέφαλο εξαιτίας της παραίτησης του Υπουργού Fatmir Xhafaj. Άρα ποιος ανώτατος αξιωματούχος είχε την επίβλεψη μιας τόσο «ασυνήθιστης» για την τοπική αστυνομία υπόθεσης;
Η δήλωση του υπουργείου Εξωτερικών, συν τοις άλλοις, συμπληρώνει ότι το συμβάν κατά το οποίο έχασε τη ζωή του ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είναι «απολύτως ασύνδετο» με την εορταστική εκδήλωση που λάμβανε χώρα την ίδια στιγμή στο ίδιο χωριό. Ασύνδετο δηλαδή με μια εκδήλωση, της οποίας τα έξοδα σημαιοστολισμού -σύμφωνα με τις δηλώσεις του αντιδημάρχου Δρόπολης κ. Μιχάλη Μάνου- αναλάμβανε να πληρώσει κατά το μεγαλύτερο μέρος προσωπικά ο Κατσίφας, εξαιτίας της οικονομικής ένδειας της κοινότητας.
Στην ίδια ανακοίνωση χρησιμοποιείται επίσημα, για πρώτη φορά ο όρος «εξτρεμιστής», ένας όρος που θα χρησιμοποιηθεί λίγο αργότερα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Έντι Ράμα στο ακόλουθο ανομολόγητα ειρωνικό τιτίβισμα: «Αγαπητοί γείτονες! Αντί να χαρακτηρίζετε απαράδεκτη την απώλεια της ζωής ενός φανταζμένου που πυροβόλησε κατά της αστυνομίας μας, η οποία έκανε μόνο τη δουλειά της, ενωθείτε μαζί μας για να ευχαριστήσουμε το Θεό, που δεν χάθηκε καμία αθώα ζωή από την εξτρεμιστική ανοησία». Όπως προσευχόταν δηλαδή ο Ολάντ μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι.

Τερατοποίηση Κατσίφα

Από αυτό το σημείο και έπειτα, ξεκινά από τους δημοσιογράφους, τους ιστορικούς, τους πολιτικούς και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της χώρας μια μαζική και συντονισμένη προσπάθεια να παρουσιαστεί ο νεκρός Βορειοηπειρώτης σαν τέρας και τζιχαντιστής. Ο νεκρός απογυμνώνεται απολύτως από κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό και του αποδίδονται αφειδώς χαρακτηρολογικά γνωρίσματα όπως: τρισάθλιος Έλληνας, κοινός εγκληματίας, αδίστακτος εκτελεστής, διαταραγμένος εξτρεμιστής, χρυσαυγίτης, τρομοκράτης και άλλα που καθιστούν το νεκρό έναν Χάνιμπαλ Λέκτορ που απειλούσε την αλβανική κοινωνία
Στην προσπάθεια αυτή σπεύδει να συνδράμει και η Ελληνική Αστυνομία, η οποία αφήνει να διαρρεύσει πως το θύμα είχε συλληφθεί το 2008 για κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αλήθεια, τι νόημα είχε αυτή η διαρροή; Όπως τελικά προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Κατσίφας απαλλάχθηκε από κάθε κατηγορία για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Τελευταία, προστέθηκε και η βαρύγδουπη δήλωση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Παπαδημούλη, «Μην τον ηρωοποιείτε, ήταν ακραίος». Ήταν σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση με την Κύπρια ευρωβουλευτή κ. Ελένη Θεοχάρους που δήλωσε σε Αλβανούς δημοσιογράφους ότι ο θάνατος ενός Ευρωπαίου πολίτη προφανώς και θα έχει αντίκτυπο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της χώρας.
Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί να έχουν αναγάγει τον Κατσίφα σε έναν υπάνθρωπο, του οποίου ο θάνατος, το νεαρό της ηλικίας, η κόρη που αφήνει πίσω, η απαρηγόρητη μητέρα δεν προκαλούν κανενός είδους συγκίνηση. Αντίθετα, η αλβανική κοινή γνώμη (και ένα μέρος της ελληνικής!) δικαιώνει και δικαιολογεί πλήρως την επιλογή της αστυνομίας να τον σκοτώσει. Να σκοτώσει έναν άνθρωπο που όχι μόνο δεν σκότωσε κανέναν, κάτι το οποίο οπωσδήποτε θα μπορούσε να κάνει αν ήταν στις προθέσεις του, αλλά ούτε προκάλεσε τον παραμικρό τραυματισμό.

Ουδεμία σχέση με τη Χρυσή Αυγή

Σε προσπάθεια αναζήτησης των αιτιών της οπλοφορίας του Κατσίφα και όταν πια έγινε ξεκάθαρο και στην αλβανική πλευρά πως ουδεμία σχέση είχε με τη Χρυσή Αυγή, κορυφαίοι Αλβανοί δημοσιογράφοι δεν έστρεψαν την έρευνά τους στις μαρτυρίες των συγχωριανών, που αναφέρουν αρχική πρόκληση εις βάρος του θύματος εκ μέρους της αλβανικής αστυνομίας. Αντιθέτως, συνέδεσαν τον Κατσίφα με «ελληνικές εξτρεμιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις» που δεν υπάρχουν, όπως η ΜΑΒΗ.
Με αυτόν τον τρόπο άφησαν να εννοηθεί ότι το συμβάν δεν είναι διόλου τυχαίο (άρα είχε δίκιο η τοπική αστυνομία που το θεώρησε «ασυνήθιστη κατάσταση») και ότι ο Κατσίφας ήθελε να προσαρτήσει τη Βόρειο Ήπειρο στην Ελλάδα, γι αυτό και άρχισε να πυροβολεί. Την επόμενη ημέρα, 29 Οκτωβρίου, εκπρόσωποι της RENEA και της αλβανικής αστυνομίας, σε διάφορες δημόσιες τοποθετήσεις τους και σε πλήρη αντίθεση με την αρχική τους δήλωση, επαναχαρακτηρίζουν την αρχικά «ασυνήθιστη» υπόθεση σε «υπόθεση ρουτίνας».
Σε υπόθεση όπου τυγχάνει, δυστυχώς, να σκοτώνονται οι διωκόμενοι «όπως συμβαίνει και με την αμερικανική αστυνομία». Τι είναι, ωστόσο, αυτό που προκαλεί μια τόσο σοβαρή μεταστροφή στο χαρακτηρισμό της οπλοφορίας του Κατσίφα; Γιατί εξαφανίστηκε το «ασυνήθιστο»; Τι είναι αυτό που «αμερικανοποιεί» την αλβανική αστυνομία και γίνεται τόσο αμείλικτη με τους οπλοφορούντες πολίτες της; Γίνεται, όμως, πάντα τόσο αμείλικτη; Όπως θα δείξουμε σε επόμενο άρθρο μας, η απάντηση είναι όχι.

* Ο Αχιλλέας Σύρμος έχει γεννηθεί στη Δερβητσάνη της Βορείου Ηπείρου. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ φιλολογίας.

slpress.gr