Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Η εκπαίδευση του αρχαίου Έλληνα οπλίτη και τα επίλεκτα σώματα


Παντελής Καρύκας
Από την αρχή της εμφάνισής του ο οπλίτης δεν ήταν παρά ένας πολίτης, ο οποίος μετατρεπόταν σε στρατιώτη για τις ανάγκες μιας εκστρατείας, μετά το πέρας της οποίας, ακόμα και εν καιρό πολέμου, επέστρεφε για ένα τουλάχιστον χρονικό διάστημα στο σπίτι του και στις ασχολίες του.
Αργότερα όμως φάνηκε ότι για λόγους κοινωνικούς, αλλά και στρατιωτικούς, οι πόλεις έπρεπε να εκπαιδεύσουν στρατιωτικά τους πολίτες – οπλίτες τους καθιστώντας τους ημιμόνιμους επαγγελματίες στρατιώτες.

Πέραν της πόλεως στρατόπεδο, της Σπάρτης, οι λοιπές πόλεις κράτη της Ελλάδας θέσπισαν ένα σύστημα στρατιωτικής θητείας, σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες υπηρετούσαν για ένα διάστημα στον στρατό της πόλης και κατόπιν εντάσσονταν στην εφεδρεία, έως τα 60 τους χρόνια.
Γνωρίζουμε ότι οι Αθηναίοι υπηρετούσαν δύο χρόνια στον στρατό. Στο διάστημα αυτό αναλάμβαναν τη φρούρηση συνοριακών οχυρών ή συμμετείχαν σε επιχειρήσεις του στόλου ως πεζοναύτες.
Μετά το πέρας της στρατιωτικής τους θητείας, οι έφεδροι φρόντιζαν να διατηρούν εαυτούς σε άριστη φυσική κατάσταση, γυμναζόμενοι στα δημόσια γυμνάσια. Κάθε τόσο βέβαια και η πόλη φρόντιζε να τους καλεί υπό τα όπλα, ώστε να διατηρούν την επαφή τους με τα στρατιωτικά έργα, ακριβώς ότι δεν συμβαίνει σήμερα δηλαδή.
Ο έφηβος οπλίτης άρχιζε την εκπαίδευση του με σύντονες πορείες κατά τις οποίες έφερε το σύνολο του οπλισμού του. με τον τρόπο αυτό αποκτούσε την απαραίτητη αντοχή και σωματική ρώμη. Στη συνέχεια εξασκείτο στη χρήση των όπλων του. Πολλοί, οι πλουσιότεροι συνήθως, εκπαιδεύονταν πριν την κατάταξή τους στον στρατό από επαγγελματίες οπλομάχους.
Έχοντας αποκτήσει σχετική άνεση στη χρήση του οπλισμού του, οι νέοι οπλίτες εκπαιδεύονταν κατά στίχο και κατόπιν κατά λόχο, μαζί με παλαιότερους και εμπειρότερους μαχητές. Οι οπλίτες μάθαιναν να εκτελούν αρχικά τα εξής παραγγέλματα: επί δόρυ κλίναι (κλίνατ’ επί δεξιά), επ’ ασπίδι κλίναι (κλίνατ’ επ΄ αριστερά), επί δόρυ ή επ’ ασπίδι μεταβάλου (σχηματισμός μετώπου επί δεξιά ή επ’ αριστερά), παράστηθι τα όπλα (παραπόδα), αναλάβατε δόρυ ή ασπίδι , καθές τα δόρατα (πρόταξη δοράτων σε χαμηλή λαβή), δόρυ ανασχέσθαι (πρόταξη δοράτων σε υψηλή λαβή), διάστηθι (αραιώσατε), στοίχει (στοιχηθείτε), πρόαγε (βάδην εμπρός) κ.α.
Η μεταβολή εκτελείτο με τρεις τρόπους, το λακωνικό, τον μακεδονικό και τον κρητικό. Βάση του λακωνικού ο τελευταίος ζυγός της φάλαγγας ανέστρεφε μέτωπο και όλοι οι άλλοι έσπευδαν και τάσσονταν μπροστά του, έτσι ώστε ο πρώτος ζυγός της αρχικής παράταξης να βρίσκεται και πάλι πρώτος μετά τη μεταβολή.
Στον μακεδονικό οι άνδρες έστρεφαν ανά ζυγό και σχημάτιζαν μέτωπο προς τα πίσω, με το παλαιό πρώτο ζυγό να ηγείται και πάλι. Στον παρεμφερή κρητικό ο επικεφαλής του στίχου κινείτο προς τα πίσω, παράλληλα με τον ουραγό που κινείτο προς τα εμπρός. Και πάλι ο πρώτος ζυγός πριν τη μεταβολή εμφανιζόταν και πάλι πρώτος επί του νέου μετώπου.
Κατά την πορεία ο οπλίτης κρατούσε το δόρυ επ’ ώμου – στον δεξιό ώμο – και αναρτούσε την ασπίδα στην πλάτη, εκτός και αν βάδιζε πλησίον εχθρικών δυνάμεων, οπότε κρατούσε την ασπίδα κανονικά και ήταν έτοιμος, με το ανάλογο παράγγελμα να μεταπέσει από τον σχηματισμό πορείας σε σχηματισμό μάχης, σε οποιαδήποτε πλευρά και αν εμφανιζόταν η απειλή.
Τυπικό παράδειγμα της ευελιξίας της φάλαγγας και της άριστης εκπαίδευσης των οπλιτών αποτελεί η κάθοδος των Μυρίων, μέσω της Περσικής Αυτοκρατορίας. Κατά τις συνεχείς πορείες και μάχες τους, οι Μύριοι εφάρμοσαν με ακρίβεια πληθώρα ελιγμών, εξουδετερώνοντας με την πειθαρχία τους την συντριπτική υπεροχή του εχθρού, τόσο σε πλήθος, όσο και σε ιππικό και εκηβολιστές πεζούς.
Πάντως σύντομα έγινε αντιληπτό ότι πέραν των εκπαιδευμένων εφέδρων πολιτών κάθε πόλη χρειαζόταν και ένα σώμα μονίμων, επαγγελματιών στρατιωτών, το οποίο όμως θα λειτουργούσε συμπληρωματικά και όχι ανταλλακτικά του στρατού των στρατευσίμων.
Έτσι συγκροτήθηκαν επίλεκτα τμήματα, οι άνδρες των οποίων εξοπλιζόταν, μισθοδοτούνταν και διατρεφόταν με έξοδα της πόλης. Τέτοια τμήματα ήταν οι Αργείοι 1.000 επίλεκτοι, οι Αρκάδες επίλεκτοι (Επάρητοι), οι Φλοιάσιοι επίλεκτοι και οι Ήλειοι ομόλογοί τους και πάνω από όλους οι 300 Θηβαίοι Ιερολοχίτες.
Ο Ιερός Λόχος των Θηβών αποτελείτο από 150 ζεύγη μαχητών, διδασκάλων και μαθητών. Οι άνδρες του γυμνάζονταν καθημερινά στη χρήση των όπλων και κατά συνέπεια είχαν μετατραπεί σε πραγματικές πολεμικές μηχανές.
Ο Ιερός Λόχος διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στις μάχες του Επαμεινώνδα και του Πελοπίδα. Οι άνδρες του έπεσαν μέχρις ενός στη μάχη της Χαιρώνειας, κερδίζοντας τον θαυμασμό και αυτών των νικητών τους. Οι άλλες ελληνικές πόλεις δεν ανέπτυξαν ίδιες επίλεκτες δυνάμεις. Οι πλέον οικονομικά εύρωστες κατέφυγαν στη στρατολόγηση μισθοφόρων από άλλες πόλεις.

slpress.gr