Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Ο Έλληνας θείος μου!!

O γνωστός Αλβανός δημοσιογράφος Mero Baze* γράφει στην ATHENS VOICE ένα αυτοβιογραφικό κομμάτι για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις

Ο Δημήτρης ήταν ο Έλληνας θείος μου. Όταν ήμουν μικρός, ούτε που μου πέρναγε από το μυαλό ότι μπορεί να μην ήταν ο φυσικός αδερφός του πατέρα μου. Συνήθως πήγαινα στο σπίτι τους τον Απρίλιο. Έμενε στον πρώτο όροφο μιας τριώροφης πολυκατοικίας στο Τεπελένι. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς χωρούσα σε αυτό το σπίτι, με τόσα παιδιά που είχε.

Ο Μάνθος, ο μεγαλύτερος γιος του, ήταν ο κηδεμόνας μου. Τελούσα υπό τις εντολές του όταν σερνόμασταν με τα αυτοσχέδια καροτσάκια ρουλεμάν στους δρόμους της πόλης, όταν παίζαμε μπάλα πίσω από την πολυκατοικία ή όταν μπαίναμε κρυφά στο σπίτι, για να φάμε καμιά φέτα ψωμί, πριν από το οικογενειακό γεύμα.
Ο θείος μου ο Δημήτρης ήταν ένας σιωπηλός άντρας που με έκανε χαρούμενο κάθε φορά που τον άκουγα – μιλούσε πάντα αλβανικά, όταν ήμουν μπροστά του. Η μητέρα του, που ως παιδί δεν μπορούσα να την καταλάβω γιατί δεν ήταν η γιαγιά μου, μιλούσε μόνο ελληνικά. Ζούσε στη Δερβιτσάνη (σ.σ. απο τα πιο γνωστά χωριά της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία). Επισκέπτονταν συχνά τον θείο Δημήτρη, πάντα στεναχωρημένη. Ένας από τους γιους της, ο Μιχάλης, ήταν στη φυλακή. Εγώ, αυτόν δεν τον είχα θείο. Κανείς δεν έλεγε γιατί ήταν στη φυλακή. Θα είχε τσακωθεί με κάποιον τροχονόμο, φανταζόμουν. Όπως και να είχε, μόνο ο Δημήτρης ήταν θείος μου. Εκείνος ερχόταν πάντα στο σπίτι μας, όταν αρραβωνιαζόταν καμία αδελφή ή πέθαινε κάποιος από τους συγγενείς μας.
***
Όταν τέλειωσα το λύκειο, πλέον, φοβόμουν ότι λόγω των προβλημάτων που είχε ο πατέρας μου με το καθεστώς δεν θα μπορούσα να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο (σ.σ. μια απο τις τιμωρίες του κομμουνιστικού καθεστώτος ήταν να απαγορεύσει στα παιδιά των «εχθρών» να σπουδάσουν). Η τύχη του Μάνθου έτρεφε τον δικό μου εφιάλτη. Εκείνος είχε τελειώσει με άριστα το λύκειο αλλά δεν του επέτρεψαν να πάει στο πανεπιστήμιο. Ο θείος Δημήτρης δεν ανέφερε ποτέ την αιτία. Ούτε ο Μάνθος. Δεν χρειαζόταν. Όλοι γνωρίζαμε: είχε σχέση με τον άλλο «θείο», τον αδελφό του Δημήτρη. Εκείνος τελικά δεν είχε τσακωθεί με τροχονόμο, όπως νόμιζα ως παιδί. Είχε μπει φυλακή για «αντικαθεστωτική προπαγάνδα». 
Ο πατέρας με διαβεβαίωνε ότι δεν θα αντιμετώπιζα κανένα πρόβλημα για να σπουδάσω. Ο Μάνθος, όμως, που ήταν το πρότυπό μου ως προς τα γράμματα, γιατί δεν είχε πάει στο πανεπιστήμιο; Τελικά, πήγα στο πανεπιστήμιο. Για τον Μάνθο έπρεπε να περάσουν άλλα δύο χρόνια, ως που κάποιος στο Κόμμα θυμήθηκε να τον αφαιρέσει από τον «κατάλογο των ανεπιθυμήτων». Έτσι έγινε φοιτητής, «εξ αποστάσεως», όπως έλεγαν εκείνη την κατηγορία φοιτητών. Δούλευε και ταυτόχρονα σπούδαζε στο Αγροτικό Ινστιτούτο στη πόλη Κάμζα (σ.σ. πόλη στα περίχωρα των Τιράνων).
Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο, ο πατέρας μού εξήγησε επίσης τους λόγους γιατί ο Δημήτρης ήταν θείος μου.
***
Ο πατέρας μου και ο Δημήτρης είχαν βρεθεί ως στρατιώτες στην Κορυτσά, κατά τη διάρκεια των λεγόμενων «ελληνικών προκλήσεων» του 1949 (σ.σ. το καλοκαίρι του 1949 o Ελληνικός Στρατός βομβάρδισε και επιτέθηκε σε στρατιωτικούς στόχους σε αλβανικό έδαφος, που θεωρούσε ως βάσεις ανεφοδιασμού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας). Ήταν μέρος μιας επίλεκτης μονάδας του Αλβανικού Στρατού, που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει τα ελληνικά στρατεύματα, όταν εκείνα πέρασαν τα αλβανικά σύνορα στις αρχές του Αυγούστου του 1949. Μια άλλη παρόμοια μονάδα συνόδευε τα φορτηγά που μετέφεραν όπλα, τα οποία έφθαναν απο τη Σοβιετική Ένωση, από το λιμάνι του Δυρραχίου στους Έλληνες κομμουνιστές στην Κορυτσά. Απο εκεί ο οπλισμός πήγαινε στην Ελλάδα στις δυνάμεις που αγωνίζονταν για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού στη χώρα. Η Αλβανία είχε ουσιαστικά μετατραπεί σε μία γέφυρα για την αποσταθεροποίηση της Ελλάδας.

Μια νύχτα, ο διοικητής της μονάδας κάλεσε τον πατέρα μου και τον Δημήτρη. Στην αρχή κάλεσε μόνο τον πατέρα μου, ως πιο έμπιστο. Επειδή ήταν Αλβανός. Θα τους έστελναν ως κατάσκοπους σε ελληνικό έδαφος. Η αποστολή τους ήταν να μαζέψουν πληροφορίες για τον οπλισμό του Ελληνικού Στρατού.
Ο πατέρας μου μού περιέγραφε με νευρικότητα το σκηνικό. Πριν ξεκινήσουν είχαν αποφασίσει οι δυο τους πως ό,τι και να τους συνέβαινε, θα ήταν πάντα μαζί και πάντα πιστοί ο ένας στον άλλο. Το πρώτο τους «ταξίδι» δεν είχε πάει άσχημα. Είχαν συναντήσει έναν Αλβανό ανθυπολοχαγό που κατέγραφε επί έξι μέρες τις κινήσεις του Ελληνικού Στρατού. Τους ενημέρωσε ότι οι «επαφές μας» στην Ελλάδα είχαν εξουδετερωθεί και επομένως είχαμε χάσει κάθε επικοινωνία. Τους έδωσε αριθμούς σχετικά με τον οπλισμό του Ελληνικού Στρατού. Κοντά στα αλβανικά σύνορα κινούνταν το 9ο Σύνταγμα του 10ου τμήματος των Βασιλικών Δυνάμεων με μισθοφόρους στρατιώτες από την Κρήτη, τους είπε. Η κάθε μονάδα είχε από πέντε κανόνια, 250 μουλάρια, τανκς κ.ά. Ο πατέρας μου και ο Δημήτρης επέστρεψαν πίσω στο αλβανικό έδαφος με αυτές τις πληροφορίες.
Την επόμενη μέρα, πήγαν σε άλλη αποστολή. Νότια των ελληνοαλβανικών συνόρων αυτή τη φορά, κοντά στην αλβανική περιοχή της Ντάρδα. Εδώ τα πράγματα ήταν σκούρα. Επέστρεψαν με άδεια χέρια πίσω, στη στρατιωτική τους βάση. Όταν μπήκαν σε αλβανικό έδαφος ο διοικητής τούς ανακοίνωσε τα μαντάτα. Ο βασιλιάς Γεώργιος είχε απειλήσει να εισβάλει στην Αλβανία για να εξουδετερώσει τους Έλληνες κομμουνιστές. Ο Ενβέρ Χότζα είχε πει στον βασιλιά ότι το Σύνταγμα της Αλβανίας τον υποχρέωνε να προστατέψει όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από πολέμους και δικτατορίες. Ο βασιλιάς Γεώργιος φαίνεται πως απάντησε ότι ήταν απαράδεκτο να προστατεύονται ένοπλοι στρατιώτες. Στη συνέχεια, ο Ενβέρ Χότζα είχε καλέσει τον Ζαχαριάδη και είχε ζητήσει απο τους ενόπλους Έλληνες κομμουνιστές να παραδώσουν τον οπλισμό τους, εάν θέλουν να βρουν καταφύγιο στην Αλβανία. Φαίνεται πως έτσι έγινε. Ο Ένβερ Χότζα, για να σώσει την εξουσία του, πούλησε τους Έλληνες κομμουνιστές.
Σε κάθε περίπτωση, ο πατέρας μου και ο Δημήτρης εξήλθαν ζωντανοί από όλο αυτό.
Απο τότε είπαν ότι είναι αδέλφια για πάντα.
***
Το 1993, βρισκόμουν στην περιοχή της Δρόπολης. Κάποιος Έλληνας ιερέας είχε γίνει το σύμβολο των Ελλήνων εθνικιστών εκεί. Η Αλβανία κατηγορούσε τον Έλληνα ιερέα, Χρυσόστομο Μαϊδώνη, ότι αγωνίζεται για την προσάρτηση του νότου της Αλβανίας στην Ελλάδα.
Ο Σαλί Μπερίσα, μετά απο εισήγηση των Αλβανικών Μυστικών Υπηρεσιών, ζήτησε την απέλαση του ιερέα. Η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας αυξήθηκε κατακόρυφα. Μια σχεδόν εμπόλεμη κατάσταση. Σε ένα συλλαλητήριο στη Δερβιτσάνη, στο κέντρο του χωριού, ένας μεσήλικας άντρας ύψωσε τη ελληνική σημαία και είπε: «Θέλουμε την αυτονομία της Βόρειας Ήπειρου». Η συνάδελφός μου, Βρισηίδα Μέμα, που εργαζόταν για το Γαλλικό Πρακτορείο, ήταν εκεί. Και εγώ ήμουν εκεί, διευθυντής τότε του Αλβανικού Πρακτορείου Ειδήσεων. Η είδηση για το σύνθημα της απόσχισης διαδόθηκε. Εμείς απο την πλευρά μας παρουσιάσαμε το γεγονός ως ένα στημένο σκηνικό των εθνικιστών «βορειοηπειρωτών» και ενός εξτρεμιστή ιερέα. Οι Έλληνες το παρουσίασαν ως η «βούληση του λαού της περιοχής». Οι ξένοι δημοσιογράφοι ως σύγκρουση του Σαλί Μπερίσα με τη μειονότητα. Όλα τα βέλη και τα φώτα στράφηκαν σε εκείνον τον άνδρα που είχε φωνάξει «αυτονομία». Ονομαζόταν Μιχάλης Μάσιος. Εγώ ο ίδιος είχα αναφέρει το όνομά του στις ανταποκρίσεις μου. Την επόμενη μέρα, κάποιες εφημερίδες αναδημοσίευσαν τις ανταποκρίσεις μου.
Το Σαββατοκύριακο εκείνο πήγα στο πατρικό μου. Βρήκα τον πατέρα μου να διαβάζει στην εφημερίδα «Ρεπουμπλίκα» ένα σχόλιο δικό μου για το συμβάν, κάπως επιθετικό.
«Δεν ξέφυγε ποτέ απο τους μπελάδες ο Μιχάλης» ψιθύρισε ο πατέρας μου.
«Ποιος είναι ο Μιχάλης;» τον ρώτησα.
«Ο Μιχάλης, αυτός που ζητάει την αυτονομία για τη Βόρεια Ήπειρο. Είναι ο αδελφός του αδελφού μου, του Δημήτρη. Αυτός που έκανε φυλακή» απάντησε.
Έμεινα άφωνος. Σαν να μου έριξε κάποιος έναν κουβά με κρύο νερό στο κεφάλι.
Ελπίζω ο θείος Δημήτρης να μη διαβάσει το άρθρο μου, είπα μέσα μου.
***
Στην απέλαση του Έλληνα ιερέα απο την Αλβανία, η Αθήνα ανταπάντησε με την απέλαση χιλιάδων Αλβανών μεταναστών. Τους μάζευαν απ’ όπου μπορούσαν, τους στοίβαζαν απάνθρωπα σε κλούβες, τους έπαιρναν τα χρήματα και τους έφερναν στην Κακαβιά.
Κάποιος φίλος μου δημοσιογράφος μού ζήτησε τότε βοήθεια. Τον αδελφό του τον είχαν απελάσει με την επιχείρηση «σκούπα» αλλά τα χρήματα του αδελφού είχαν μείνει σε ελληνική τράπεζα.
Θυμήθηκα τον «θείο» Μιχάλη. Ήταν το μόνο πρόσωπο που ήξερα σε αλβανικό έδαφος που διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Έλληνες. Έστειλα τοτε τον φίλο μου στον Μιχάλη. Δεν τολμούσα να πάω ο ίδιος μετά το άρθρο που είχα γράψει.
Ο Μιχάλης τον είχε καλοδεχτεί και τον είχε βοηθήσει. Ο αδελφός του πήρε πίσω τα χρήματά του. Κι εγώ ήμουν ευτυχής που ο Μιχάλης δεν είχε διαβάσει μάλλον το άρθρο μου.
Δεν συναντήθηκα ποτέ προσωπικά με τον Μιχάλη. Ρωτούσα κάθε τόσο ανθρώπους που τον γνώριζαν τι κάνει και γιατί διέφερε τόσο πολύ από τον αδελφό του, τον θείο μου τον Δημήτρη. «Είμαι θυμωμένος με κάποιους άχρηστους εδώ στο χωριό που παριστάνουν τους δημοκράτες», είχε πει σε έναν φίλο μου απο τη Δερβιτσάνη. «Νομίζουν τώρα αυτοί ότι είναι καλύτεροι από εμάς, που υποστήκαμε τα πάνδεινα στις φυλακές»…
***
Ένα χρόνο αργότερα, η ένταση έφθασε πάλι στα ύψη μεταξύ των δυο χωρών. Αυτή τη φορά είχαν συμβεί τα γεγονότα της Επισκοπής, τον Απρίλιο του 1994. Ο Φατμίρ, ο αξιωματικός που είχε δολοφονηθεί στο συνοριακό φυλάκιο, ήταν ο διοικητής του τάγματός μου, στο στρατιωτικό κέντρο όπου είχα υπηρετήσει την τρίμηνη στρατιωτική μου θητεία. Εκείνος και άλλος ένας στρατιώτης από την Κεντρική Αλβανία.
Η MAΒΗ, μια οργάνωση-φάντασμα που κρατάει ζωντανές τις ελπίδες για την προσάρτηση της νότιας Αλβανίας, δημοσίευσε στην εφημερίδα «ΣΤΟΧΟΣ» τις φωτογραφίες των «ηρώων» που είχαν επιτεθεί στην Επισκοπή... Δύο χρόνια αργότερα, όταν η ένταση είχε κωπάσει, ελληνικό δικαστήριο τους άφησε ελεύθερους για «έλλειψη στοιχείων». Ήταν η εποχή που ο Σαλί Μπερίσα τα είχε πλέον καλά με την Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορούνταν για εμπλοκή στην υπόθεση της Επισκοπής, ήταν και ο Φρέντι Μπελέρι, ένας Έλληνας μειονοτικός, εκ των ηγετών σήμερα της πολιτικής οργάνωσης ΟΜΟΝΟΙΑ. Στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές κατέβηκε ως υποψήφιος Δήμαρχος στη Χειμάρρα, με το ψηφοδέλτιο του κόμματος του Σαλί Μπερίσα. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Σ. Μπερίσα, εξαιτίας του Φ. Μπελέρι, είχε οδηγήσει παραλίγο την Αλβανία σε πόλεμο με την Ελλάδα.
***
Το 2010, μια νύχτα του χειμώνα με κακοκαιρία επέστρεφα με το αυτοκίνητό μου στα Τίρανα από την Πέστανη (σσ. περιοχή στην Αλβανία). Κάποιος ηλικιωμένος μού έκανε ωτοστόπ στον δρόμο. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και ανέβηκε.
«Πάω στο Κεσαράτι», μου είπε.
Κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να πω κουβέντα.
Μετά από λίγο, εξελίχθηκε η συνηθισμένη σκηνή στην Αλβανία: ο επιβάτης σε αναγνωρίζει και αρχίζει να σε ρωτάει για την πολιτική. Εκείνη την περίοδο είχα μια τηλεοπτική πολιτική εκπομπή και το σαββατοκύριακο ήθελα μόνο να χαλαρώσω.
«Εάν συνεχίσεις να με ρωτήσεις για πολιτική θα σε κατεβάσω κάτω», του είπα αστειευόμενος.
«Είμαι ο αδελφός του Φατμίρ» μου είπε βιαστικά, επειδή δεν κατάλαβε ότι έκανα πλάκα. «Του αξιωματικού που σκοτώθηκε στην Επισκοπή. Ξέρω ότι τον γνωρίζετε γιατί μας το είχε πει ο ίδιος».
Ένιωσα τύψεις που είχα κάνει το αστείο και άρχισα να βρίζω τους Έλληνες αλήτες που τον δολοφόνησαν.
«Πρέπει να ριχτεί φως σε αυτή την υπόθεση», μου είπε. «Δεν είναι ακριβώς έτσι όπως λένε. Οι Έλληνες καυχήθηκαν τζάμπα εκεί πέρα».
«Πώς είναι, δηλαδή;» τον ρωτάω.
«Δεν ξέρω πώς ακριβώς είναι, αλλά δεν θα πεθάνω χωρίς να το μάθω» απάντησε. «Αυτοί οι Αλβανοί, δηλαδή οι Έλληνες μειονοτικοί που ενεπλάκησαν στη δολοφονία, είχαν άλλη πρόθεση, ήθελαν να κλέψουν τη στρατιωτική αποθήκη και τα υλικά και τους ξέφυγε η κατάσταση εκτός ελέγχου. Δεν έχει σχέση με καμία Βόρειο Ήπειρο, ήταν θέμα πλιάτσικου», κατέληξε.
«Η Ελλάδα το δέχθηκε όμως», του είπα. «Παραλίγο να καταλήξουν σε πόλεμο οι δυο χώρες για αυτό το πράγμα».
«Ναι, ναι το ξέρω», μου είπε. «Αυτή τη δουλειά έχουν οι κυβερνήσεις και αυτοί που θέλουν να παριστάνουν τους ήρωες, αλλά πρέπει να ριχτεί φως. Εγώ θέλω το δίκιο του αδελφού μου, όχι άλλα κεφάλια για θυσίες». Και άρχισε να μου λέει λεπτομέρειες, για δραματοποιήσεις, για δήθεν ομηρία του δεκανέα, για τους Έλληνες μειονοτικούς που είχαν χτίσει ένα αυθαίρετο στην άκρη του δρόμου, καθώς πηγαίνεις για το Γεωργουτσάτι, για εκείνους που γνωρίζουν τον τάδε.. που ήθελαν να ληστέψουν τον δείνα.. που... που... που.... Ένα εντελώς μπανάλ, ελληνο-αλβανικό σενάριο, μακριά από τον εθνικισμό με τον οποίο γκώσαν και οι δύο πλευρές, εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια μου. Στο Κεσαράτι, χαιρέτησα με πόνο τον αδελφό του Φατμίρ. Του έδωσα τον αριθμό του τηλεφώνου μου, για να έρθει να με βρει στα Τίρανα. Μου φάνηκε πάρα πολύ ταλαιπωρημένος από τις καθημερινές έγνοιες της ζωής και την ανημποριά του να βρει την αλήθεια για τον θάνατο του αδελφού του. Η δική του αλήθεια δεν ήταν εκείνη που έλεγαν τα δύο κράτη. Είχα γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο για αυτή την κρίση της Επισκοπής, χωρίς να μιλήσω με αυτόν τον άνθρωπο...
Και καθώς εκείνος χάθηκε μέσα στο κρύο και το σκοτάδι, θυμήθηκα τον θείο μου τον Δημήτρη. Τον λιγομίλητο εκείνο άνθρωπο, τον σοφό, με ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά, τα οποία πιο πολύ τον προστάτευαν από τις περίεργες ματιές μας, παρά τον συνέδραμαν στη μυωπία του. Ένας Έλληνας από τη Δερβιτσάνη που πέθανε στο Τεπελένι, που τα περισσότερα παιδιά του παντρεύτηκαν στην Αλβανία, με έναν αδελφό που για το γινάτι του χωριού έγινε πιο Έλληνας και από τους Έλληνες...
Και ξανά στο νου μου ήρθε η κουβέντα με τον αδερφό του Φατμίρ, που σκοτώθηκε στις 10 Απριλίου 1994 στην Επισκοπή. Είναι ο εθνικός μας ήρωας και ο εφιάλτης της οικογένειάς του, η οποία γνωρίζει μιαν άλλη αλήθεια απο αυτήν που πιστεύουμε εμείς, μια αλήθεια που ακόμα και αν επιβεβαιωθεί, εμείς δεν θα την αποδεχτούμε. Γιατί έχουμε ξεκαθαρίσει και αποφασίσει. Πρέπει οπωσδήποτε να νιώσουμε ήρωες ο ένας απέναντι στον άλλο και όχι φυσιολογικοί άνθρωποι. Όπως ένιωθα εγώ κοντά στον Έλληνα θείο μου, τον Δημήτρη.

* Ο Mero Baze / Μέρο Μπάζε είναι Αλβανός δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος, ιδρυτής και διευθυντής της αλβανικής εφημερίδας «Gazeta Tema».