Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Χαοτική η πολιτική της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία

Χαοτική η πολιτική της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία, Αλέξανδρος Τάρκας
Αλέξανδρος Τάρκας
Πολιτικό χάος σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, εν όψει των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου 2019, προκαλεί σταδιακά η Τουρκία, καθώς οι πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου και οι περισσότερες κυβερνήσεις των «28» (ως τότε θα είναι «27» λόγω του Brexit του Μαρτίου) αδυνατούν να συγκροτήσουν σαφή πολιτική έναντι του προέδρου Ερντογάν.
Η στάση των υποψήφιων προέδρων της Κομισιόν Βέμπερ (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα) και Τίμερμανς (Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα) κατά της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ είναι θεωρητικά σωστή και με μεγάλη απήχηση στους ψηφοφόρους, αφού η γειτονική χώρα δεν είχε και δεν έχει (ειδικά επί Ερντογάν) σχέση με την Ευρώπη. Ωστόσο, στην πράξη υπονομεύεται η διπλωματική στρατηγική της Ελλάδας και πολλών άλλων εταίρων, οι οποίοι προτιμούν, όπως φυσικά και οι ΗΠΑ, την πάση θυσία διατήρηση της Τουρκίας εντός της Δύσης.
Προτιμούν τη συνέχιση του διαλόγου Βρυξελλών-Άγκυρας, ώστε να μη δίδονται αφορμές στους ακραίους της Τουρκίας. Πρόκειται για την επιλογή «εξημέρωσης του θηρίου» ελλείψει άλλης πιο αποτελεσματικής. Όμως, αν δεν υπάρξει σύντομα κάποια -δημόσια και σαφής- διευκρίνιση, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας τους κ. Βέμπερ και Τίμερμανς, ανατρέπουν ουσιαστικά όχι μόνο την παρούσα γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και εκείνη που ακολουθείται από όλες τις κυβερνήσεις από τον Μάρτιο του 1995. Τότε ήρθη (με διακομματική συναίνεση) το βέτο στην τελωνειακή ένωση ΕΕ-Τουρκίας με αντάλλαγμα τη δρομολόγηση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ίδια πολιτική επιβεβαιώθηκε το 2002-2003 επί Κ. Σημίτη μέσω του διαλόγου με τον τότε νεοεκλεγέντα Ερντογάν, το 2005 επί Κ. Καραμανλή με τη μη προβολή βέτο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Επίσης, τον Δεκέμβριο του 2017 επί Αλέξη Τσίπρα με την πρόσκληση του «σουλτάνου» στην Αθήνα, στο πλαίσιο της διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μαζί του.
Ασφαλώς, επειδή η εξωτερική πολιτική δεν είναι στατική και η Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να ανέχεται εσαεί τη διγλωσσία του κ. Ερντογάν έναντι της ίδιας και της ΕΕ, το ενδεχόμενο αλλαγής της στάσης της δεν αποκλείεται στο μέλλον. Με τη διαφορά, βέβαια, ότι θα πρέπει να είναι συνειδητή επιλογή της Ελλάδας, ταυτόχρονα με την αμυντική της θωράκιση από τη Δύση και όχι συνέπεια των τεχνασμάτων ορισμένων εταίρων.
Οι περισσότεροι εξ αυτών προτιμούν την «ειδική σχέση» με την Τουρκία και την είσπραξη δισεκατομμυρίων από τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της αντί μιας πλήρους σχέσης, ή κάποιου συγγενούς καθεστώτος που θα επέβαλλε στην Άγκυρα σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των καλών γειτονικών σχέσεων προς όφελος της ειρήνης στη Μεσόγειο και της ανάπτυξης της Ελλάδας και της Κύπρου. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα είναι η περίοδος 1981-95, όταν όλοι οι ισχυροί εταίροι κρύβονταν πίσω από το ελληνικό βέτο στο Β’ Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο της Τουρκίας, τροφοδοτώντας την ένταση στο Αιγαίο.

Όπως και το 2017

Παράλληλα, όπως επισημαίνουν καλά ενημερωμένες διπλωματικές πηγές, η πολιτική σύγχυση έχει μεταφερθεί και στα υπηρεσιακά στελέχη της Κομισιόν που επισκέφθηκαν πρόσφατα την Άγκυρα και προετοιμάζονται για τη συνεδρίαση της Επιτροπής Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας στις 28 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, κατά τους τελευταίους γύρους διαλόγου (σε έναν από αυτούς ηγήθηκε ο επίτροπος Δημ. Αβραμόπουλος), οι Τούρκοι αξιωματούχοι υποκρίθηκαν ότι δεν έβλεπαν την πραγματικότητα.
Κατά την άποψή τους, η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε καλό δρόμο, η πορεία εκδημοκρατισμού συνεχίζεται, λαμβάνονται όλα τα μέτρα ανακοπής των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, και οι συνθήκες είναι ώριμες για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης. Έκαναν, επίσης, πως δεν καταλάβαιναν ότι η συνέχιση του διαλόγου για την ένταξη εξαρτάται από τη βελτίωση των σχέσεων με όλα τα κράτη-μέλη και κυρίως με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συζητήσεις της 28ης Νοεμβρίου προεξοφλείται ότι θα αποτύχουν ή -στην καλύτερη περίπτωση- θα αποτελέσουν απλή επανάληψη εκείνων του Νοεμβρίου του 2017. Σε αυτή την περίπτωση, το ενδιαφέρον θα στραφεί πλέον προς την πιθανή σύγκληση του (ανώτερου επιπέδου) Συμβουλίου Σύνδεσης το πρώτο εξάμηνο του 2019. Το σχετικό διπλωματικό παρασκήνιο διαρκεί αρκετές εβδομάδες, γιατί η Βιέννη αφενός αρνείται να συγκληθεί το συμβούλιο επί αυστριακής προεδρίας ως τα τέλη του έτους, αφετέρου συναινεί εν κρυπτώ στην ολοκλήρωση αρκετών προπαρασκευαστικών εργασιών τις προσεχείς εβδομάδες, ώστε η σύγκληση να καταστεί εφικτή επί της ρουμανικής προεδρίας.
Επί της αρχής, το Βουκουρέστι δεν είχε αντίρρηση για καμία ημερομηνία, αλλά η Γαλλία και η Γερμανία φέρεται ότι επιθυμούν το Συμβούλιο Σύνδεσης να οριστεί το αργότερο ως τα τέλη Φεβρουαρίου 2019, ώστε να υπάρχει ικανή χρονική απόσταση έως τις ευρωεκλογές.

slpress.gr