© Παρέχεται από: PROTO THEMA S.A.Ρομίνα Ξύδα, Θανάσης Τσολάκης
Λιμάνι Πειραιά, Αύγουστος 2018. Ο αντιδήμαρχος Διδυμότειχου Γιάννης Τοπαλούδης και η σύζυγός του Κούλα αποχαιρετούν την 21χρονη μοναχοκόρη τους Ελένη, η οποία επιβιβάζεται στο πλοίο της γραμμής με προορισμό τη Ρόδο. Λίγο έμεινε ακόμη, μία περίπου χρονιά, προκειμένου η περιστέρα τους να πάρει το πτυχίο της από το Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Οι γονείς «ταξιδεύουν» τρία χρόνια πίσω. Τότε που η Ελένη τους δίσταζε να πάει μόνη της για σπουδές στο Νησί των Ιπποτών. Τότε που ο πατέρας της τη συνόδευσε και έμεινε μαζί της για έναν ολόκληρο μήνα προκειμένου να πάψει το κλάμα της. Τότε που η φοιτητική ζωή εμπεριείχε για εκείνη ένα αίσθημα φόβου και η εναρμόνιση στην καινούρια πραγματικότητα αφόρητη μοναξιά. Οχι πια. Τώρα η Ελένη δεν φοβάται, ούτε είναι μόνη. Εχει θάρρος, φίλους και την επιθυμία, μετά τη Ρόδο, να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει ακόμη πιο μακριά. Ισως στο βροχερό Λονδίνο για μεταπτυχιακά στις Διεθνείς Σχέσεις και καριέρα στο Διπλωματικό Σώμα, ίσως κάπου αλλού. Το πλοίο αναχωρεί, ο Γιάννης και η Κούλα μένουν στον μώλο μέχρι το «αντίο» της κόρης τους να χαθεί στον ορίζοντα. Κανείς απ’ τους δύο δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αυτός θα είναι ο τελευταίος «ζωντανός» αποχαιρετισμός τους...
Τέσσερις μήνες μετά. 5 Δεκεμβρίου 2018. Ενα λευκό, σφραγισμένο φέρετρο αποτίθεται στον λάκκο που έχει ανοιχτεί στο νέο κοιμητήριο του Διδυμοτείχου. Μια μάνα αποστρέφεται τη σκηνή γιατί «είχε άλλα όνειρα» και ένας πατέρας δεν μπορεί να πιστέψει ότι «σε θάβουν κοριτσάκι μου». Ο Γιάννης Τοπαλούδης και η σύζυγός του Κούλα λυγίζουν στην ύστατη στιγμή της επίγειας παρουσίας της κόρης τους Ελένης, που η βίαιη δολοφονία της έχει συγκλονίσει ολόκληρη την Ελλάδα. Δεν μπορούν να πιστέψουν ότι μέσα σε αυτό το φέρετρο βρίσκεται η Ελένη, «δυο μέτρα κοπελάρα», ντυμένη νύφη. Μια νύφη που μες στα μαλάματά της ξαγρυπνά και ειρωνευόμενη τραγικά τον Μάνο Ελευθερίου έχει για κρεβάτι της «το λημέρι του φονιά». Η κυρία Κούλα δεν αντέχει να ρίξει χώμα στην «περιστέρα» της, ίσως γιατί εκεί συνειδητοποιεί ότι ο αποχωρισμός είναι πια παντοτινός. Εως εκείνη την ώρα πίστευε ότι «προλαβαίνουμε Ελένη» και την καλούσε να σηκωθεί. Δύο μήλα φερμένα από τη Ρόδο, ριγμένα στον τάφο αντί χώματος, είναι το ξόδι του τραγικού πατέρα που μία ημέρα πριν είχε συνοδεύσει το λευκό φέρετρο από το Νησί των Ιπποτών έως το Διδυμότειχο, ελπίζοντας κρυφά ότι αυτό που ζει δεν είναι αλήθεια, ότι είναι μια πλάνη ή ένα κακό όνειρο που σύντομα θα τελειώσει...
Η αρχή του εφιάλτη και η μακάβρια αποκάλυψη
Βράδυ Δευτέρας, 26 Νοεμβρίου. Η Ελένη, μέσα από το μικρό φοιτητικό διαμέρισμά της στο κέντρο της Ρόδου, τηλεφωνεί στη μητέρα της. Τη ρωτάει αν είναι εντάξει, μια που η επέμβαση που έχει κάνει πρόσφατα στο πόδι ανησυχεί τη μικρή γιατί θέλει η μαμά της να μην πονάει, να γίνει γρήγορα καλά. «Ολα καλά θα πάνε, παιδί μου, μην ανησυχείς για μένα. Εσύ να είσαι καλά», της απαντάει η κυρία Κούλα σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις όποιες ανησυχίες της. Το τηλέφωνο κλείνει. Το βράδυ της επόμενης μέρας η μητέρα της τής τηλεφωνεί. Καμία απόκριση, καμία απάντηση, «ο συνδρομητής δεν είναι διαθέσιμος». Η κυρία Κούλα δεν ανησυχεί. Ετσι είναι τα παιδιά. Η Ελένη μπορεί να ξέχασε το κινητό στο σπίτι, μπορεί να μην το άκουσε, ακόμη και να το έχασε. Δεν πρέπει να περνούν κακές σκέψεις από το μυαλό της, όπου να ’ναι θα της τηλεφωνήσει και θα της πει: «Ελα βρε μαμά, μην κάνεις έτσι, καλά είμαι». Ακολουθούν δύο 24ωρα βουβά, οι απεγνωσμένες κλήσεις της μάνας πέφτουν πάνω στο ηχητικό μήνυμα του τηλεφωνητή, η αγωνία της μετατρέπεται σε φόβο και ο φόβος σε απόγνωση: «Γιάννη, κάτι πρέπει να κάνουμε. Η Ελένη μου τηλεφωνούσε δέκα φορές την ημέρα.
Κάτι συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά», λέει στον σύζυγό της και το πρωινό της Παρασκευής 30 Δεκεμβρίου η γυναίκα τηλεφωνεί σε κάποιον οικογενειακό φίλο στη Ρόδο και τον παρακαλά να πεταχτεί μέχρι το σπίτι της μικρής. Ο άνθρωπος χτυπάει την πόρτα της Ελένης. Καμία απόκριση. Πηγαίνει στη γραμματεία του πανεπιστημίου: «Δεν έχει έρθει για μάθημα αλλά μην ανησυχείτε. Αν ήταν κάτι κακό θα το μαθαίναμε πρώτοι», του απαντούν. Οι γονείς της 21χρονης ωστόσο ανησυχούν. Δηλώνουν την εξαφάνισή της στην Ασφάλεια της Ρόδου και ταυτόχρονα μεταβαίνουν και στην Ασφάλεια Διδυμοτείχου. Το ίδιο βράδυ ένα τηλεφώνημα από τη Ρόδο επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους της μάνας: «Μήπως η κόρη σας έχει ένα τατουάζ στο πόδι; Ενα μαύρο τριαντάφυλλο;». Ο κόσμος τους σκοτεινιάζει, βάφεται μαύρος, πίσσα σκοτάδι. Το τριαντάφυλλό τους είναι νεκρό. Το πτώμα της Ελένης είχε βρεθεί το πρωινό της 28ης Νοεμβρίου να επιπλέει στη θάλασσα, στην περιοχή Φώκια στους Πεύκους της Ρόδου, ακριβώς κάτω από ένα γνωστό ξενοδοχείο. Ηταν γυμνή, με τα ρούχα και κάποια προσωπικά της αντικείμενα να «ντύνουν» τη θάλασσα και τα βράχια. Η Ελένη δεν θα απαντήσει ξανά σε κανένα τηλεφώνημά τους. Ο πόνος της θα προωθείται μέσα τους για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Ο πατέρας παίρνει σαν τρελός το πρώτο αεροπλάνο και συνοδεία του αδελφού του φτάνει στη Ρόδο. Η αναγνώριση, τα δάκρυα, τα σπαρακτικά λόγια του: «Προσπαθώ να μαζέψω τις αναμνήσεις της, ακόμη και τα αποτσίγαρά της, κι ένα μισοφαγωμένο μήλο στο ψυγείο, και μια μισή τσίχλα και κάποιες τρίχες από τα μαλλιά της που ’χουν πέσει στον νιπτήρα του μπάνιου. Ολα θα τα μαζέψω, τίποτα δεν θα πετάξω». Το σπαραξικάρδιο «γιατί» της μάνας, οι ικεσίες να βρεθεί ο ένοχος κινητοποιούν τις Αρχές και σκορπούν βαθιά θλίψη στο Πανελλήνιο. Ανάμεσα στην κινητοποίηση και στη θλίψη αναδύονται ωστόσο στην επιφάνεια κάποια «σκουπίδια», όμοια με εκείνα που φέρνει στη θάλασσα ο νοτιάς. Σκουπίδια με ανθρώπινη υπόσταση και ρυπαρή ψυχή...
Ρατσιστές όλων των αποχρώσεων
Σ’ αυτό τον σκουπιδότοπο ψυχών, πάνω από το κομματιασμένο σώμα της Ελένης, ξεκινούν να κάνουν το κομμάτι τους λογής λογής φασίστες. Φασίστες όλων των αποχρώσεων. Από εκείνους με τις σβάστικες που πέταξαν στο παγωμένο σώμα της Ελένης το ανάθεμα του ρατσισμού τους κι από τους άλλους, τους «εξευγενισμένους» με τα κοστούμια και τις ροζ γοβίτσες που ξέβρασαν πάνω της τόνους τοξικής πατριαρχίας. Στο πινγκ πονγκ των παραπάνω απόψεων χάθηκε η μπάλα και η λογική. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι πηχυαίοι τίτλοι ειδήσεων και εκπομπών, τα ερωτήματα περισπούδαστων δημοσιογράφων σε γονείς και συγγενείς της άτυχης Ελένης δεν κυοφόρησαν απλώς μίσος και νοητική καθυστέρηση αλλά ως άλλα ερπετά εκκόλαψαν τα αυγά τους μέσα σε μια κοινωνία υπό πλήρη σύγχυση και αποσύνθεση.
Η φράση «Αν είσαι σεξιστής, ρατσιστής ή ομοφοβικός, τότε δεν έχεις καμία θέση εδώ» με την οποία η Ελένη είχε ντύσει την προσωπική της σελίδα στο Facebook, ώθησε τους απανταχού φασίστες στο ξέρασμα του οχετού τους μέσω ακατάληπτων ύβρεων και εμετικών απόψεων όπως: «Αν αυτή η κοπέλα είχε ανατραφεί να είναι φασίστρια και ρατσίστρια, σήμερα θα ήταν ζωντανή διότι δεν θα έκανε παρέα με αλλογενείς και αλητάμπουρες...», «Τα σχόλια για τη φοιτήτρια από αυτούς που τη γνωρίζουν, λένε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λένε οι γονείς της (...) Λυπάμαι που ακούω τόσο άσχημα πράγματα για το όμορφο νησί μας, το οποίο είναι φιλήσυχο. Εχει πάρει λάθος δρόμο η κοινωνία μας. Πολύ λάθος...».
Παράλληλα, τα νιάτα της, η ομορφιά και οι προοδευτικές απόψεις με τις οποίες η Ελένη έντυνε τις αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ώθησαν τους απανταχού δημοσιογραφίσκους της πεντάρας σε ανόητα ερωτήματα και συμπεράσματα του στυλ «μου κάνει εντύπωση ο θάνατός της γιατί η κόρη σας δεν ήταν κανένα ξεβγαλμένο κορίτσι να τριγυρνάει στους δρόμους... Ηταν ήσυχο κορίτσι, δεν προκαλούσε, δεν είχε πολλές σχέσεις με αγόρια και δεν έβγαινε πολύ», ή «επειδή αυτές τις μέρες υπάρχουν πολλές ύβρεις στο προφίλ της κόρης σας και από την έρευνα που κάναμε διαπιστώσαμε ότι στο πανεπιστήμιο υπήρχε μία δράση εκμάθησης ξένων γλωσσών, όπου πήγαιναν πολλοί αλλοδαποί και πρόσφυγες, μήπως κάποιοι από αυτούς παρέσυραν το κορίτσι σας, που ήταν αθώο, σε επικίνδυνα μονοπάτια;».
Ξενοφοβία, ρατσισμός, φασισμός, άλλοθι στους φονιάδες, ελαφρυντικά στους βιαστές, ανεγκέφαλοι συνειρμοί, σκοτεινές «εξομολογήσεις», φτηνές «ειλικρίνειες» και κρυφές ματιές από το μάτι μιας κοινωνίας που αρέσκεται να κοιτάζει μέσα από κλειδαρότρυπες, συνέθεσαν το μετά θάνατον «αφιέρωμα» απέναντι σε ένα κορίτσι που ό,τι κι αν ήταν και ό,τι κι αν έκανε κανείς δεν είχε το δικαίωμα να σχολιάσει, να βιάσει, να εξευτελίσει και να δολοφονήσει. Καμία φύση δεν επιβάλλει στις γυναίκες πώς να διαχειρίζονται το σώμα τους και κανένα ρούχο δεν τις μετατρέπει σε «εύκολες… που τα ’θελαν». Κι όμως, σ’ αυτή την τραγική ιστορία βρέθηκαν ακόμη πιο τραγικοί άνθρωποι που τη σχολίασαν, τη «βίασαν», την εξευτέλισαν και τη δολοφόνησαν για δεύτερη φορά. Ανθρωποι που υπάρχουν για να μας θυμίζουν πως περισσότερο από τον κάθε επίδοξο βιαστή ή δολοφόνο κινδυνεύουμε από την ελεεινή αφεντιά τους...
Οι νταήδες της Ρόδου
Την ώρα που το παραπάνω θλιβερό σκηνικό διαδραματίζεται σε οθόνες και συζητήσεις, κάποιοι κρύβονται, κάποιοι ανησυχούν. Είναι οι άνθρωποι που το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου δολοφόνησαν την Ελένη. Οι Αρχές δεν αργούν να φτάσουν στα ίχνη τους και λίγες ημέρες μετά ένας 21χρονος Ελληνας, ο Μανώλης Κούκουρας, και ένας 19χρονος αλβανικής καταγωγής, ο Αλέξανδρος Λούτσης, οδηγούνται σιδηροδέσμιοι στα γραφεία της Σήμανσης της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Ρόδου.
Οσοι δεν τους γνωρίζουν απορούν πώς δύο τόσο νέα παιδιά μπόρεσαν να κάνουν κάτι τόσο φρικιαστικό. Οσοι πάλι τους γνωρίζουν δεν έχουν καμία απορία. Στα «βιογραφικά» τους, και ειδικότερα σε εκείνο του 21χρονου Μανώλη, δεν αναγράφεται τίποτα πέρα από μαγκιές και τσαμπουκάδες: «Τον Μανώλη τον γνωρίζω από τότε που ήταν ακόμη παιδί, ένα προβληματικό πλάσμα που φαινόταν ότι δεν θα είχε καλή εξέλιξη», λέει κάποιος Ροδίτης και συνεχίζει: «Στο Δημοτικό οι γονείς του, που έχουν πάρα πολλά χρήματα -οι μισοί σχεδόν Πεύκοι είναι δικοί τους-, τον έγραψαν στο καλύτερο ιδιωτικό σχολείο της Ρόδου. Στα 10 του χρόνια χτύπησε άσχημα μέσα στο σχολείο ένα παιδί και το πρώτο μέτρο που πήρε η διεύθυνση ήταν να τον αλλάξει τμήμα. Τα πράγματα ωστόσο χειροτέρεψαν.
Στο καινούριο τμήμα ο Μανώλης άρπαξε ένα ψαλίδι και έκοψε τα μαλλιά ενός παιδιού. Τότε τον έδιωξαν από το σχολείο και απ’ όσο γνωρίζω οι γονείς του τον πήγαν στο δεύτερο μεγάλο ιδιωτικό του νησιού. Να όμως που ούτε κι εκεί άλλαξε κάτι. Οσο τα χρόνια περνούσαν, τσακωμοί, μπλεξίματα, μαγκιές, ξύλο ακόμη και μαχαιρώματα αποτελούσαν τις δραστηριότητες ενός παιδιού που όλοι όσοι το γνωρίζαμε λέγαμε ότι είναι “καμένο χαρτί”. Οι γονείς του είναι καλοί άνθρωποι, αλλά το μεγάλο κακό που έκαναν ήταν ότι τον δικαιολογούσαν πάντα λέγοντας ότι το παιδί τους είναι μια χαρά! Τον έβαλαν στις επιχειρήσεις τους -ενοικιαζόμενα δωμάτια, μπαρ και εστιατόρια- κι εκείνος αντί να στρωθεί στη δουλειά γυρνούσε στην πόλη με πειραγμένα μηχανάκια και απειλούσε τους πάντες επιδεικνύοντας τις γυμνασμένες και φραγκάτες πλάτες του. Είχε τα καλύτερα όλα και κατάφερε το χειρότερο τίποτα. Εύχομαι να τιμωρηθεί όσο πιο σκληρά γίνεται...».
Πάθος με την επίδειξη, αλλά χωρίς τις πλάτες των γονιών του οι οποίοι είναι βιοπαλαιστές, φέρεται να είχε και ο 19χρονος Αλέξανδρος Λούτσης, ένα παιδί με περγαμηνές στις πολεμικές τέχνες. Οπως λέει πρόσωπο που τον γνωρίζει, «ήταν ένας ψευτόμαγκας που γοητευόταν από το χρήμα και την καλή ζωή. Δεν είχε κανέναν άλλο σκοπό πέρα από το να φουσκώνει το σώμα του και να επιδεικνύει τα κάλλη του στα κορίτσια της πόλης. Ο πατέρας του είναι οικοδόμος, η μάνα του καμαριέρα, κι αντί να στρωθεί στη δουλειά και να τους βοηθήσει έτρεχε όλη μέρα στα γυμναστήρια κι όταν κουραζόταν ξαπόσταινε στα cafe της πόλης. Την Ελένη δεν τη γνώριζε πολύ καιρό, το τελευταίο διάστημα είχαν αρχίσει να βγαίνουν και είναι αρκετοί αυτοί που τους είχαν δει μαζί στην περιοχή της Λίνδου. Κρίμα το κοριτσάκι. Πού να ’ξερε με ποιους είχε μπλέξει...».
Αλληλοκαρφώματα και φρίκη
Το μεγάλο και χωρίς επιστροφή μπλέξιμο της Ελένης ξεκινά ωστόσο το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου όταν ο Αλέξανδρος της προτείνει να πάνε μια βόλτα στο εξοχικό σπίτι του φίλου του Μανώλη, στους Πεύκους. Η κοπέλα επιβιβάζεται σε ένα λευκό βανάκι, το οποίο ανήκει στον πατέρα του Μανώλη και το μόνο που τη χωρίζει πλέον από τον θάνατο είναι 52 χιλιόμετρα και μερικές ώρες. Στο εξοχικό σπίτι του Μανώλη, η άρνησή της να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές ορέξεις των δύο νεαρών οδηγεί στην κακοποίηση, στον ξυλοδαρμό και στο ξεφόρτωμά της από τον γκρεμό στη θάλασσα ενώ είναι ακόμη ζωντανή.
Οι λιμενικοί με τη συνδρομή αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Ρόδου δεν αργούν να φτάσουν στον εντοπισμό και στη σύλληψη των δύο δραστών που, παρά το στυγερό έγκλημα που είχαν διαπράξει, συνέχιζαν να γυμνάζουν το... κορμί τους και να πίνουν ατάραχοι τον καφέ τους στην πόλη της Ρόδου. Μετά από πολύωρη ανάκριση ο 19χρονος Αλέξανδρος «σπάει», ξεδιπλώνοντας στην προανακριτική κατάθεσή του το χρονικό της φρίκης: «Ξεκινήσαμε να μιλάμε, αλλά η Ελένη δεν ήθελε επαφή. Ο Μανώλης την απείλησε ότι αν δεν συνευρεθεί ερωτικά δεν φεύγει από το σπίτι. Μετά συνεχίσαμε, αλλά κι εκείνη πάλι δεν ήθελε και ο Μανώλης της είπε: “Αμα δεν κάτσεις δεν θα φύγεις από το σπίτι”. Είχαμε πιει πολλή βότκα και δεν θυμάμαι καλά. Τη χτυπήσαμε στο πρόσωπο δυνατά και ζαλίστηκε. Τότε εκείνη είπε ότι θα το πει στην Αστυνομία και θολώσαμε. Ο Μανώλης τη χτύπησε με γροθιά και μετά εγώ της κράτησα τα χέρια και ο Μανώλης τη χτύπησε δυνατά με ένα ηλεκτρικό σίδερο στο κεφάλι. Τότε τα χάσαμε και τρομάξαμε...
Μετά το χτύπημα με το ηλεκτρικό σίδερο η Ελένη είχε τις αισθήσεις της. Εγώ ήθελα να τη βάλουμε στο αμάξι να την πάμε στο νοσοκομείο, αλλά ο Μανώλης που οδήγησε το βανάκι πήγε σε ένα απόμερο σημείο με βράχια και μου είπε: “Πάμε να το τελειώσουμε…” Εκεί, την πετάξαμε από τα βράχια στη θάλασσα. Στη συνέχεια πήγαμε στο σπίτι και προσπαθήσαμε να το καθαρίσουμε με σφουγγαρίστρα. Υστερα ξαναπήγαμε στο ίδιο σημείο που τη ρίξαμε και πετάξαμε λίγο πιο κάτω τα προσωπικά της αντικείμενα καθώς και το ηλεκτρικό σίδερο με το οποίο τη χτύπησε ο Μανώλης». Στην αντίπερα όχθη, ο Μανώλης υποδύεται τον ρόλο του σκληρού καρυδιού που δεν σπάει εύκολα, τι κι αν είναι κούφιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, υποδεικνύει ως υπαίτιο της δολοφονίας της Ελένης τον 19χρονο Αλέξανδρο, ενώ τον λόγο για εκείνον παίρνει ο συνήγορος υπεράσπισής του Ακης Δημητριάδης, ο οποίος περιορίζεται μέχρι στιγμής στα εξής: «Ο Μανώλης μού έχει περιγράψει κάποια πράγματα, δεν θα μπορέσω να μιλήσω, όμως, περισσότερο πριν δοθεί η επίσημη απολογία (σ.σ. το κείμενο γράφτηκε πριν την προφυλάκιση και του 21χρονου). Ο πελάτης μου ήταν στον ίδιο χώρο, αλλά στις εξελίξεις που έγιναν δεν είχε καμία συμμετοχή, υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία σχέση με το έγκλημα».
Ανθρωποι και ανθρωπάρια
Το ποιος κρατούσε το σίδερο, το ποιος βίασε, το ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο, το ποιος πέταξε το ζωντανό κορμί της Ελένης στη θάλασσα λίγη σημασία έχει. Κανείς από τους δύο δεν μπορεί να χρεωθεί τον ρόλο του απόλυτου δολοφόνου και κανείς από τους δύο δεν μπορεί να υποδυθεί τον ρόλο του απλού κομπάρσου ή της αμέτοχης μαριονέτας. Σ’ αυτό το έγκλημα ήταν και οι δύο πρωταγωνιστές, και οι δύο συμμέτοχοι, και οι δύο ένοχοι, συνένοχοι και άξιοι της πιο σκληρής τιμωρίας. Το ποιος λέει μισές αλήθειες ή ολόκληρα ψέματα λίγη σημασία έχει. Η βία είναι το τελευταίο επιχείρημα των αποτυχημένων και ως εκ τούτου η απόπειρα των συγγενών των δύο δραστών να προσδώσουν ένα άλλο προφίλ στα κτηνώδη πρόσωπα των παιδιών τους είναι τουλάχιστον αναίσχυντη: «Το παιδί είναι 20 χρονών... Δεν φταίει το παιδί αυτό, είναι θύμα. Κάποιος έκανε τη δουλειά κι επειδή ήταν φίλοι έμπλεξε κι αυτός. Είναι καλό παιδί, νέο παιδί, όπως όλα τα παιδιά», δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή ο θείος του Μανώλη για να λάβει ευθύς αμέσως έναν επίσης προκλητικό λόγο ο πατέρας του Αλέξανδρου: «Ο Αλέξανδρος είναι ένα πολύ ευαίσθητο παιδί. Εχει ξεριζωθεί η καρδιά μου. Δεν με έχουν αφήσει να τον δω. Τον είδα μόνο βιαστικά στο Λιμεναρχείο. Δεν ξέρω τι έχει γίνει. Δεν το πιστεύω... Δεν θέλω να φανεί ότι μια οικογένεια έχασε το παιδί της και η άλλη οικογένεια μεγάλωσε έναν δολοφόνο. Εγώ αυτό δεν θέλω να περάσει».
Στον αντίποδα των παραπάνω δηλώσεων, απογυμνωμένων έστω κι από μια συγγνώμη, βρίσκονται οι γονείς της Ελένης, δύο άνθρωποι που μέσα από την προσωπική τους τραγωδία παρέδωσαν μαθήματα ζωής. Ο πόνος τους, ανείπωτος. Ο θρήνος τους, απαρηγόρητος. Ο κύριος και η κυρία Τοπαλούδη δεν είναι απλώς δύο γονείς που έχασαν το παιδί τους. Είναι πρωταγωνιστές ενός κοινωνικού φαινομένου με φρικτά χαρακτηριστικά, αλλά η γενναιότητα με την οποία το αντιμετώπισαν είναι παροιμιώδης. Η Ελένη δεν είναι απλά μία κοπέλα που έφυγε από τη ζωή. Είναι μια κοπέλα-σύμβολο στον αγώνα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και οι τραγικοί γονείς της έκαναν τον θρήνο τους ακτιβισμό και εναρκτήριο λάκτισμα για τη συνέχιση της πάλης της κόρης τους με τους βιαστές δολοφόνους της.
Οσοι τους γνώριζαν, αυτήν ακριβώς τη στάση θα περίμεναν από το ζεύγος Τοπαλούδη. Δεν καταράστηκαν. Ζητούν δικαιοσύνη. Δεν αφόρισαν. Ζητούν να μη βρεθεί άλλος γονιός στη δική τους θέση. Δεν ζητούν εκδίκηση. Πιάνονται από την αγάπη του κόσμου και παλεύουν. Αυτή, άλλωστε, ήταν η στάση της ζωής τους έως σήμερα: μια υποδειγματική οικογένεια στο Διδυμότειχο, ο πατέρας της οποίας είχε πολυετή ενασχόληση με τα κοινά και πάντα με γνώμονα το κοινό συμφέρον και την προσφορά στον συνάνθρωπο. Το ίδιο και η κυρία Κούλα, που είχε επιλέξει να γίνει εκπαιδευτικός - δηλαδή να πλάθει χαρακτήρες. Και ακόμη και τώρα -στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής της- με τη στάση της επηρέασε χαρακτήρες: μας έδειξε το άγριο πρόσωπο που έχει ο πόνος και μας προέτρεψε να εξαλείψουμε αυτές τις εικόνες. Στάθηκε απέναντι στις κάμερες, δεν ντράπηκε, δεν κλείστηκε, δεν τις έδιωξε. Μοιράστηκε τον πόνο της με όλους, αναδεικνύοντας την ποιότητα ενός ανθρώπου. Τα βήματα της οικογένειας Τοπαλούδη πίσω από τη νεκροφόρα της κόρης τους ακούσια ή εκούσια άνοιξαν ένα μονοπάτι που υποχρεούμαστε να βαδίσουμε, αν όντως θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Γιατί οι άνθρωποι με δύο τρόπους αλλάζουν: είτε όταν αγαπιούνται πολύ, είτε όταν πονούν πολύ...