Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Η αμερικανική υψηλή πολιτική!!



Η αμερικανική υψηλή πολιτική
Της Γεωργίας-Χριστίνας Τσαούση *
«Δε γνωρίζουμε που πάμε. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι η ιστορία μας έφερε εδώ που είμαστε σήμερα».
Hobsbawm E., Η εποχή των άκρων, 1994.
Με τον όρο στρατηγική εννοούμε τις συγκρούσεις ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ενδιαφερόμενους και την αλληλεπίδρασή των, με απώτερο στόχο την κάμψη των επιδιώξεων του αντιπάλου. Εντούτοις η ένοπλη βία δεν αποτελεί το μοναδικό εργαλείο, το οποίο αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όταν ένα κράτος επιστρατεύει όλα τα δυνατά μέσα που διαθέτει (στρατιωτικά, οικονομικά, διπλωματικά) για την επίτευξη πολιτικών σκοπιμοτήτων – ενόψει πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης – τότε αναφερόμαστε σε υψηλή στρατηγική.

Η υψηλή στρατηγική αποτελεί μια πολιτικό-οικονομική και διπλωματική αλληλουχία μέσων και σκοπών, όπου οι στρατιωτικές δυνατότητες συσχετίζονται με διάφορους πολιτικούς σκοπούς. Το κράτος εκμεταλλευόμενο τα πλεονεκτήματα που διαθέτει προσπαθεί συγχρόνως να περιορίσει αυτά του αντιπάλου του. Σε πολλές των περιπτώσεων έχουμε βρεθεί παρατηρητές διαξιφισμών, οι οποίοι προέκυψαν από συγκρούσεις των επιδιώξεων των ΗΠΑ με άλλες δυνάμεις της εκάστοτε εποχής. Προς επίτευξη των στόχων της, η Αμερική χρησιμοποιεί τα πέντε «βέλη» που βρίσκονται στη «φαρέτρα» της υψηλής στρατηγικής.
Το πρώτο βέλος είναι η στρατιωτική στρατηγική, όπου γίνεται χρήση ένοπλης βίας και περιλαμβάνει γενικότερα το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων. Σε αυτή την περίπτωση η βία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά, αντιθέτως, χρησιμοποιείται ώστε η αντίπαλη πλευρά να κάμψει τις αντιστάσεις της και να δεχθεί τους πολιτικούς σκοπούς της πρώτης. Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου οι ΗΠΑ είχαν θέσει σε ενεργοποίηση την παραγωγή όπλων και πολεμοφοδίων ενώ παράλληλα οι ένοπλες δυνάμεις της βρίσκονταν σε επιφυλακή. Αυτό την καθιστούσε στρατιωτικά σε θέση υπεροχής, καθώς επεδίωκε να αντιμετωπίσει τον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Το δεύτερο βέλος αφορά την οικονομία. Μέγιστη ανησυχία κάθε κράτους εις το διηνεκές αποτελεί - και θα αποτελεί- η εύρεση ενός σχεδίου χρηματοδότησης των ενόπλων δυνάμεων, όπως επίσης και η απόκτηση ή η κατασκευή στρατιωτικού εξοπλισμού. Είναι γνωστό ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος άφησε ανέπαφη την Αμερική, σε αντίθεση με κατακρήμνιση που βίωσε η Ευρώπη σε όλους τους τομείς. Οι ΗΠΑ έμειναν ανεπηρέαστες λόγω της πρόσβασης και της ελεύθερης εξαγωγής που είχαν σε ξένες αγορές, ειδάλλως θα βρίσκονταν οικονομικά απομονωμένες από τον υπόλοιπο κόσμο. Τεχνηέντως, με την εφαρμογή του σχεδίου Marshall κατάφεραν να οδηγήσουν τη δυτική Ευρώπη να ενστερνιστεί τις πολιτικές και φιλελεύθερες οικονομικά απόψεις της, ενώ παράλληλα έθεσαν στο περιθώριο τη Σοβιετική Ένωση.
Ένα ακόμη εργαλείο της υψηλής στρατηγικής αποτελεί η εσωτερική πολιτική, ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο ένα κράτος «εκμαιεύει», μέσω του πολιτικού συστήματος, τους αναγκαίους πόρους από τον πληθυσμό, ώστε να οργανώσει τις ένοπλες δυνάμεις. Με λίγα λόγια η ανοχή ή μη του πληθυσμού επιφέρει την εσωτερική νομιμοποίηση μιας πολεμικής προσπάθειας ή μιας πολιτικής πράξης. Με αφορμή την αναχαίτιση του σοβιετικού ιμπεριαλισμού, που έθετε σε κίνδυνο τις δημοκρατικές αξίες και την προστασία του δυτικού κόσμου, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε μια «σταυροφορία» ενάντια στο σοσιαλισμό, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη και την αμέριστη υποστήριξη του αμερικανικού λαού.
Σημαντικός παράγοντας, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει άλλους διεθνείς δρώντες σε ένα διεθνές περιβάλλον, είναι η διεθνής νομιμοποίηση. Έχοντας αυτό κατά νου η Αμερική δημιούργησε μία σταθερή συλλογιστική πίσω από κάθε ενέργειά της, ώστε να της αποδοθεί διεθνής νομιμοποίηση για τις πράξεις της. Μέσα από διακηρύξεις υπέρ της φιλελεύθερης ηθικής και της παγκόσμιας ευμάρειας κέρδισε την υποστήριξη πολλών διεθνών δρώντων και χαρακτηρίστηκε ως «ευεργέτης» του διεθνούς συστήματος.
Αναντίρρητα, η διπλωματία αποτελεί καθοριστικό διαπραγματευτικό παράγοντα και κάθε κράτος θα πρέπει να κάνει χρήση της με διαύγεια και νηφαλιότητα, προς αποφυγήν διπλωματικών επεισοδίων. Η διαφορά της διπλωματίας από τη διεθνή νομιμοποίηση είναι ότι η πρώτη έγκειται στο εθνικό συμφέρον κάθε κράτους και αποσκοπεί περισσότερο στην εξασφάλιση της υποστήριξης – άμεσης ή έμμεσης – τρίτων δυνάμεων. Παράλληλα μπορεί να συντελέσει στη σύμπραξη συμμαχιών ή στη σύναψη μιας συνθήκης. Μία τέτοια διπλωματική ενέργεια (μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ήταν και η συμφωνία του βορειοατλαντικού συμφώνου. Την εποχή που ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ υπήρχε έξαρση αντιιμπεριαλιστικών, αποικιακών, εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και ενός αυξημένου ενδιαφέροντος που ασκούσε ο σοσιαλισμός. Το κλίμα, επομένως, που δημιουργήθηκε προκάλεσε την εύλογη ανησυχία των ιμπεριαλιστών. Με άλλα λόγια το ΝΑΤΟ αποτέλεσε την οργανωμένη έκφραση – καθώς η πολιτική προϋπήρχε – της εχθρότητας του ιμπεριαλισμού τόσο προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό όσο και προς κάθε απελευθερωτικό κίνημα, που οδηγούσε στην αποδέσμευση των λαών από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση.
Το γεγονός πως οι ΗΠΑ αποτελούν, ίσως, τον ισχυρότερο παγκόσμιο δρώντα γεννά την ανάγκη για χρήση, από πλευράς της, υψηλής στρατηγικής. Εφόσον καθοριστούν τα εθνικά συμφέροντα ενός κράτους, διαμορφώνονται αντιστοίχως και οι μέθοδοι εξωτερικής πολιτικής του. Τα εθνικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία χρίζουν της αμέριστης προσοχής τους, θα λέγαμε πως είναι η ασφάλεια, η διατήρηση της ειρήνης ανάμεσα στις χώρες της Ευρασίας, η πρόσβαση στα πετρέλαια του Περσικού κόλπου, το ελεύθερο εμπόριο, η διατήρηση και η εξάπλωση της δημοκρατίας με παράλληλη τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διαφύλαξη του πλανήτη από κλιματολογικές και περιβαλλοντικές καταστροφές. Ως προς την ασφάλεια, μεγαλύτερες απειλές για την Αμερική σήμερα παραμένουν οι τρομοκρατικές επιθέσεις με χημικά και βιολογικά όπλα και η απόκτηση όπλων NBC από άλλους κρατικούς δρώντες.
Ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας υποκρύπτει σημαντικά γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα, τα οποία εντοπίζονται στη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου. Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε για τις ΗΠΑ ένα είδος “δούρειου ίππου”, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την επιθετική, παρεμβατική πολιτική των, με ή χωρίς τη διεθνή συγκατάθεση, με σκοπό την προάσπιση της δημοκρατίας. Άλλωστε οι πόλεμοι του Ιράκ και του Αφγανιστάν είχαν περισσότερο ενεργειακά παρά δημοκρατικά ερείσματα. Το σχέδιο για μια Pax Americana είχε τεθεί πλέον σε λειτουργία.
Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι ΗΠΑ ανέλαβαν το ρόλο της διαμόρφωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, το οποίο φυσικά εξυπηρετούσε τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους. Υποστήριξαν μια ανοικτή και ολοκληρωμένη διεθνή οικονομία, η οποία συγχρόνως ενίσχυε τη συμμαχική ενότητα. Η Washington προώθησε το σύστημα Bretton Woods, που βασιζόταν στο ελεύθερο εμπόριο και τη νομισματική μετατρεψιμότητα. Ένας πρόσθετος λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες επεδίωξαν την εδραίωση ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος ήταν για να μπορούν να ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία. Το μέσο επίτευξης αυτού του σκοπού αποτέλεσε το αμερικανικό νόμισμα. Το δολάριο ήταν το κύριο νόμισμα των αποθεματικών, γεγονός που το κατέτασσε στο βάθρο της παγκόσμιας οικονομίας. Η πρωτοκαθεδρία του αποτελεί το μέγιστο στρατηγικό χαρτί για το μέλλον της κυριαρχίας της Αμερικής στη διεθνή σκακιέρα. Το αποτέλεσμα ήταν διττό. Από τη μία δημιουργήθηκε αύξηση στη ζήτηση του δολαρίου για τα αποθεματικά, από την άλλη τοποθετήθηκε στο επίκεντρο ενός διαρκώς αναπτυσσόμενου συστήματος εμπορίου και άμεσων ξένων επενδύσεων. Βέβαια το σύστημα Bretton Woods αποδείχθηκε ανεπαρκές, γεγονός που επιβεβαιώνει η διεθνής νομισματική κρίση του 1971, η οποία συνέπεσε με την πετρελαϊκή κρίση του 1973.
Με την απότομη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρέθηκε πλέον χωρίς κάποια συγκεκριμένη αποστολή, όπως και πολλά άλλα κράτη, τα οποία είχαν διαμορφώσει την εξωτερική πολιτική τους βάσει αυτού του διαχωρισμού. Μια ισορροπία ισχύος που βασιζόταν στο διπολισμό έλαβε τέλος. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έχει μια σταθερή συνέχεια, ανεξαρτήτως εάν την προεδρία έχουν οι Δημοκρατικοί ή οι Ρεπουμπλικάνοι. Το Μάιο του 2010 ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama εξήγγειλε τις προτεραιότητες της στρατηγικής του για τον ρόλο που θα διαδραματίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον 21ο αιώνα. Η πρώτη παραδοχή ήταν πως η Αμερική έχει ιστορικά και παραδοσιακά το δικαίωμα να βρίσκεται ως βασικός πρωταγωνιστής στη διεθνή σκηνή. Αυτή η αίσθηση υπεροχής εντοπίζεται και στον αμερικανικό λαό, οποίος έχει την πεποίθηση πως μάχεται για το παγκόσμιο «καλό» ενάντια σε κάθε λοιδορία των δημοκρατικών αξιών.
Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής διατείνονται πως ο ιδεαλισμός ο οποίος εμπεριέχει ρεαλιστικά χαρακτηριστικά αποτελεί την χρυσή τομή για την ομαλή διακυβέρνηση ενός κράτους. Η ανόρθωση της οικονομίας, η εθνική αυτάρκεια, η ασφάλεια, η παιδεία, η υγεία και τεχνολογική καινοτομία είναι οι βασικότεροι τομείς που απασχολούν την αμερικανική πολιτική, καθώς αποτελούν τους πυλώνες της εσωτερικής νομιμοποίησης του ηγετικού ρόλου των ΗΠΑ.
Ο σημερινός πρόεδρος της Αμερικής Donald Trump δεν επιδιώκει τη μείωση της αμερικανικής ισχύος αλλά τον επαναπροσδιορισμό της, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανοικοδόμηση των ενόπλων δυνάμεων και τον εκσυγχρονισμό του πυρηνικού οπλοστασίου. Ο H. Kissinger είχε αναφέρει πως «Σε έναν κόσμο όπου οι δρώντες είναι λειτουργικά σχεδόν αδύναμοι υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι για τη σταθερότητα. Ο ένας είναι η ισορροπία και ο άλλος η ηγεμονία». Οι ΗΠΑ έχουν διαλέξει καταφανώς το δεύτερο δρόμο και αυτό επηρεάζει διαρκώς το παιχνίδι των διεθνών σχέσεων αλλά και τους δρώντες σε αυτό. Ο Donald Trump παρουσιάζεται ως υποστηρικτής του πολιτικού ρεαλισμού και αυτό δεν μπορεί παρά να θέτει τη διεθνή κοινότητα σε μια συνεχή επαγρύπνηση, καθώς κανείς ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει με σιγουριά τίνι τρόπω θα χρησιμοποιήσει ο εκάστοτε πρόεδρος των ΗΠΑ την δεξαμενή παγκόσμιας ισχύος που βρίσκεται στη διάθεσή του.
*Η Γεωργία-Χριστίνα Τσαούση είναι Απόφοιτη τμήματος Ιστορίας ΑΠΘ και μεταπτυχιακή φοιτήτρια Διεθνών-Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας

liberal.gr