Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Έχουν και θρησκευτικοί λειτουργοί ευθύνη για τη βία

Έχουν και θρησκευτικοί λειτουργοί ευθύνη για τη βία, Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
Μετά τόν αἰφνιδιασμό τῆς 11ης Σεπτεμβρίου 2001 διάφορες ἰδέες και προτάσεις ἄρχισαν νά προβάλλονται γιά συμμετοχή τῶν θρησκειῶν στήν καταπολέμηση τῆς βίας. Τό πρῶτο πού ὀφείλουμε νά κάνουμε ὅλοι οἱ θρησκευόμενοι στόν 21ο αἰώνα εἶναι ἡ αὐτοκριτική. Πρωτίστως νά μήν ἀποκρύπτουμε ὅτι τά θρησκεύματα στήν ἱστορική τους συγκεκριμένη δομή ἔχουν ἐπανειλημμένως ὑπονομεύσει τήν εἰρήνη, προδίδοντας τό βαθύτερο εἰρηνικό πνεῦμα τῆς ὑγιοῦς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας.
Διάφοροι θρησκευτικοί παράγοντες ἔχουν κατά καιρούς ἐμπλακεῖ σέ συρράξεις, προβάλλοντας θρησκευτικά συνθήματα καί συμβάλλοντας στήν ἀνάφλεξη καί συντήρηση ποικίλων συγκρούσεων. Ἄλλωστε, δέν εἶναι δύσκολο μέσα σέ κείμενα τῶν διαφόρων θρησκευμάτων να ἐξορύξει κανείς καί ὑλικό, τό ὁποῖο στηρίζει τήν ἐχθρότητα προς ἀνθρώπους ἤ ὁμάδες πού βρίσκονται ἐκτός τῆς συγκεκριμένης θρησκευτικῆς κοινότητος.
Ἀλλά ἀκόμη καί ἐναντίον ὁμοπίστων πού δέν συμφωνοῦν μέ τις ἀπόψεις τῆς ἐπιμέρους ὁμάδας. Ἡ ἱστορία εἶναι γεμάτη μέ τέτοιες θλιβερές σελίδες. Καιρός νά πάψουμε νά ὡραιοποιοῦμε το παρελθόν ἤ νά φωτίζουμε μονόπλευρα τά λάθη τῶν ἄλλων θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί να  παραβλέπουμε τά δικά μας. Ἡ ἀντικειμενική ἐπιστημονική ἔρευνα ἀσφαλῶς θά συμβάλει σ᾽ αὐτό. Ἀλλά βεβαίως, τά θρησκεύματα δέν ἀναπτύχθηκαν σ᾽ ἕνα κοινωνικό κενό, δέν κινοῦνται ὡς ἀνεξάρτητες ὀντότητες.
Βρίσκονται σε ἀλληλεπίδραση καί ἀλληλεξάρτηση μέ πολλούς ἄλλους παράγοντες, ἐθνικούς, φυλετικούς, κοινωνικούς, οἰκονομικούς. Ἐπηρεάζουν καί ἐπηρεάζονται. Καί θά ἦταν ἀνιστόρητο καί ἄδικο νά ρίξουμε μόνο στίς θρησκεῖες τήν εὐθύνη γιά ὅσα ἔχουν συμβεῖ. Ἐπίσης, χρειάζεται νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δεν εὐθύνονται οἱ σημερινές γενιές τῶν ὀπαδῶν τῶν διαφόρων θρησκευμάτων γιά τά λάθη τῶν προγενε στέρων γενεῶν.
Γιά τήν ἀξιοποίηση τῶν εἰρηνοφόρων στρωμάτων πού ὑπάρχουν στά θρησκεύματα, ἀποφασιστικῆς σημασίας εἶναι ὁ τρόπος ἑρμηνείας τοῦ βασικοῦ πυρήνα τοῦ καθενός ἀπό αὐτά. Σήμερα εὐτυχῶς υἱοθετεῖται μιά προσπάθεια ἑρμηνείας τῶν παραδοσιακῶν θρησκευτικῶν ἀξιῶν πού ὑποστηρίζει γενικά τήν εἰρηνική διαβίωση. Γιά μερικά βασικά θέματα, ὅπως εἶναι ἡ κοινή καταγωγή τῶν ἀνθρώπων, ἡ εἰρήνη, ἡ δικαιοσύνη, παρατηρεῖται σύγκλιση ἀπόψεων.
Διάφοροι θρησκευτικοί ἡγέτες καί διανοητές προβάλλουν ἤ ἀνακαλύπτουν στίς παραδόσεις τους στοιχεῖα ἀνταποκρινόμενα στίς νέες ἀπαιτήσεις. Μέσω αὐτῆς τῆς δυναμικῆς, χριστιανικά ἰδεώδη διεισδύουν καί ἀναπτύσσονται σέ διάφορες θρησκευτικές ἀναζητήσεις ἀνά τόν κόσμο, μέσω ἄλλων διαύλων. Ἄς ἀφήνουμε τόν Παράκλητο, τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού εἶναι «ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», νά ἐπηρεάζει ὅπως Ἐκεῖνος γνωρίζει τούς ἀνθρώπους πού γεννήθηκαν σέ ἄλλα θρησκευτικά περιβάλλοντα.

Ἐλπιδοφόρα κληρονομιά

Ἐλπιδοφόρα κληρονομιά πού μᾶς ἄφησε ὁ 20ός αἰώνας εἶναι ὁ διαθρησκειακός διάλογος. Εἶχα τήν εὐκαιρία νά μετέχω ἐπίσημα ἀπό τό 1970 στην ὑπεύθυνη θεολογική ὁμάδα «Διάλογος μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκειῶν καί ἰδεολογιῶν» τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Καί ἀπό τό 2001 σε δεκάδες Διαθρησκειακές συναντήσεις, πού διοργανώθηκαν ἀπό ποικίλους ὀργανισμούς, μέ θέμα την εἰρηνική συνύπαρξη καί συνεργασία στόν σύγχρονο κόσμο.
Ὑπῆρξε μιά δύσκολη ὑπόθεση. Δέν ἔλειψαν καί οἱ ἀπογοητεύσεις. Κάθε προσπάθεια ἄλλωστε ἔχει τά ὅριά της. Ὁ σοβαρός διαθρησκειακός διάλογος πάντως μπορεῖ νά διευκολύνει στήν καλύτερη κατανόηση βασικῶν πλευρῶν τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας ἄλλων λαῶν καί πολιτισμῶν. Δέν πρόκειται γιά μιά ἀφηρημένη συνάντηση μεταξύ θρησκευτικῶν συστημάτων, ἀλλά γιά ἐπικοινωνία προσώπων πού μετέχουν στην ἴδια ἀνθρώπινη φύση.
Δέν σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι κατά τή διεξαγωγή του θά σιγήσουμε γιά τίς ἰδιαιτερότητες τῆς θρησκευτικῆς μας πίστεως καί θά προδώσουμε τήν ταυτότητά μας. Ἄλλο ὅμως τό νά ἐκθέτουμε τήν πίστη μας καί τίς ἀλήθειες στίς ὁποῖες στηρίζεται ἡ ζωή μας, καί ἄλλο τό νά εἴμαστε ἐπιθετικοί, διαστρεβλώνοντας τίς ἀπόψεις τῶν διπλανῶν μας καί καλλιεργώντας καχυποψία καί ἐχθρότητα.
Μετά τήν 11η Σεπτεμβρίου 2001 παρουσιάσθηκε μιά ἐπιτάχυνση στή διοργάνωση Διαθρησκειακῶν συναντήσεων ἀπό διαφόρους ἐπισήμους καί ἀνεπισήμους φορεῖς. Δυστυχῶς, πολλές φορές, ἀντί οὐσιαστικοῦ διαλόγου ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας σιδηρόδρομος μονολόγων. Παρά ταῦτα, πιστεύω ὅτι καί αὐτές οἱ ἐπαφές εἶναι χρήσιμες. Μεταφέρουν διεθνῶς σημαντικές εἰρηνικές ἰδέες καί προτάσεις.

Eμφανής ἡ προσπάθεια γιά ἀλληλοκατανόηση

Προφανῶς, πρέπει νά ἀποφύγουμε τήν ψευδαίσθηση ὅτι θά ὑπάρξει σύντομα πλήρης συμφωνία μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν διαφόρων θρησκευμάτων. Εἶναι ὅμως εμφανής ἡ προσπάθεια γιά ἀλληλοκατανόηση. Οἱ συναντήσεις αὐτές συμβάλλουν στήν ὑπέρβαση παρανοήσεων, στην ἀνταλλαγή ἀπόψεων πού βοηθοῦν να καταλάβουμε τίς ἀνησυχίες, τίς θέσεις καί τά ἐπιχειρήματα τῶν ἄλλων.
Μέ παρρησία καί νηφαλιότητα ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, στίς Βρυξέλλες (19.12.2001), μεταξύ ἄλλων ἀνέφερε: «Γνωρίζομεν τι πάρχουν διαφορα θρησκευτικν ντιλήψεων μεταξ μν. Δν θεωρομεν μως παραίτητον τν ξάλειψιν ατν δι τν πίτευξιν τς ερήνης τν καρδιν μας κα τς κοινωνικς ερήνης. Σεβόμεθα τν συνάνθρωπον κα τς πεποιθήσεις του κα κριβς π το σεβασμο ατο οκοδομομεν τν μετ ατο διάλογον κα τν μετ ατο ερηνικν συνεργασίαν». Καί ἀλλοῦ: «μες ο θρησκευτικο γέται φείλομεν ν γούμεθα τς ερηνοποιο προσπαθείας κα χι ν πώμεθα τν πολιτικν. Πολλ μλλον δν προσήκει ες μς ν παρεμποδίζωμεν τν ερήνην δι κηρυγμάτων φανατισμο κα μισαλλοδοξίας».
Ἀξιομνημόνευτες εἶναι οἱ ἰδέες καί τά μηνύματα ὁρισμένων Διακηρύξεων: «Κανείς πόλεμος δέν εναι ερός, μόνον ερήνη εναι ερή». «Κάθε γκλημα ν νόματι τς θρησκείας εναι γκλημα κατά τες θρησκείας» (Διακήρυξη τοῦ Βοσπόρου, 1994). «Ες τν σημαντικωτέρων ρόλων τς θρησκείας εναι ν φέρ τν ερήνην το Θεο ν τ κόσμ ες τε τοπικν κα ες παγκόσμιον προοπτικήν. Εθύνη τν θρησκευτικν γετν εναι ν παρεμποδίσουν τν χρησιμοποίησιν το θρησκευτικοζήλου δι ξένους πρς τν ποστολν ατν σκοπούς». «Ἀπορρίπτομεν ὁμοφώνως τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡ θρησκεία συμβάλλει εἰς μίαν ἀναπόφευκτον σύγκρουσιν πολιτισμῶν. Ἀντιθέτως, ἐπιβεβαιοῦμεν τὸν ἐποικοδομητικὸν καὶ διδακτικὸν ρόλον τες θρησκείας εἰς τὸν διάλογον μεταξὺ τῶν πολιτισμῶν» (Διακήρυξη Βρυξελλῶν, 2001).
«ναλαμβάνουμε τήν ποχρέωση νά διακηρύξουμε τή σταθερή πεποίθησή μας τι βία και τρομοκρατία εναι ντίθετα στό ληθινό πνεμα τς θρησκείας καί νά καταδικάσουμε πσα καταφυγή στή βία καί τόν πόλεμο στό νομα το Θεοκαί τς θρησκείας». «ναλαμβάνουμε τήν ποχρέωση νά κάνουμε δική μας την κραυγή ατν πού ρνονται να παραδοθον στή βία καί το κακό, καί πιθυμομε νά συμβάλλουμε μέ λες μας τίς δυνάμεις γιά νά δώσουμε στήν νθρωπότητα στήν ποχή μας πραγματική λπίδα γιά τήν ερήνη» (Διακήρυξη Ἀσσίζης, 2002).
Τελικά, οἱ συναντήσεις αὐτές μέ τά μηνύματά τους διαχέουν στήν ἀνθρωπότητα ἰδέες καταλλαγῆς. Βεβαίως ὀφείλουμε νά μείνουμε νηφάλιοι και νά μήν παρασυρθοῦμε σέ ὑπερτίμηση τῶν δυνατοτήτων μας.

slpress.gr