Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Ο Ελληνισμός της Τουρκίας και τα πάθη του μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης

Φώτης Καρύδας

Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, αλλά και την επικείμενη συνάντηση του υπουργού άμυνας με τον Τούρκο ομόλογό του, πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν μία επαναπροσέγγιση των δύο λαών, καθώς και μια βελτίωση των διμερών σχέσεων. Επειδή όμως και στο παρελθόν ζήσαμε αρκετές τέτοιες προσεγγίσεις και φιλίες, οι οποίες όχι μόνο δεν ωφέλησαν τον ελληνισμό της Τουρκίας, αλλά αντίθετα επιταχύνθηκε ο ξεριζωμός του.

Είναι γνωστό ότι ο ελληνισμός είχε μια λαμπρή και μακραίωνη παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι Έλληνες στελέχωναν τις κρίσιμες θέσεις της κρατικής γραφειοκρατίας, ενώ μαζί με τους Εβραίους και τους Αρμένιους διεξήγαγαν όλη την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα. Η φθίνουσα πορεία του ελληνισμού ξεκινά με τη Μικρασιατική καταστροφή, όταν η Σύμβαση «περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», που υπογράφηκε στη Λοζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923, όριζε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, μεταξύ των δύο κρατών. Βέβαια, με βάση το Άρθρο 2 της Σύμβασης, εξαιρούνταν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολής και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. 

Επίσης, με το Άρθρο 14 της Συνθήκης της Λοζάνης, που υπογράφηκε έξι μήνες αργότερα, δικαιούνταν να παραμείνουν στις εστίες τους οι Έλληνες κάτοικοι των νήσων Ίμβρου και Τενέδου. Αν και με την υπογραφή της Συνθήκης, ο ελληνικός πληθυσμός των παραπάνω περιοχών ήταν μεγαλύτερος των 250.000, η μείωσή του ξεκίνησε από την επόμενη ημέρα, καθώς η τουρκική κυβέρνηση, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός κράτους εθνικά αμιγούς, σύμφωνα με τις επιταγές του Ατατούρκ, αρχίζει να δημιουργεί τεράστια προβλήματα τόσο στις μειονότητες όσο και στους ξένους υπηκόους. 
Σε αυτό το πλαίσιο υποβαθμίζεται ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μπαίνουν περιορισμοί στην ελεύθερη λατρεία, ενώ οι Έλληνες αρχίζουν να διαπιστώνουν συνεχή προβλήματα τόσο στον επαγγελματικό τους χώρο όσο και στις σχέσεις τους με το κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα ή τη Δυτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα κατά την απογραφή του 1927, ο ελληνισμός να ανέρχεται σε 135.000, από τους οποίους οι 25.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι και οι υπόλοιποι Ρωμιοί της Πόλης. 

Όμως, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός πληθυσμός γίνονταν, μέρα με την ημέρα όλο και πιο έντονα. Έτσι, παρά την ελληνοτουρκική προσέγγιση και «φιλία», που καθιερώθηκε προκειμένου να εξαλειφθούν προβλήματα και να ξεθωριάσουν οι αρνητικές μνήμες προς όφελος της ειρήνης και της ευημερίας, η κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού συνεχίζει να επιδεινώνεται. Με τον νόμο 2007/1932 απαγορεύεται η άσκηση 20 επαγγελμάτων από τους ξένους υπηκόους της Τουρκίας, με αποτέλεσμα να πληγεί άμεσα το ελληνικό στοιχείο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι μισοί από τους 25.000 Έλληνες υπηκόους να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα στην επόμενη διετία.
Το επόμενο χτύπημα εναντίον του ελληνισμού έλαβε χώρα το 1941, αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας μας από τις δυνάμεις του Άξονα. Η τουρκική κυβέρνηση επιστρατεύει 20 κλάσεις ομογενών, ηλικίας από 25 έως 45 ετών και τους στέλνει στα βάθη της Ανατολίας, στα λεγόμενα τάγματα εργασίας (amele taburlari). Εκεί οι Έλληνες υποχρεώνονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό απάνθρωπες συνθήκες για την πραγματοποίηση εργασιών οδοποιίας, εκβραχισμών, εκχιονισμών κλπ, με αποτέλεσμα τον θάνατο ή τη μόνιμη αναπηρία πολλών εξ’ αυτών.

Όμως, τα σκληρά και απάνθρωπα αντι-μειονοτικά μέτρα δεν σταμάτησαν εδώ. Το 1942, η τουρκική Εθνοσυνέλευση επινόησε τον φόρο της ευμάρειας (varlik vergisi), για όλους τους υπηκόους, με το πρόσχημα να καταπολεμηθεί η μαύρη αγορά που δημιουργήθηκε εξαιτίας του πολέμου στις γειτονικές χώρες. Τελικά, η φορολογία αυτή επιβλήθηκε μόνο στις μειονότητες (Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους) και το ύψος της καθοριζόταν αυθαίρετα από τον τοπικό κομματάρχη του Λαϊκού Κόμματος, χωρίς να δίνεται το δικαίωμα ένστασης. Τις περισσότερες φορές δε, ξεπερνούσε κατά πολύ την αξία της περιουσίας, ενώ αν δεν εξοφλείτο εντός 15 ημερών, η περιουσία του οφειλέτη οδηγείτο σε πλειστηριασμό. Αν παρόλα αυτά έμενε και οφειλή, τότε ο οφειλέτης οδηγείτο σε καταναγκαστικά έργα προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του. Βέβαια, για την τήρηση των προσχημάτων ο φόρος επιβλήθηκε και σε κάποιους επιλεγμένους Τούρκους. Η συγκεκριμένη φορολογία εξόντωσε οικονομικά το εύρωστο ελληνικό στοιχείο και οδήγησε χιλιάδες οικογένειες στην απόγνωση. Επιπλέον, πολλοί από εκείνους που υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία έχασαν τη ζωή τους ή έμειναν ανάπηροι. 

Η παραπάνω εξοντωτική φορολογία διήρκεσε μέχρι το 1944, οπότε η κυβέρνηση την απέσυρε, αφού έβλεπε ότι η πλάστιγγα των διεθνών εξελίξεων έγερνε υπέρ των συμμάχων. Είχε όμως επιτελέσει τον σκοπό της. Στα επόμενα χρόνια, λόγω των ασφυκτικών πιέσεων που ασκούσαν οι ΗΠΑ, το καθεστώς αρχίζει να γίνεται πιο φιλελεύθερο, ενώ διενεργούνται εκλογές, καταργείται ο μονοκομματισμός και οι ψήφοι των μειονοτήτων γίνονται στόχος των πολιτικών κομμάτων. Όσον αφορά στην οικονομία, αρχίζει να πνέει ένας άνεμος φιλελευθερισμού, ενώ για πρώτη φορά αμφισβητείται ο κρατικός οικονομικός υπερσυγκεντρωτισμός. 

Σε αυτό το πλαίσιο, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι πλέον σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, το ελληνικό στοιχείο αρχίζει να «αναπνέει» οικονομικά, να ασχολείται, εκ νέου, με τις οικονομικές δραστηριότητες του παρελθόντος και γρήγορα να ανακτά τις περιουσίες που είχε απολέσει από την επιβολή του φόρου ευμάρειας. Αυτή η ανάκαμψη δημιούργησε φθόνο μεταξύ του εξαθλιωμένου τουρκικού πληθυσμού, ο οποίος εργαλειοποιήθηκε κατάλληλα από την τουρκική κυβέρνηση. Όμως, η κατάσταση έφτασε στα άκρα με την ανάδειξη του Κυπριακού προβλήματος και τη θετική στάση της κυβέρνησης Παπάγου απέναντι στον αγώνα των Κυπρίων, που επιθυμούσαν να ενωθούν με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση Μεντερές εκμεταλλεύεται την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ τον Απρίλιο του 1955 και πιέζει, χωρίς αποτέλεσμα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα να τον καταδικάσει δημόσια. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη στοχοποίηση του ελληνικού στοιχείου της Τουρκίας. 
Η κατάσταση συνεχίζει να κλιμακώνεται μέχρι τη νύχτα της 5ης προς 6 Σεπτεμβρίου 1955, όταν εκρήγνυται βόμβα στο τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο στεγαζόταν στο σπίτι που υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Η παραπάνω ενέργεια αποδείχτηκε ότι ήταν προβοκάτσια και είχε προσχεδιαστεί προκειμένου να δοθεί η αφορμή για την έναρξη θηριωδιών εναντίον του ελληνικού στοιχείου της Πόλης. Έτσι, τη νύχτα της 6ης προς 7 Σεπτεμβρίου 1955, ο μαινόμενος τουρκικός όχλος ξεχύθηκε και άρχισε να λεηλατεί τις ελληνικές συνοικίες. Στην πραγματικότητα, αυτή η ενέργεια δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά αποτέλεσμα ενός σχεδίου που είχε εκπονηθεί από τη Διεύθυνση Ειδικού Πολέμου του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Βάσει αυτού του σχεδίου, είχαν επισημανθεί από πριν οι κατοικίες και οι επαγγελματικοί χώροι των Ελλήνων, ενώ οι ενέργειες του πλήθους ήταν συντονισμένες και κεντρικά κατευθυνόμενες. Ο τραγικός απολογισμός αυτής της λεηλασίας ήταν η ολική καταστροφή 1.000 ελληνικών σπιτιών και η εκτεταμένη φθορά άλλων 2.500 και η καταστροφή εκατοντάδων καταστημάτων, βιοτεχνιών, πολιτιστικών συλλόγων και εκκλησιών. 

Από το μένος του πλήθους δεν γλίτωσαν και τα νεκροταφεία, αφού συλήθηκαν ακόμα και τάφοι ομογενών, ενώ σκοτώθηκαν τουλάχιστον 30 Έλληνες. Τα παραπάνω γεγονότα έδωσαν τη χαριστική βολή στο ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο καταστράφηκε οικονομικά και πάρα πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν για την Ελλάδα, υπό το κλίμα τρομοκρατίας που δημιουργήθηκε.

Το τελειωτικό χτύπημα στον ελληνισμό της Τουρκίας αποτέλεσαν οι απελάσεις του 1964 – 65, βάσει ενός σχεδίου που είχε προετοιμαστεί από το 1957 και εφαρμόστηκε με αφορμή τις διακοινοτικές συγκρούσεις, που ξεκίνησαν στην Κύπρο τα Χριστούγεννα του 1963. Η τουρκική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τα γεγονότα στην Κύπρο προκειμένου να εξοντώσει το ελληνικό στοιχείο της Πόλης, αλλά και να χτυπήσει τον ελληνισμό της Ίμβρου και της Τενέδου. Εκείνη την περίοδο κατηγορήθηκαν εκατοντάδες ομογενείς για κατασκοπεία κατά της Τουρκίας και εξωθήθηκαν σε απέλαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αστυνομία υποχρέωνε τους ομογενείς να υπογράφουν έγγραφα, τα οποία απαγορευόταν να τα διαβάσουν. Έτσι, με χαλκευμένες κατηγορίες υποχρεώθηκαν σε απέλαση χιλιάδες Έλληνες.

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και διάφορες άλλες πολιτικές, οι οποίες δυσχέραιναν τη ζωή στην Τουρκία. Κορυφαίο παράδειγμα είναι το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, το 1971, μιας Σχολής που αποτελούσε το φυτώριο των κληρικών που στελεχώνουν το Πατριαρχείο. Με αυτή την ενέργεια οι Τούρκοι αποσκοπούσαν στον αφανισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου τις επόμενες δεκαετίες.

Σήμερα, το άλλοτε ακμαίο ελληνικό στοιχείο της Π όλης, της Ίμβρου και Τενέδου, αριθμεί μόλις 2.000 έως 3.000 κατοίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μεγάλης ηλικίας και με αμελητέα οικονομική δραστηριότητα. Συγκρίνοντας αυτούς τους αριθμούς με τις δεκάδες χιλιάδες ομογενών που ζούσαν εκεί μερικές δεκαετίες πριν και αποτελούσαν έναν πανίσχυρο οικονομικό παράγοντα, μόνο θλίψη μπορούμε να αισθανθούμε. Αν επιπλέον δούμε και την πενιχρή στελέχωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του φάρου της Ορθοδοξίας, δεν μένουν περιθώρια αισιοδοξίας. 

Όμως, αυτό που εξοργίζει περισσότερο τον ελληνικό λαό είναι ότι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης απολαμβάνουν όλα τα προνόμια που τους παρέχει η Συνθήκη της Λοζάνης. Όλα αυτά λοιπόν πρέπει να τα έχει κατά νου η κυβέρνηση όταν προγραμματίζονται επισκέψεις στην Τουρκία ή συναντήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων. Γιατί διπλωματία και άσκηση εξωτερικής πολιτικής χωρίς γνώση της ιστορίας δεν υπάρχει.

* Ο Φώτης Καρύδας είναι δημοσιογράφος

Πηγή: Πρώτο Θέμα