Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Ασσύριοι: Οι πολεμικές μηχανές της αρχαίας Μεσοποταμίας

Παντελής Καρύκας
Η ιστορία της Ασσυρίας διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Η τρίτη από αυτές η λεγόμενη Νέο-Ασσυριακή υπήρξε η πλέον ένδοξη, αιματοβαμμένη αλλά και καταστροφική. Η εν λόγω περίοδος ξεκινά το 745 π.Χ. και λήγει το 609 π.Χ. με την οριστική διάλυση του ασσυριακού κράτους.
Μετά τον θάνατο του βασιλιά Σαλμανασέρ Γ’ το 824 π.Χ. το βασίλειο συγκλονίστηκε από εξεγέρσεις και εμφυλίους πολέμους. Η περίφημη βασίλισσα Σεμίραμις (Σαμμουραράτ) και ο γιος της Ανταντ Νιραρί Γ’ δεν πέτυχαν να ελέγξουν την κατάπτωση.
Το 745 π.Χ. ο στρατηγός Πιλού επαναστάτησε κατέκτησε τον θρόνο και έλαβε το όνομα Τιγλάθ Πιλασέρ Γ’. Ο εν λόγω αποδείχθηκε μεγάλος μεταρρυθμιστής και αναδιοργάνωσε κράτος και στρατό. Ο τελευταίος αποτέλεσε το κύριο στήριγμα της βασιλείας, αλλά και το όργανο νέων κατακτήσεων και κατά συνέπεια νέων κερδών για την αυτοκρατορία.
Ο στρατός διακρινόταν σε τέσσερα κύρια τμήματα. Το πρώτο (Κουρουμπούτι) αφορούσε τα στρατεύματα του βασιλικού οίκου, ένας είδος βασιλικής φρουράς. Το δεύτερο (Κισίρ Σαρούτι) ήταν ο τακτικός, μόνιμος στρατός του βασιλιά. Σε αυτόν κατατάσσονταν και πολλοί ξένοι στους οποίους δίνονταν ασσυριακές στολές και όπλα, ώστε να μην ξεχωρίζουν από τους γηγενείς και να ενσωματώνονται εύκολα. Αναφέρεται και παρουσία Ελλήνων.
Το τρίτο (Σαμπ Σαρί) οι «άνδρες του βασιλιά», ήταν περιφερειακές δυνάμεις, με άνδρες που δεν υπηρετούσαν μόνιμα. Τέλος, το Ντικούτ Ματί ήταν το σύνολο των ικανών να φέρουν όπλα ανδρών. Το τμήμα αυτό συγκροτείτο μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης. Οι άνδρες του ήταν επιστρατευμένοι υπήκοοι, απειροπόλεμοι και άσχημα οπλισμένοι.
Το σώμα Κουρουμπούτι αποτελούσε τη φρουρά του βασιλιά, της βασίλισσας και του πρίγκιπα διαδόχου. Έκαστο από τα τρία αυτά πρόσωπα διέθετε τη δική του προσωπική φρουρά. Αποτελείτο από βαριά τέθριππα άρματα, ιππείς και επίλεκτους πεζούς δορυφόρους. Την περίοδο που ήταν βασιλιάς ο Σαργών Β’ η προσωπική του φρουρά συγκροτείτο από 1.000 άνδρες.
Και το Κισίρ Σαρούτι αποτελείτο από μονάδες αρμάτων, ιππικού και πεζικού. Το πεζικό διακρινόταν σε δορυφόρους, οπλισμένους όπως και οι φρουροί, με μεγάλη ασπίδα, δόρυ και σπαθί και σε ελαφρά οπλισμένους τοξότες και σφενδονήτες. Το Σαμπ Σαρί συγκροτείτο από άνδρες που κατείχαν κλήρο γης ή εργάζονταν σε κτήματα ευγενών. Το σώμα συγκροτείτο σε έκαστη επαρχία όταν συνέτρεχε λόγος, αποτελώντας πρωτίστως την επαρχιακή δύναμη άμυνας.
Ανώτατος αρχηγός του στρατού ήταν ο βασιλιάς (Σαρούμ). Αμέσως μετά ήταν οι στρατηγοί του (Τουρτανού). Υπήρχαν δύο Τουρτανού, αυτός του δεξιού κέρατος και αυτός του αριστερού. Μικρότερη τακτική υπομονάδα ήταν η δεκάδα. Ένας αριθμός δεκάδων συγκροτούσε έναν λόχο. Αριθμός λόχων συγκροτούσε ένα Σακνού που θα μπορούσε να είναι συγκρότημα επιπέδου τάγματος ή συντάγματος.
Η κατώτερη μονάδα αρμάτων διέθετε πέντε οχήματα. Το ιππικό διακρινόταν σε δύο τύπους που πολεμούσαν όμως σε κοινές μονάδες με το ήμισυ των ανδρών οπλισμένο με τόξα και σπαθί και τους λοιπούς με δόρυ και σπαθί. Φαίνεται πως οι Ασσύριοι υιοθέτησαν από τους Ελαμίτες αντιπάλους τους τα ελαφρά άρματα μεταφοράς στρατιωτών καλαπάνι.
Τα άρματα αυτή την εποχή ήταν κυρίως τέθριππα και μετέφεραν έναν οδηγό και τρεις πολεμιστές εξοπλισμένους με ακόντια και τόξο. Τα ασσυριακά βαριά άρματα ήταν όργανα κρούσης όπως οι μεσαιωνικοί ιππότες. Στόχος τους ήταν η διάσπαση και διάλυση του εχθρού.
Τα άρματα τάσσονταν συνήθως στα άκρα της παράταξης υποστηριζόμενα από ιππικό. Το ιππικό πέραν της αποστολής πλαγιοφύλαξης ήταν ικανό να κινηθεί να αναλάβει επίσης αποστολές κρούσης αλλά και καθυστέρησης και καταπόνησης του εχθρού. Υπήρχαν και ελαφρά οπλισμένοι ιπποτοξότες που δρούσαν περισσότερο ως ανιχνευτές και αγγελιοφόροι.
Το βαρύ πεζικό χρησιμοποιούσε μεγάλες ασπίδες που κάλυπταν τον πολεμιστή από τους αστραγάλους μέχρι το στόμα του σχεδόν. Φορούσαν κράνος και θώρακα και ήταν οπλισμένοι με δόρυ και σπαθί. Σχηματίζονταν σε πυκνό σχηματισμό τύπου φάλαγγας, αλλά δεν χρησιμοποιούσαν την τεχνική του ωθισμού όπως οι Έλληνες.
Υπήρχε και ελαφρύτερα οπλισμένο πεζικό που έφερε μικρότερη ασπίδα, δόρυ και σπαθί, κράνος αλλά ελαφριά ή καθόλου θωράκιση. Οι άνδρες αυτοί ήταν πιο ευκίνητοι και μπορούσαν να υποστηρίξουν τα άρματα αλλά και να πολεμήσουν σε δύσβατο έδαφος υιοθετώντας χαλαρούς σχηματισμούς.
Υπήρχαν, επίσης, τμήματα βαρέων τοξοτών, εφοδιασμένων με κράνος και θώρακα και οπλισμένων με σπαθί και τόξο. Οι άνδρες αυτοί παρατάσσονταν σε πυκνό σχηματισμό υποστηρίζοντας με τα βλήματά τους το άλλο πεζικό. Ρόλο υποστήριξης πεζικού, αρμάτων και ιππικού είχαν και οι ελαφροί πεζοί, σφενδονήτες και τοξότες που πολεμούσαν σε πολύ χαλαρούς σχηματισμούς. Οι άνδρες αυτοί δεν έφεραν ούτε κράνος, ούτε κάποιο είδος θωράκισης, ούτε καν ασπίδα.
Τέλος, οι ορδές του Ντικούτ Ματί έφεραν σπαθιά, δόρατα, ακόντια μέχρι και αγροτικά εργαλεία. Οι Ασσύριοι είχαν μεγάλη εμπειρία στις πολιορκητικές επιχειρήσεις και ήταν από τους πρωτοπόρους στην κατασκευή πολεμικών μηχανών.
Στην εν λόγω περίοδο η Ασσυρία είδε μεγάλους βασιλείς και κατακτητές, όπως τον Σαργών, τον Σεναχερίμ, τον Εσαρχαδόν ή τον Ασουρμπανιμπάλ (τον Σαρδανάπαλο των Ελλήνων). Ωστόσο, οι συνεχείς εμφύλιοι πόλεμοι για τον θρόνο εξάντλησαν το κράτος.
Οι Μήδοι, οι Βαβυλώνιοι και οι σύμμαχοί τους επαναστάτησαν κατά των εξαντλημένων Ασσυρίων και το 614 π.Χ. κυρίευσαν την πρωτεύουσα του κράτους Νινευί. Ο τελευταίος βασιλιάς και γιος του Ασουρμπανιμπάλ, ο Σιν Σαρ Ισκούν αυτοπυρπολήθηκε μαζί με την οικογένειά του στο παλάτι του, λίγο πριν μπουν σε αυτό οι εχθροί. Πυρήνες του ασσυριακού στρατού υποχώρησαν στη Χαράν και συνέχισαν να αντιστέκονται μέχρι το 609 π.Χ.

slpress.gr