Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Προσέξτε τι πραγματικά συμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό

 Άρθρο του Παντελή Σαββίδη

Οι επερχόμενες εκλογές δεν θα είναι σημαντικές μόνο ως προς την κυβερνητική διακύβευση – ποιος δηλαδή θα κυβερνήσει, αλλά και αν θα κυριαρχήσει στον αριστερό/κεντροαριστερό χώρο ο ΣΥΡΙΖΑ. Φυσικά, με τις προβλέψεις που μπορούν να γίνουν αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης και της Κεντροαριστεράς. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Ή μάλλον, το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η πλειοψηφία του λαού δεν έχει πολιτικό φορέα που να την εκφράζει.

Τα μείζονα ζητήματα της χώρας είναι, βεβαίως, οικονομικά, αλλά δεν είναι μόνο οικονομικά. Είναι ταυτότητας και εθνικά.
Αν αποδεχθούμε ότι οι παροχές δεν λύνουν κανένα οικονομικό πρόβλημα και πως αν δεν παραχθεί πλούτος πολύ σύντομα θα σταματήσουν, τότε το συμπέρασμα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκφράζει την συντριπτική πλειονότητα του κόσμου που πολιτικά νιώθει στο Κέντρο/Κεντροαριστερά αλλά ανησυχεί και για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ταυτότητας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν, και εν πολλοίς παραμένει, ένα αμάλγαμα αριστερών σεχτών του μακρού μεταπολιτευτικού χρόνου στις οποίες προσέδωσε την κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη ο αναθεωρητισμός του ΚΚΕες (αναθεωρητισμός όχι μόνο στο εσωτερικό της κομμουνιστικής ιδεολογίας αλλά γενικότερα) και την εκλογική βάση για να γίνει κόμμα εξουσίας το μεγαλύτερο ποσοστό που συγκροτούσε τον μόνιμο πυρήνα του ΠΑΣΟΚ. Ψηφίστηκε και συνεργάστηκε και με ένα τμήμα της Δεξιάς, με το οποίο συνεχίζει να συμπορεύεται.
Προεξάρχοντος του Τσίπρα, ο σκληρός πυρήνας του κόμματος κινήθηκε στην τροτσκιστική λογική του εισοδισμού. Προκειμένου να πετύχει τον τακτικό του στόχο, συμμάχησε και συμμαχεί με την κάθε φορά δύναμη που θα του δώσει τη δυνατότητα να τον πετύχει. Συμμάχησε και συμμαχεί με ένα τμήμα της Δεξιάς, συμμάχησε και συγκυβέρνησε με τους ΑΝΕΛ, συμμάχησε και κατέκτησε την εξουσία με τις εξωκοινοβουλευτικές κομμουνιστικές δυνάμεις οι οποίες αποδείχτηκαν, πέραν αρχών, το ίδιο εξουσιομανείς όπως και οι αστικές.
Ο άμεσος τώρα στόχος του είναι η εκλογική επιτυχία. Και επειδή νιώθει ότι η τετράχρονη εξουσία τού προκάλεσε φθορές, αναζητά υποστήριξη από δυνάμεις με τις οποίες νιώθει ιδεολογικά πλησιέστερα, όπως είναι οι αποδομητικές δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς/Κεντροαριστεράς που είναι υπαρκτές στον ελληνικό χώρο. Αν και είναι μειοψηφικές, κατέχουν τις κυριότερες θέσεις εξουσίας με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης κάθε μορφής.
Υπάρχει, δηλαδή, τεράστια αναντιστοιχία μεταξύ της διοίκησης του ελληνικού κράτους (πολιτικής και γραφειοκρατικής) και της επιθυμίας της ελληνικής κοινωνίας. Το ότι αυτή η αναντιστοιχία δημιουργεί πρόβλημα λειτουργίας της δημοκρατίας δεν ενδιαφέρει απολύτως κανέναν. Και δεν ενδιαφέρει διότι η αποδομητική τάση διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα. Δεν απαντάται μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει, καιροσκοπικά κοιμωμένη, και στη Νέα Δημοκρατία και στο ΚΙΝΑΛ. Φυσικά, κυριαρχεί στο «Ποτάμι». Τα υπόλοιπα κόμματα (ΚΚΕ) δεν ενδιαφέρουν διότι δεν επηρεάζουν τον δημόσιο λόγο, ή δεν έχουν πια καμιά σημασία (ΑΝΕΛ, Λεβέντης, κτλ.).
Η αντιπαράθεση σήμερα δεν δίνεται στη βάση του παλιού πολιτικού διαχωρισμού κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπούν τα πολιτικά κόμματα, αλλά στην αντίληψή τους για το τι είμαστε (ταυτότητα) και πού πάμε (οικονομία, εθνικά θέματα). Και εδώ βρίσκεται το βαθύ ρήγμα κοινωνίας και πολιτικής.
Η συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας πιστεύει στην ταυτότητα που έχει διαμορφώσει ως καταγωγή και εξέλιξη, πιστεύει στην παράδοση, πιστεύει στην υπεράσπιση της ακεραιότητας της χώρας και στην έννοια της πατρίδας.
Το πολιτικό σύστημα, αντιθέτως, έχει μια αποδομητική προσέγγιση ως προς το πρόταγμα της ταυτότητας, και μια πιο large προσέγγιση στην έννοια προάσπισης του εθνικού συμφέροντος. Του δίνει, κατά το δοκούν και αναλόγως της συγκυρίας, μια διαφορετική ερμηνεία. Τα παραδείγματα είναι πολλά και εκφράστηκαν, επιγραμματικά, με τη θεωρία περί μοναχοφάηδων του πρώην υπουργού Εξωτερικών.
Δηλαδή, δεν έχει σημασία τι δικαιούσαι από άποψη Διεθνούς Δικαίου ή συμφωνιών που επιτεύχθηκαν μετά από σκληρές πολεμικές αναμετρήσεις, αλλά αν με βάση το «μοναχοφαησόμετρο» του Ν. Κοτζιά έχεις ή όχι πολλά τα οποία πρέπει να μοιράσεις.
Αυτή είναι η βάση στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί τις (κατ’ αυτόν) «προοδευτικές» δυνάμεις να συσπειρωθούν γύρω του. Το λέει, άλλωστε. Πρόκριμα είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Ο προοδευτισμός ορίζεται με βάση το αν συμφωνείς ή όχι μαζί της. Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να είναι αριστερός ή κεντροαριστερός και να αντιτίθεται στη Συμφωνία των Πρεσπών.
Η διαχωριστική αυτή γραμμή που έσυρε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαφής. Και αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει στις εκλογές –και κέρδος δεν είναι μόνο η επικράτησή του ως πρώτου κόμματος αλλά και η ενισχυμένη παρουσία του ως δεύτερου–, η επικίνδυνη ιδεολογική αντίληψη που αποτελεί την πραγματική ταυτότητά του, θα επικρατήσει. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή.
Αυτό σημαίνει, λαμβανομένης υπόψη και της ρήσης του Δένδια «στη Νέα Δημοκρατία είμαστε πολλές τάσεις τη συνισταμένη των οποίων εκφράζει ο Μητσοτάκης», ότι η πλειονότητα του ελληνικού λαού θα μείνει χωρίς πραγματική πολιτική εκπροσώπηση.
Για τη στάση του ΚΙΝΑΛ ως προς τα παραπάνω η εικόνα δεν είναι σαφής. Στο ΚΙΝΑΛ και σε κοινωνικό και σε πολιτικό επίπεδο παρέμειναν, κυρίως, οι σημιτικές δυνάμεις. Και ο σημιτισμός αποτέλεσε τη μήτρα κυοφορίας αυτών των αντιλήψεων, πέραν της κομμουνιστικής αναθεωρητικής Αριστεράς. Παιδιά του Σημίτη είναι όσοι επιχειρούν να στήσουν την αβερώφεια γέφυρα.
Ποιος θα εκφράσει, λοιπόν, την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας πέραν των διαφόρων γραφικοτήτων που παρουσιάζονται; Διότι ό,τι εμφανίστηκε ως εναλλακτική πρόταση ως σήμερα, έχει στοιχεία γραφικά και ακραία. Η πλειοψηφία του λαού δεν είναι ούτε γραφική ούτε ακραία. Αναζητά έναν πολιτικό φορέα που θα σέβεται την ύπαρξη, την παρουσία της και το δικαίωμά της να ζήσει.
Αυτό είναι το νέο μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Το οποίο επιτείνεται με την επικράτηση, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, των στρατιωτικών και γραφειοκρατικών πυρήνων που έχουν ευρασιατικό προσανατολισμό.