Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Γιατί ο Ορμπαν και οι σύμμαχοί του δεν θα κερδίσουν τις ευρωεκλογές

Του Ιvan Krastev (*)
Η πολιτική στη δημοκρατία έχει ανάγκη από δράμα. Οι εκλογές αποτελούν μια μορφή θεραπευτική συνεδρίας όπου οι ψηφοφόροι βρίσκονται αντιμέτωποι με τους χειρότερους φόβους τους – ένας νέος πόλεμος, οικονομική κρίση, περιβαλλοντική φρίκη -, είναι πεισμένοι όμως ότι έχουν τη δύναμη να αποτρέψουν την καταστροφή.

Με την έννοια αυτή, η Ευρωπαϊκή Ενωση μετατρέπεται μπροστά στα μάτια μας σε μια πραγματική δημοκρατία. Οι ευρωεκλογές, που συνήθως είναι βαρετές, παράγουν για πρώτη φορά ένα δράμα που παρατηρεί κανείς συνήθως μόνο στις εθνικές εκλογές. Δύο μήνες πριν προσέλθουν στις κάλπες, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι έχουν την αίσθηση ότι κάτι σημαντικό θα συμβεί και ότι για όσους Ευρωπαίους δεν κάνουν τον κόπο να ψηφίσουν έχει κρατηθεί μια θέση στην κόλαση. Ποιος θα είναι ο κερδισμένος όμως όταν όλα τελειώσουν;
Είναι νωρίς να το πει κανείς. Προς το παρόν, οι πολιτικοί έχουν καταφέρει να πείσουν τους πολίτες ότι η Ευρώπη βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, δεν τους έχουν πείσει όμως ακόμη ότι έχουν τη δύναμη να την αποτρέψουν. Η οργή των Κίτρινων Γιλέκων είναι αισθητή σε πολλές χώρες, αλλά οι επικείμενες εκλογές δεν θα αποτελέσουν επανάληψη του δημοψηφίσματος για το Brexit. Και ο λόγος είναι απλός: κανένα από τα μεγάλα λαϊκιστικά κόμματα, είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς, δεν υποστηρίζει σήμερα ανοιχτά την έξοδο από την Ενωση και από το ευρώ.
Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που θα δημοσιευτεί σύντομα από το European Council on Foreign Relations και το YouGov, οι Ευρωπαίοι δεν χωρίζονται σε φιλοευρωπαίους και λαϊκιστές. Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες.
Η πρώτη είναι οι «desperados», ένας συνδυασμός «αυτών που φοβούνται το τέλος του κόσμου» κι «εκείνων που φοβούνται το τέλος του μήνα». Οι άνθρωποι αυτοί είναι πεισμένοι ότι τόσο η ΕΕ όσο και τα εθνικά κράτη είναι τελειωμένα. Είναι η μεγαλύτερη ομάδα σε πολλές χώρες, όχι όμως αναγκαστικά και η ομάδα που περιλαμβάνει τους περισσότερους πολίτες που θα ψηφίσουν.
Η δεύτερη ομάδα είναι οι ψηφοφόροι που κοιτάζουν γύρω τους και πιστεύουν ότι, παρά τα προβλήματα, η ΕΕ και τα εθνικά κράτη λειτουργούν. Ακολουθούν οι ένθερμοι «Βρυξελλιώτες»: αυτοί πιστεύουν ότι η ΕΕ λειτουργεί, αλλά οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν χρεοκοπήσει. Υπάρχουν τέλος και οι αμετανόητοι εθνικιστές που αποτελούν μειοψηφία και πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι η ΕΕ και τα εθνικά κράτη η λύση.
Ο φόβος πολλών φιλοευρωπαίων είναι ότι η πόλωση που παρατηρείται σήμερα στην ευρωπαϊκή πολιτική θα λειτουργήσει προς όφελος της λαϊκιστικής Δεξιάς και ότι ο ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν θα μετατρέψει αυτές τις εκλογές σε δημοψήφισμα για τη μετανάστευση, Αλλά ο φόβος αυτός είναι υπερβολικός για τρεις λόγους.
Πρώτον, η μετανάστευση στις περισσότερες χώρες δεν αποτελεί τη βασικότερη ανησυχία των ψηφοφόρων. Η εκστρατεία του Ορμπαν το 2015 έφερε αποτελέσματα επειδή πολλοί που δεν είχαν δει πρόσφυγα στη ζωή τους έβλεπαν καθημερινά ρεπορτάζ στην τηλεοραση για χιλιάδες ανθρώπους που διέσχιζαν τα σύνορα. Αυτό δεν συμβαίνει πια. O αριθμός των παράτυπων μεταναστών που πέρασαν πέρυσι τα σύνορα της ΕΕ είναι ίσος με τον μέσο αριθμό των τουριστών που επισκέπτονται την Αθήνα μια αυγουστιάτικη ημέρα. Ακόμη και στην κεντρική Ευρώπη, η μετανάστευση έχει χάσει τον κεντρικό της ρόλο. Οι ψηφοφόροι ανησυχούν πολύ περισσότερο για τη διαφθορά παρά για μια υποθετική εισβολή προσφύγων. Χώρες όπως η Σλοβακία, η Πολωνία και η Ρουμανία μπορεί να φέρουν καλές ειδήσεις για τους φιλοευρωπαίους σε αυτές τις εκλογές.
Δεύτερον, κανένα μεγάλο ευρωπαϊκό κόμμα δεν υποστηρίζει σήμερα τα ανοιχτά σύνορα. Ο Εμανουέλ Μακρόν υποστηρίζει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εσωτερικής Ασφαλείας που θα είναι υπεύθυνο για «αυστηρούς μεθοριακούς ελέγχους». Οι περισσότεροι προοδευτικοί στην Ευρώπη πιστεύουν σήμερα ότι τα καλά προστατευμένα σύνορα είναι «το καλύτερο εμβόλιο για την επιδημία των τειχών», όπως λέει ο γάλλος φιλόσοφος Ρεζίς Ντεμπρέ.
Τρίτον, το καλύτερα κρυμμένο μυστικό στην ΕΕ σήμερα είναι ότι η μεγαλύτερη ανησυχία στην κεντρική και τη νότια Ευρώπη δεν αφορά αυτούς που μπαίνουν, αλλά αυτούς που βγαίνουν. Το πρόβλημα της σημερινής κεντρικής Ευρώπης δεν είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιμετώπιζε η Ανατολική Γερμανία το 1961 όταν η κυβέρνηση κατασκεύαζε το τείχος. Κάπου 3,4 εκατομμύρια Ρουμάνοι υπολογίζεται ότι έφυγαν από τη χώρα για τη δυτική Ευρώπη στα οκτώ χρόνια που ακολούθησαν την ένταξη της Ρουμανίας στην ΕΕ το 2007. Και ο αριθμός των Ούγγρων που έχουν μεταναστεύσει από τότε που ο Ορμπαν ανέλαβε την εξουσία είναι σήμερα μεγαλύτερος από τον αριθμό εκείνων που έφυγαν μετά τη συντριβή της εξέγερσης του 1956 από τις σοβιετικές δυνάμεις.
Ετσι, η μεγαλύτερη πρόκληση για τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης στο εσωτερικό της ΕΕ είναι η ακόλουθη: πώς να αποτραπεί η έξοδος από την Ανατολή προς τη Δύση και πώς να αποζημιωθούν οι κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης που επενδύουν στην εκπαίδευση των πολιτών τους και μετά τους βλέπουν να φεύγουν για τη Γερμανία ή τη Γαλλία. Αλλά γι’αυτό το πρόβλημα δεν μιλούν οι δεξιοί λαϊκιστές.
(*) Ο Ιβαν Κράστεβ είναι πολιτικός επιστήμονας και πρόεδρος του Centre for Liberal Strategies στη Σόφια
(Πηγή: The Guardian)