Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ευρωπαϊκά χαστούκια στην Τουρκία – Το χάσμα με τη Δύση διευρύνεται

Ευρωπαϊκά χαστούκια στην Τουρκία - Το χάσμα με τη Δύση διευρύνεται, Σταύρος Λυγερός
Σταύρος Λυγερός
Μπορεί Αμερικανοί και Ευρωπαίοι να μην έχουν εγκαταλείψει τις προσπάθειες να επαναφέρουν την Τουρκία στο δυτικό “μαντρί”, αλλά είναι σαφές πως οι σχέσεις της Δύσης με την Άγκυρα βαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Το πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, με το οποίο -μεταξύ των άλλων- ζητείται αναστολή των εδώ και πολύ καιρό παγωμένων ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας είναι ένας ακόμα κρίκος σε μία ήδη μακριά αλυσίδα.
Πριν έναν χρόνο, στις 23-2-2018, το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε εκδώσει μία αυστηρή ανακοίνωση για το Αιγαίο και για την κυπριακή ΑΟΖ. Ήταν αλάνθαστη ένδειξη ότι έστω και καθυστερημένα η ΕΕ άρχιζε να εγκαταλείπει την παραδοσιακά κραυγαλέα ποντιοπιλατική στάση της. Το σήμα είχε δώσει λίγο νωρίτερα η ίδια η Μέρκελ. Ενώ ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης είχε αποφύγει επιμελώς να καταδικάσει την τότε τουρκική εισβολή στο Αφρίν, λίγο αργότερα η καγκελάριος την είχε χαρακτηρίσει απαράδεκτη.
Αντιδρώντας, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών είχε ανταποδώσει τα πυρά, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτη και εκτός τόπου και χρόνου την δήλωση Μέρκελ. Την είχε κατηγορήσει ότι αναπαράγει την προπαγάνδα των “τρομοκρατών”, δηλαδή των Κούρδων. Ο Ερντογάν, μάλιστα, είχε επικοινωνήσει με τον Γερμανό πρόεδρο Σταϊνμάγιερ για να διαμαρτυρηθεί, παρακάμπτοντας επιδεικτικά την καγκελάριο.
Ένα χρόνο μετά, η Κοινή Θέση των «28» εν όψει του αυριανού (15 Μαρτίου) Συμβουλίου Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας περιέχει σημεία υπέρ της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου. Στην πραγματικότητα, η ΕΕ προειδοποιεί το καθεστώς Ερντογάν να αποφύγει ενέργειες εναντίον των δύο χωρών-μελών, ξεκαθαρίζοντας πως θα σταθεί στο πλευρό τους. Παραλλήλως, όμως, η ΕΕ επιδιώκει να διατηρήσει μία ειδική σχέση με την Άγκυρα.
Οι Ευρωπαίοι στηρίζουν πολύ την κριτική τους προς το καθεστώς Ερντογάν στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά η πραγματικότητα είναι πως η επικριτική στάση τους πηγάζει περισσότερο από το γεγονός ότι η Τουρκία διολισθαίνει απομακρυνόμενη από τη Δύση. Η Τουρκία, άλλωστε, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και με τη δημοκρατία, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε ούτε τους Αμερικανούς ούτε τους Ευρωπαίους να την υποστηρίζουν.

Στριμώχνεται διπλωματικά

Η Άγκυρα απάντησε περιφρονητικά στο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, αλλά είναι σαφές πως στριμώχνεται διπλωματικά. Είναι αληθές πως εδώ και χρόνια η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας είναι ουσιαστικά παρελθόν. Από την εποχή που στη Δύση “αγαπούσαν” τον Ερντογάν υπήρχαν ισχυρές ενστάσεις -κυρίως στα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα- για το εάνβ η Τουρκία μπορεί να καταστεί πλήρες μέλος της Ένωσης.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, κανείς ουσιαστικά στην Ευρώπη δεν συζητάει σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο. Αλλά και το καθεστώς Ερντογάν έχει κάνει δεύτερες σκέψεις. Μπορεί επισήμως να μην έχει εγκαταλείψει τον στόχο της ένταξης στην ΕΕ, αλλά στην πράξη δεν κάνει τίποτα για να προσαρμοσθεί στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Για την ακρίβεια, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το άνοιγμα της Άγκυρας προς τη Μόσχα, πατά τις μεταξύς τους διαφορές, έχει εδώ και καιρό μετατραπεί σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό. Η συμφωνία, μάλιστα, για την αγορά των S-400 έχει αναγορευθεί σε ζήτημα-κλειδί όσον αφορά τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι παρά την αρχική απόφαση του προέδρου Τραμπ, οι Αμερικανοί τελικώς δεν αποσύρονται από τη βορειοανατολική Συρία, διατηρώντας την ομπρέλα προστασίας στους Κούρδους του YPG.

Δύσκολη η γεφύρωση του χάσματος

Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χάσουν τη γεωπολιτικά πολύτιμη Τουρκία. Η απώλεια του Ιράν πριν 40 χρόνια έχει στοιχειώσει τη θεσμική μνήμη της αμερικανικής διπλωματίας, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται όλο αυτό το διάστημα μία ανοχή στις ρητορικές, αλλά και πρακτικές προκλήσεις του Ερντογάν. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα περιθώρια για γεφύρωση του αμερικανοτουρκικού χάσματος είναι περιορισμένα και ολοένα συρρικνώνονται. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αμερικανική ανοχή προς τον Ερντογάν έχει εκ των πραγμάτων ημερομηνία λήξεως, ή τουλάχιστον συνεχώς ροκανίζεται.
Είναι αξιοσημείωτο ότι πληθαίνουν τα δημοσιεύματα και οι φωνές στο κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον όχι μόνο δεν πρέπει να εγκαταλείψει τους Κούρδους, αλλά και ότι πρέπει να υιοθετηθεί μία πιο σκληρή στάση έναντι της Άγκυρας. Ο εναγκαλισμός, άλλωστε, με τη Μόσχα, αποδεικνύεται από τα γεγονότα ότι δεν είναι κίνηση τακτικού χαρακτήρα, αλλά επιλογή στρατηγικού ορίζοντα, επειδή στο μυαλό του Ερντογάν συνδέεται με τη δική του πολιτική επιβίωση.
Το καθεστώς Ερντογάν, αλλά και μεγάλο ποσοστό ομοεθνών του πιστεύει πως η Δύση μεθοδεύει τον ακρωτηριασμό της Τουρκίας. Θεωρούν την αμερικανική υποστήριξη προς τους Κούρδους της Συρίας ως απόδειξη ότι δρομολογείται η δημιουργία κουρδικού κράτους. Προς αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε, ωθεί εδώ και καιρό και το Ισραήλ. Για τους Τούρκους η ίδρυση αυτόνομης κουρδικής οντότητας στη βόρεια Συρία εκ των πραγμάτων θα θέσει σε αμφισβήτηση την εδαφική ακεραιότητα και της χώρας τους.
Δεν έχουν αμφιβολία ότι το PYD/YPG συνεχίζει να αποτελεί παρακλάδι του PKK, έστω κι αν οι Δυτικοί, για προφανείς λόγους, ισχυρίζονται το αντίθετο. Θεωρούν, λοιπόν, πως η Δύση, παίζοντας το κουρδικό χαρτί, μεθοδεύει τον ακρωτηριασμό της Τουρκίας. Το πραξικόπημα του 2016, μάλιστα, έπεισε οριστικά τον Ερντογάν ότι οι Αμερικανοί τον θεωρούν εμπόδιο και επιδιώκουν την ανατροπή του.

Παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης

Προφανώς, ο Τούρκος πρόεδρος ποτέ δεν πρόκειται να το πει ευθέως. Το λένε άνθρωποί του και το σημαντικότερο αυτό είναι το κριτήριό του. Αυτός είναι και ο λόγος που αμέσως μετά το πραξικόπημα του 2016, δρομολόγησε μαζικές εκκαθαρίσεις σε όλο το εύρος των κρατικών μηχανισμών, ειδικά των κρίσιμων για την εθνικά ασφάλεια. Αποτέλεσμα αυτών των εκκαθαρίσεων δεν ήταν μόνο το ξήλωμα όλων των δικτύων επιρροής που διέθεταν οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι στην Τουρκία. Αποτέλεσμα ήταν, επίσης, ότι στη γειτονική χώρα εγκαθιδρύθηκε ένα προσωποπαγές καθεστώς, ποιοτικά διαφορετικό από το μετακεμαλικό, στο οποίο κυριαρχούσε συλλογικά μία ελίτ.
Είναι, λοιπόν, η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Ουάσιγκτον που κατέστησε μονόδρομο για τον Τούρκο πρόεδρο τον γεωπολιτικό εναγκαλισμό με τον Πούτιν. Αυτός είναι ο λόγος που όσο θα βρίσκεται στο τιμόνι, η Τουρκία δεν πρόκειται να επιστρέψει στο δυτικό “μαντρί”, ακόμα και αν οι ΗΠΑ αποδέχονταν τις απαιτήσεις της στη Συρία. Γι’ αυτό στο πολιτικό επίπεδο με τη ρητορική του καλλιεργεί συστηματικά τον αντιαμερικανισμό. Στο δε ιδεολογικό επίπεδο χρησιμοποιεί ισλαμικά στερεότυπα για να αναβιώσει και παροξύνει τα αντιδυτικά αισθήματα στην τουρκική κοινωνία.
Με τον τρόπο αυτό προσδίδει ευρύτερες ιδεολογικοπολιτικές διαστάσεις στο τωρινό ρήγμα. Η αντίθεση δεν είναι πλέον ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στον Ερντογάν. Είναι ανάμεσα στη Δύση και στη “βαθιά Τουρκία”. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία, όσο τουλάχιστον στο τιμόνι της θα βρίσκεται ο Ερντογάν, έχει ήδη χαθεί για τη Δύση. Απλώς, τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ευρωπαίοι αρνούνται να το συνειδητοποιήσουν.


 https://slpress.gr/