Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Αυτός, αυτοί και τα μυστήρια!!!


Δοκίμιον
Του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου

Λέει ο Αριστοτέλης, ότι «…εδώ και αλλού δεν θα αποκτήσουμε άριστη γνώση των πραγμάτων παρά μόνον εάν τα ιδούμε να αναπτύσσονται εξ αρχής». Υποθέτουμε, ότι ο Αριστοτέλης μέσα στην γνώση των πραγμάτων περιλαμβάνει και τα έμβια όντα, τα οποία θεωρούνται ουσιαστικοί συντελεστές της πορείας των πραγμάτων.

Εφ’όσον δεχθούμε, ότι ο έννους άνθρωπος σκέπτεται με μία ανυπολόγιστη δεξιότητα πνευματικής διεισδυτικότητας επόμενον είναι να δεχθούμε και το ότι αυτός ο άνθρωπος κινούμενος με βάση μία ακολουθία πειθαρχημένων συλλογισμών είναι ικανός να παρατηρεί τα πράγματα αδιαλείπτως ερευνώντας και ερωτώντας και όχι αποδεχόμενος ασυζητητί ανεύθυνες απαντήσεις.
Υπό την προϋπόθεση, ότι θεωρούμεν εαυτούς έννοες, τότε είμεθα υποχρεωμένοι να ενεργοποιήσουμε μία ευάγωγη συλλογιστική, ώστε να προσεγγίσουμε άσφαλτα και εύστοχα το περιμάχητον αίτιον της στραβής Ελληνικής πλεύσεως. Και τούτο το στραβό αρμένισμα, όπως όλες οι ενδείξεις μαρτυρούν χρεώνεται σ’ «αυτόν, σ’ «αυτούς» και στα «μυστήρια». Πιο συγκεκριμένα με το «αυτός» βαπτίζεται ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός από της μεταπολιτεύσεως και εντεύθεν. «Αυτοί» είναι οι υπόλοιποι συλλήβδην οι πολιτικοί. «Αυτοί» είναι και  απαξάπαντες οι έχοντες το δικαίωμα του εκλέγειν Έλληνες. «Αυτοί» είναι και οι νατοϊκοί σύμμαχοι και οι Ευρωπαίοι εταίροι και οι λοιποί -κατά Καβάφη- βάρβαροι. Τέλος τα «μυστήρια» είναι οι υποθέσεις των δυνάμεων, η απαξία των αντικειμενικών αρχών και τα όρια των αμφιβολιών όλων των κατηγοριών.
Και ας τα πάρουμε όλα με μία σειρά ελπίζοντας, ότι σε όποιο δήποτε συμπέρασμα καταλήξουμε ας αποτελέσει τούτο τον οδηγό μιας ευκταίας εθνικής συμπεριφοράς.
«Αυτός» είναι εκείνος ο αυτοεξόριστος πολιτικός, ο οποίος ηύχετο και ήλπιζε σε μία εθνική συμφορά για να επανέλθει, ως ο περιζήτητος πολιτικός μεσσίας, ο οποίος στην συνέχεια με το γνωστό «η Κύπρος κείται μακράν» κατέστη ο καταλύτης μιας περαιτέρω συρρικνώσεως του Ελληνισμού.
«Αυτός» είναι και εκείνος, ο οποίος προτίμησε να τα «δώσει όλα» σε ένα λαό, ο οποίος άρχισε να προσαρμόζεται στον νεοδιαμορφούμενο νεωτερικό κόσμο, που ερμηνεύει το παρόν, που αντιστοιχεί σε ό,τι αντιλαμβάνεται και το μέλλον σε ό,τι προσδοκά, τα οποία μεταφραζόμενα είναι το χρήμα, η καταναλωσιμότητα, η σεξουαλική απελευθέρωση, τα υπερχειλίζοντα υποσχέσεων δικαιώματα, η απαγωγή των πιεστικών υποχρεώσεων, οι αποπλανούσες σειρήνες του αριστερισμού και ένας υποκρυπτόμενος έμφοβος θαυμασμός για το επελαύνον φαινόμενον της παγκοσμιοποίησης.
Ακολούθησε «αυτός», ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το ρηθέν …ότι σε δέκα χρόνια ουδείς θα θυμάται μια κάποια Μακεδονία.
Τον διεδέχθη ένας άλλος «αυτός», ο οποίος ουδαμού και ουδέποτε έκρυψε την αντιπάθειά του σε οποιοδήποτε ον είναι ενδεδυμένο με στρατιωτική στολή. Υπάρχουν και τέτοια σύνδρομα. Όταν όμως απαιτήθηκε η συνεργασία του με αυτά τα όντα την 31η Ιανουαρίου 1996 «αυτός» διετράνωσε την απέχθειά του προς ολόκληρο τον θεσμικό φορέα, που είναι επιφορτισμένος με την εξασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και την εκδήλωση δυναμικής αποτροπής κατέναντι οίας δήποτε προθέσεως προσβολής της πατρίδας της οποίας «αυτός» ηγείτο. Αποτέλεσμα; Αλλαγή του status στα Ελληνοτουρκικά ζητήματα. Ο Τουρκικός παράγων, πλέον, από μηδενικές αξιώσεις του παρελθόντος επέσεισε τα λάβαρα μιας Οθωμανικού τύπου βουλιμίας προς επιμήκυνσιν του στρατηγικού του βάθους. Ανέδειξε γκρίζες ζώνες, γαλάζιες πατρίδες και το όνειρο των συνόρων της καρδιάς του. Δηλαδή μία έτι σοβαρή απειλή για πολλαπλάσια συρρίκνωση του Ελληνισμού.
Και ύστερα ήλθε ένας άλλος «αυτός», ο οποίος έμεινε γνωστός, ως ο γαστρίμαργος της διπλανής πόρτας και, ως ο ολίγιστα ασχοληθείς με το άθλημα της διοικήσεως. Το απόγειον της ανευθυνότητάς του, ως προς τον ρόλο του, ήτο ο απροκάλυπτος φόβος για ενδεχομένη ή επικειμένη δολοφονική κατ’αυτού απόπειρα. Πρωτότυπη και μικρόψυχη αντίδραση απέναντι στην παγκοσμία παραδοχή, ότι ο αναλαμβάνων την ηγεσία μιας κρατικής οντότητας υπογράφει την διαθήκη του. Ωσάν μελλοθάνατος. Είναι ο ενδείκτης πρακτικής της επί δικαίων και αδίκων ιστορίας της ανθρωπότητας, που στοχοποιεί εξέχουσες προσωπικότητες.
Και στο τιμόνι της χώρας ήλθε «αυτός», που πήγε στο εξωτερικό και εξεμυστηρεύθη το αμίμητο «Διοικώ μια διεφθαρμένη χώρα». Κατά κάποιον τρόπο σ’αυτό υπάρχει μία αλήθεια, διότι σε εναντία περίπτωση «αυτός» δεν θα εξελέγετο σαν «αυτός» γι αυτό.
Τον ακολούθησε εκείνος ο «αυτός», ο οποίος βρέθηκε καταμεσής παλαίστρας διαστρεβλωμένων οικονομιών. Δηλαδή της πλασματικής και της πραγματικής. Η πολιτική οικονομία, την οποία ώφειλε να διαχειριστεί κατά ένα ρεαλιστικό και προσαρμοσμένο στις νέες πραγματικότητες και στις μη προβλέψιμες συγκλίσεις, τελικά βρέθηκε άοπλος μπροστά στο συμβαίνον (πραγματική/δυνητική οικονομία). Ίσως δεν κατενόησε, ότι το χρέος κινείται σε άλλη τροχιά από ό,τι προβλέπουν οι σύμβουλοι οικονομολόγοι και ότι σε τελευταία ανάλυση και το χρέος γίνεται αντικείμενο εξαγοράς συνειδήσεων και ενός τρίτου τύπου πνιγμού των λαών.
Και το οικονομικό αυτό μελάνωμα εξεμεταλλεύθη ένας νεαρός με πειστικό λέγειν και εχρίσθη και αυτός «αυτός». Σ’αυτόν το «αυτόν» θα επιμείνουμε έτι περισσότερον, διότι είναι ο νυν «αυτός». Επιστρέφοντας στην ρήση του Αριστοτέλους θυμόμαστε, ότι τα πράγματα τα γνωρίζουμε, όταν παρακολουθούμε την ανάπτυξή τους από την αρχή.
Στην αρχή ένας έφηβος έπεισε τους συμμαθητές του ότι οφείλουν να αντιμετωπίσουν ένα εχθρό, ήγουν το κράτος, του οποίου η δομή, ο σκοπός και οι δυνατότητές του προς το παρόν φαντάζουν αίνιγμα πολλαπλών προσεγγίσεων και ερμηνειών. Μία ιδαιτέρου τύπου εγγενής ευφυΐα τον ωδήγησε στο αποφαντικό, ότι πρέπει να ταυτιστεί με αυτόν τον εχθρό. Θεώρησε ότι το κράτος καλώς θα κρατεί μόνον, όταν η συντελεστική του συμμετοχή θα παίξει τον μοιραίο της ρόλο. Οι αρχικές του δυνατότητες εξεδηλώνοντο με μία επιτηδειότητα αντιεξουσιαστικού χαρακτήρος. Η μορφωτική του πορεία πόρω απείχε από τα έχοντα σχέσιν με τις επιστήμες. Αποκλειστική του ενασχόληση η πολιτική και πως η εκμετάλλευση της δημαγωγικής του δεξιότητας θα εκάλυπτε τα μειονεκτήματά του, δηλαδή της ελλείψεως μορφώσεως και της αρετής, όπως την εννοούσαν οι αριστείς των προγόνων μας και όχι οι αριστερόφρονες και οι πτερόεσσας συνειδήσεως «προοδευτικοί». Τομείς ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος η δυναμική εκτροπή από την ευταξία, η διαβουκόληση δι’ απατηλών προσδοκιών, η εξαπάτηση ως προς τους συλλογικούς σκοπούς, η αποκοίμηση των φεγγαροπερπατητών, η απονάρκωση των ευπροσβλήτων, η παράπειση των κατασπιλωμένων, το δέλεαρ των αγαθών, η παγίδα των αντιφρονούντων. Η σύντονος και επίμονος μέριμνά του ήταν και είναι να παραμείνει στην συνείδηση ενός ποδηγετουμένου ποιμνίου, ως ο μελίρρητος, ο γητευτής, ο αναγκαίος, ο τα πάντα πληρών και λαού χορηγός ελπίδων και προσβασίμων ονείρων.
Η απροκάλυπτη φιλοδοξία του ήταν και είναι η εξουσία πάνω σε ένα αλαφρόπιστο, αφελή, αμόρφωτο, εγωκεντρικό, ανερμάτιστο, φίλαυτο και ιδιοτελή Έλληνα ή ακόμη και ελληνοποιημένο ψηφοφόρο. Κυρίως τον Έλληνα που έχει ως κανόνα ζωής την αδιαφορία για το γενικό συμφέρον. Αυτόν τον Έλληνα σπούδασε στο πανεπιστήμιο των λαϊκών τόπων δοσοληψιών ο νυν «αυτός» και εξακολουθεί να τον μελετά, ούτως ώστε να κατορθώσει, δια πάσης Μακιαβελλικής επινοήσεως να παραμείνει στα πράγματα των αξιωμάτων, στο δεσμείν και λύειν και στην παντοδυναμία. Εξ άλλου στο νου του αενάως περιδινίζεται το ρηθέν υπό του Γεωργίου Κονδύλη το «…αν γνώριζα πόσο ζώα είναι ο Ελληνικός λαός θα τον διοικούσα από δεκανέας».
Ο νυν «αυτός» έχει κάτι το χαρακτηρολογικά ιδιάζον, το ετεροειδές. Επιδιώκει την διαφορετικότητα, διότι έτσι δικαιολογεί τις πεποιθήσεις του περί ριζοσπαστισμού και αποκοπής από κάθε τι που έχει σχέση με Ελληνική Ιστορία, με Ελληνική Παράδοση, με Ελληνικό Πολιτισμό, με θρησκευτική πίστη, με εθνικό φρόνημα, με Ελληνική πολεμική αρετή, με Ελληνικές διαχρονικές αξίες. Ακόμη και η εμφάνισή του είναι επιμελημένα διαφορετική. Επιδιώκει κατά το μάλλον να πείσει, ότι η διαφορετικότητα στην ενδυματολογική περιβολή σημαίνει ισχυρή προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας που δεν δίδει σημασία σε πρωτόκολλα και το κοινώς αποδεκτόν ειωθός. Δηλαδή διακεκριμένη προσωπικότητα, ξεχωριστή εμφάνιση. Όπως Fidel Castro, Mao Zedong, Fuhrer Adolf  κ.α.
Αυτός ο νυν «αυτός» έχει μολυνθεί από κάποια διανοήματα, αποκεκλιμένα από τις Ελληνικές σταθερές και τα οποία δεν δείχνει να μπορεί αλλά και ούτε θέλει να τα αποβάλλει. Γιατί άλλωστε να κάνει κάτι τέτοιο την στιγμή που πανταχόθεν δέχεται συγχαρητήρια για την ακολουθούμενη πολιτική του. Εξ άλλου και παρά το γεγονός, το τοις πάσι γνωστόν, ότι όταν ένας πολιτικός δέχεται συγχαρητήρια από ξένους πολιτικούς ηγέτες σημαίνει ότι αυτός ο πολιτικός ενεργεί εις βάρος των συμφερόντων του κράτους/έθνους του οποίου ηγείται. Δεν συγκινείται ακόμη και όταν οι γηγενείς (ιθαγενείς μήπως;) του καταμαρτυρούν -χλιαρώ τω τόνω- εθνική προδοσία για την περίπτωση της Μακεδονίας και των όσων άλλων ζητημάτων θα μπορούσαν να τρώσουν την Ελληνική ολότητα.
Όλες αυτές οι προκαταλήψεις των μη οπαδών του δεν τον αποθαρρύνουν από του να συνεχίσει κατά τρόπον που οι συγχαίροντες αυτόν παράγοντες του εξωτερικού θεωρούνται από αυτόν πιο σημαντικοί από τους οπαδούς και μη του εσωτερικού. Έτσι λοιπόν συνεχίζει ανεπίσχετος την ορμητική του πορεία με σκοπό να καταλυθεί κάθε έννοια που διέπεται από λογικούς ειρμούς και σχέσιν έχει με τα εννοήματα Θεός, θρησκευτική πίστη, έθνος, εθνική άμυνα, εθνικά σύμβολα, εθνικό φρόνημα, εθνική υπερηφάνεια, λαβωμένη ελληνική γλώσσα, πολυστένακτος ελληνική παιδεία καθώς και ό,τι θυμίζει αξίους της πατρίδος Έλληνες κεκμηκότες και όσουν μελλοντικά επανασυστήσουν εκείνους τους εθνικούς συντελεστές για μία ακόμη παλιγγενεσία, δηλαδή τους αγέννητους νεκρούς.
Από ό,τι μας μηνύει αυτός ο «αυτός» εμείς αντιλαμβανόμεθα, ότι εργαλειοποιεί το σύστημα κατευθυνομένων και κατευθυνόντων ψυχολογικών επιχειρήσεων δια των media, ώστε να απαρνηθούμε σταδιακά κάποιες παραδοσιακές θέσεις και να μεταπεισθούμε για την θνησιμότητα της ψυχής και για την ανυπαρξία της ελευθέρας βουλήσεως. Ας το χωνέψουμε μας λένε. Δεν φαίνεται κάτι που να στηρίζει μία πίστη. Για να ισορροπήσουμε ψυχικά θα πρέπει να πιστέψουμε στον θάνατο της τέχνης, στο θάνατο της φιλοσοφίας, στο θάνατο της λογοτεχνίας, στον θάνατο της διαφοράς. Μας λέγει να πιστέψουμε ακόμη και στον θάνατο της πολιτικής. Και επιχειρηματολογεί και για να γίνει πιο πειστικός μας δακτυλοδεικνύει τα μέλη που κάθονται στα έδρανα του κοινβουλίου. Τονίζει το πόσο ανέντιμα, υποκριτικά και αλλόδοξα αποδεικνύονται σε κάθε δοκιμασία. Εισηγείται την ιδέα του πολιτικού διαχειριστού που υπακούει σε ξένες ντιρεκτίβες για επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος και καταλήγει στο θάνατο της μεταφυσικής. Και τούτο το επιρρωνύει με την ιδιωτική του συμπεριφορά αδιαφορώντας για την μεταθανάτιο φήμη του, αφού διάγει ένα απροκάλυπτο βίο που θυμίζει τα προνομιούχα ζωντανά του George Orwell στο βιβλίο του “The animal farm”. Ας προστεθεί και τούτο. Η αδιαφιλονίκητη αλαζονεία της εξουσίας, φαίνεται και από δύο ίσως διαφεύγουσες λεπτομέρειες. Η μία είναι η υπερχειλίζουσα η οίησή του, όταν απαντά σε δημοσιογράφο, ότι αισθάνεται υπέροφρυς την στιγμή που σε ηλικία σαράντα ετών είναι πρωθυπουργός μιας χώρας. Η άλλη λεπτομέρεια είναι αυτή, όπου η οίησή του περί την ιδιότητά του τον οδηγεί στο επίταγμα εντός του κοινοβουλίου με το «…τώρα μιλάει ο πρωθυπουργός της χώρας».  
Φυσικόν επόμενον είναι να διατυπωθεί υφ’ημών, των μη σκεπτομένων -κατά την άποψη του «αυτού»- μία δειλή προτροπή. Να αναζητηθεί κάποια ακτινοβολούσα και αδιάφθορος προσωπικότητα, η οποία πρέπει να ανακαλέσει τον Sigmund Freud εκ της πνευματικής εφεδρείας και επανεξετάσει την προσωπική ψυχική επίδοση ενός ονειρευομένου. Να εντοπίσει το ό,τι δήποτε αποκλίνει από το φυσιολογικό. Επί παραδείγματι για τις λογικές του αντιφάσεις. Για την έδραση επί σχιζοφρενοφανούς πεδίου, ενός διαβοήτου ιδιοφυούς. Ενός επιτηδείου, ο οποίος καρπούται, ένεκα της εξαιρετικά ευελίκτου ικανότητας του στους αμυντικούς του ελιγμούς, και σκοπεύοντος στην εξασφάλιση των κεκτημένων του εις το διηνεκές. Να καταστήσει σε όλους μας κατανοητόν, ότι καταρρίπτονται όλες οι μυθοπλασίες ενός μιμητού λαοπλάνου και, ότι αυτός ο εξαίρετος ανακληθείς επιστήμων οφείλει να δώσει στον κόσμο μία διεξοδική ερμηνεία των ευρημάτων του και τέλος να ασκήσει μία ολιστική ιατρική, ώστε να ιδωθεί ο πάσχων κάτω από την παραδοσιακή οπτική του πολύπαθου ελληνισμού.
Ας πάμε τώρα να εξετάσουμε τους «αυτούς».
Αυτοί οι «αυτοί» είναι οι 300 εκπρόσωποι των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, οι οποίοι Έλληνες ανήκουν και αυτοί στους «αυτούς». Εδώ πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι οι 300 της βουλής ανήκουν στους δυστυχισμένους θνητούς. Και αυτό επειδή ενώ ο κάθε πολίτης ανεξαρτήτως ιδιότητος -πλην πολιτικού- μπορεί και αποβλέπει σε επαίνους, αντιθέτως ο πολιτικός μπορεί μόνον να ελπίζει ότι θα αποφύγει την μομφή, την καταφορά και την έγκληση για κάποιο είδος και βάρος μιας ενοχής του.
Δεν έχουμε σαφή εικόνα για τους 300 «αυτούς», για το εάν έχουν επίγνωση της κλίμακος σοβαρότητος της ευθύνης των απέναντι στον κόσμο που εκπροσωπούν. Δεν γνωρίζουμε το κατά πόσον έχουν κατανοήσει την νεωτερικής επιδράσεως μετάλλαξη του πολίτου σε ασύνειδο καταναλωτή και ποία είναι η θέση τους σαν αποκλειστικών εκπροσώπων και όχι σαν φορέων αλλοτρίων εντολοδόχων της εξουσίας. Άραγε γνωρίζουν την διαφορά εξουσίας και συνετής υπηρετήσεως του λαού τους; Γνωρίζουν την μειούμενη εθνική μας ισχύ, η οποία εκχωρείται σε διεθνείς συλλογικότητες (EU, NATO, IMF, FAO, GATT, EFTA, CU κλπ), οι οποίες δρουν κατά το μάλλον εις κόστος των υπό βεβήλωσιν ασθενούντων «στρατηγικών εταίρων» καταβαραθρώνοντας κάθε έννοια εταιρικής αλληλεγγύης; Ποιός  από «αυτούς» θα αμυνθεί για τα συμφέροντα της Ελλάδος; Ακόμη και οι πιστωτές αντί υποστηρίξεως θα φροντίσουν να συλήσουν τα όσα κράτη κρίνουν «αυτοί», ότι δεν είναι ανταγωνιστικά και η πορεία τους μαρτυρεί, ότι αργοπεθαίνουν σαν φυλετικές, πολιτισμικές και εθνικές οντότητες.
Τι λένε οι 300 για την διογκούμενη ανασφάλεια των πολιτών για το αύριο; Ποιός επωμίζεται τις ευθύνες; Γιατί «αυτοί» οι εκλεκτοί καλλιεργούν την ιδέα υπαρκτών και μη φόβων μέσω της αγοράς και των media; Ίσως για να συντηρείται το αίσθημα στους πολίτες, ότι είναι εξαρτώμενοι από  «αυτούς» και από την φιλοφροσύνη και φιλοκοσμία τους. Τούτο όμως είναι ένα διανοητό ψέμα, αλλά ο κόσμος το προσπερνά. Γιατί; Ισως έφθασε η ώρα να αρχίσει ο κόσμος να σκέπτεται πραγματικά και όχι με την έννοια που ο νυν «αυτός» κατέδωσε στους ξένους περί μη σκεπτομένων Ελλήνων.
Για το κατά πόσον αυτοί οι 300 είναι φορείς αγαθών προθέσεων τους ερωτώμεν «…θα θέλατε να είστε βουλευτής και να βουλεύεσθε αμισθί και μάλιστα να καταθέσετε ό,τι  περιουσιακό στοιχείο έχετε στο δημόσιο ταμείο, όπως έκανε ο Καποδίστριας»; Η απάντηση θα αποκαλύψει το απύθμενον της υποκρισίας.
Αυτοί οι όσοι υποκριτές (για να μην αδικηθεί κάποιος, ο οποίος θέλει όντως να υπηρετήσει την πατρίδα αμισθί) με την συμπεριφορά τους καθημερινά μας προτρέπουν να αλλάξουμε τα πιστεύω μας. Μας υπερτονίζουν, ότι το νόημα της ηθικής είναι μία αποσυντεθειμένη θρησκεία. Αν θέλουμε να δεχθούμε ένα μεταλλασσόμενο νόημα ηθικής θα πρέπει να καταλάβουμε, ότι ηθική είναι η θεραπαινίς της αναγκαιότητας. Και αναγκαιότητα σήμερα είναι ο οικονομισμός, η πνευματική τρομοκράτηση του εναντιουμένου στην δική μας θεώρηση των πραγμάτων και η εξουδετέρωση των αξιών προς δόξαν της κοινωνικής μηχανικής.
Τέτοιοι και χειρότεροι είναι και «αυτοί» οι βάρβαροι της παγκοσμιοποίησης (οικονομική elite), οι οποίοι ευθύνονται για τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα και οι οποίοι μάλιστα εις ουδένα λογοδοτούν για τις επερχόμενες -αιτιότητί των- αλλαγές στην ανθρωπότητα. Αυτοί είναι οι υποβολείς robore (δια της δυνάμεως) των πραγμάτων, ροπών και τάσεων του κόσμου. Αυτή η elite που δεν έχει κανένα δεσμό με κανένα τόπο του πλανήτου Γη. Είναι καταχθόνιοι και απρόβλεπτοι.
«Αυτοί» είμεθα και όλοι εμείς, οι οποίοι οδεύουμε προς μίαν αυτοκτονία του απομένοντος λογικού μας, όταν ευθυγραμμίζουμε τις πεποιθήσεις μας, οι οποίες εν τη χαλαρότητι και αμεθεξία μας ενίενται στον εγκέφαλό μας από κάθε μπουρδολόγο των τηλεοπτικών panels χωρίς να κάνουμε τον κόπο να αμυνθούμε ανοίγοντας ένα βιβλίο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η οποία θεωρείται η βάσις της συγκροτήσεως του ενσόφου ανθρώπου και του δυτικού πολιτισμού.
Τέλος ας πούμε και ολίγα τινα για τα μυστήρια. Τα μυστήρια προτρέπουν σε αναζητήσεις. Είναι δοκίμια σκέψεως. Ιδού λοιπόν κάποιες προκλήσεις για σκέψη.
Δεχόμεθα καταιγισμούς απροσδιορίστου αναπαραγωγής ιδανικών και φαντασιακών παραστάσεων ψυχαναγκαστικής φύσεως. Μας επιβάλλονται άπειρες εικόνες και όνειρα, τα οποία εμείς εκόντες άκοντες τα αναπαράγουμε με μία ασκεψία, με ασυγκινησία και με αδιαφορία, παρ’όλον, ότι μέσα στην ίδια μας την οικογένεια παίζουμε ένα υπεύθυνο ρόλο για την ορθή διαπαιδαγώγηση των όσων μας διαδέχονται στην ζωή. Εκτός εάν πιστεύουμε, ότι το γήινο καθήκον μας είναι απλά η διαιώνιση του είδους μέσω μιας πράξεως απολαύσεως.
Μυστήριον είναι το γεγονός, ότι ο Έλληνας σαν εθνότητα και σαν φυλή άντεξε προ απειλών, προσβολών και κατακτήσεων ένεκα των διαχρονικών και ακαταβλήτων αξιών του. Το σημερινό μυστήριο είναι, ότι σταδιακά αποβάλλεται η αξία χρήσης λόγω της μειουμένης αναφοράς της. Η παραδοσιακή αξία πλέον μετατρέπεται σε αξία ανταλλακτική, σαν τούτο να είναι εμπόρευμα και σαν αξία σημείου, σαν ένα μέρος δηλαδή ενός όλου ή και σαν λεπτομέρεια ήσσονος αποτιμήσεως στο πλαίσιο ενός περιβάλλοντος αντιπαλοτήτων, όπου παρελαύνουν άπειρες εκδοχές μοντέλλων, τα οποία εσκεμμένα προβάλλονται από τους διαμορφωτές κοινών πεποιθήσεων.
Ο κόσμος που ζούμε έχει δεχθεί, ότι τα πράγματα που μας επιβάλλονται προορίζονται για μία αδιάκοπη μετατροπή. Μία αντιμετάθεση. Συνεπώς μία πολλαπλασιαζομένη ακαθοριστία, η οποία συνιστά την αρχή της αβεβαιότητας. Κι εμείς λησμονώντας την επιλογή μας του, ότι ο δήμος κρατεί (δημοκρατία), στέκουμε υπνωτισμένοι και ανήμποροι προς αντίδρασιν σε όλες τις μεταβολές, θεωρώντας τες φυσικά επόμενα, διότι έχει προηγηθεί η κατάπεισή μας από τους επί πληρωμή «διανοουμένους» των media.
Δεν υπάρχει πλέον ένα φυσικό τέλος, όπως το γνωρίζαμε. Ο πολλαπλασιασμός μέσω των εικόνων καθίσταται επιδημία προσομοιώσεως και αυτή η προσομοίωση σταδιακά μετατίθεται σε μία δευτερογενή, τριτογενή κοκ παραγωγή προσωμοιώσεως, η οποία διασπείρεται κατά τέτοιο τρόπο έως ότου συναντηθεί με την σύγχρονη θεωρία του χάους και την εν συνεχεία διασπορά της, ώστε το άτομο να αισθάνεται ανήμπορο να αντισταθεί, παρά μόνον να παρασυρθεί σε συμβιβασμούς (έ… τι να κάνουμε… μπορούμε να κάνουμε αλλιώς;). Αυτή η λογική της ιώδους (viral) διασποράς και μολύνσεως των εγκεφάλων μας είναι η νέα λογική των προς επιβολή μεταμοντέρνων αξιών, οι οποίες σταδιακά θα οδηγήσουν στην ρομποτοποίση των κοινωνιών προς όφελος κάποιων elite, οι οποίες στο τέλος θα μεταπέσουν κι αυτές σε κατάσταση δυστυχίας, διότι δεν θα τύχουν κατανοήσεως ακόμη και από την ίδια τους την μεμιασμένη συνείδηση.
Λέει μία παροιμία, «εμαζώχτηκαν τα όρνια κι έκαναν τον μπούφο πρώτο».
Αυτό είναι γι «αυτόν» και γι «αυτούς» ένα από τα «μυστήρια» στην Ελληνική πολιτική ιστορία.