Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Στη «Γαλάζια Πατρίδα» απαντάμε μόνο με πραγματική, ισχυρή και λειτουργική αποτροπή


 
του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α. (Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής”)

Ο σημαντικότερος θεωρητικός του πολέμου του 20ού αιώνα, ο Thomas Schelling, αναφέρει: “Ο εξαναγκασμός είναι μια επιχείρηση πολέμου.” Εννοεί ότι οι πόλεμοι τελειώνουν όταν καταστρέφεται η μια πλευρά ή όταν ένας ή και οι δύο παραιτούνται από αυτό που αγωνίζονται για να επιτύχουν.  Με αυτό το σκεπτικό δημιουργούνται δύο ερωτήματα:


  1. Πιστεύει κανείς ότι οι Τούρκοι θα παραιτούντο ποτέ από αυτό που αγωνίζονται να επιτύχουν;
  2. Πόσο πιθανόν είναι να καταστραφούμε από την κυριαρχούσα νοοτροπία κατευνασμού του αντιπάλου, όταν στο γεωπολιτικό χώρο μας όλοι οι άλλοι είναι αναθεωρητικοί και ρεαλιστές και το μόνο που μπορεί να καταλάβουν είναι η ισχυρή και αξιόπιστη αποτροπή;
Για την απάντηση του πρώτου ερωτήματος οι Τούρκοι από την πλευρά τους μας δίνουν την απάντηση ξεκινώντας τη μεγαλύτερη άσκηση των τελευταίων 20 χρόνων με την ονομασία “Γαλάζια Πατρίδα” που θα πραγματοποιηθεί στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Αυτές οι θάλασσες καλύπτουν μια τεράστια περιοχή έκτασης περίπου 134.700 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων.
Εξετάζοντας επιχειρησιακά τη σημερινή εικόνα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων (ΤΕΔ) και την πολιτική κατάσταση τους, μια τέτοια μαζική άσκηση φαίνεται να έχει περιορισμένη ικανότητα επιτυχίας για τους μεγάλους σκοπούς που θέτει. Παρόλο αυτά, με μικρότερες μεικτές ομάδες πλοίων, έχουν την ικανότητα να εκτελούν ασκήσεις περιορισμένων σκοπών, ταυτόχρονα στην ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα, καθώς η Άγκυρα αισθάνεται ότι απαιτείται μια πιο στιβαρή στρατιωτική στάση σε αυτές τις ναυτικές ζώνες, για επίδειξη ναυτικής ισχύος. Στην πραγματικότητα θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα προς το Φόρουμ φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου, του συνασπισμού που διαμορφώθηκε πρόσφατα από την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή. Ειδικά προς  τον Ελληνισμό και προς τις στρατιωτικές συμφωνίες με Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο σκοπεύει να διερευνήσει τις αντιδράσεις αυτών και των συμμάχων τους (ΕΕ, ΝΑΤΟ, κράτη εταιρειών) στην Ανατολική Μεσόγειο Θάλασσα, στις επιχειρήσεις των “αμφισβητούμενων περιοχών” όπως θεωρούνται από την Τουρκία.
Στο παρελθόν,  τον Ιούνιο του 1998, είχε πραγματοποιήσει το ναυτικό της Τουρκίας παρόμοια άσκηση Denizkurdu (Θαλσόλυκος), και οι τουρκικές  μεικτές ναυτικές ομάδες πλοίων διασκορπίστηκαν στη Μεσόγειο με συμμετοχή αεροσκαφών. Μια μεικτή ομάδα πλοίων αναπτύχθηκε ανατολικά της Μάλτας και μια άλλη δυτικά της Κρήτης, όπου δοκίμασαν σχέδια αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Ελληνισμού. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη άσκηση που διεξήγαγε ποτέ το τουρκικό ναυτικό στη Μεσόγειο και θεωρήθηκε ως αντίδραση στην ένταση με την Ελλάδα, τότε, δύο χρόνια μετά τα Ίμια. Έκτοτε επέδειξαν  αξιοσημείωτη ευελιξία στην προσαρμογή και μετασχηματισμό των στρατιωτικών δομών και διαδικασιών διοίκησής των ενόπλων δυνάμεων τους και ακόμη και στη νοοτροπία των στελεχών τους. Επίσης, προγραμμάτισαν ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα και δημιούργησαν ένοπλες δυνάμεις με ικανότητα να ανταποκρίνονται όσο καλύτερα γίνεται σε όλο τον  χώρο γύρω από την Τουρκία, εξακολουθώντας  να ενισχύουν τις θέσεις τους στις περιοχές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια, μετά την κρίση των Ιμίων, υπάρχει η αίσθηση επείγουσας ανάγκης στη βελτίωση των δυνατοτήτων τους ιδιαίτερα στον κατά θάλασσα αγώνα, στην απόκτηση ισχυρού εθνικού συστήματος αεράμυνας και στη σημαντική αύξηση των εγχώριων βιομηχανιών που επενδύουν στην άμυνα.
Είναι προφανές ότι σκοπός της Άγκυρας είναι η  μετατόπισή της σε περιφερειακή ναυτική δύναμη  με ικανότητα να συνδέσει την ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, με τη συνεργασία της Ρωσίας, επιχειρεί να ξεπεράσει τον συνασπισμό των κρατών που διενεργούν έρευνες για πηγές ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και να αντιμετωπίσει την πίεση που αντιμετωπίζει στη Μαύρη Θάλασσα.
Εξετάζοντας αυτές τις ενέργειες διαφαίνεται ότι η περίπτωση ενός σύντομου αλλά βίαιου πολέμου, είναι η επιθυμία των ΤΕΔ. Αντίθετα, στην Ελλάδα συνεχίζουμε να μιλάμε για αποτροπή, όμως η Αθήνα βασίζει τις προσπάθειες της στον κατευνασμό και στη συνένωση ενός  συνασπισμού υψηλού επιπέδου, από την περίοδο της ειρήνης ως συμμαχία και όχι μόνο ως στρατιωτική συνεργασία που ισχύει μέχρι σήμερα με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.
Επειδή το δεύτερο ερώτημα είναι ρητορικό, θα δώσουμε τα στοιχεία που αφορούν στην αποτροπή από την πλευρά μας.
Στην Ελλάδα έχουμε δείξει ότι είμαστε πάρα πολύ αργοί στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και δυσκίνητοι για να ανταποκριθούμε σε ένα σύγχρονο πόλεμο, κυρίως λόγω του αδύνατου θεσμικού πλαισίου. Η διεξαγωγή του πολέμου, εκτιμάται ότι θα γίνει αστραπιαία με τις νέες τεχνολογίες που εμφανίζονται, σε ένα θέατρο επιχειρήσεων που θα αναπτυχθεί στον αέρα, τη θάλασσα, το έδαφος, τον κυβερνοχώρο και το διάστημα, αξιοποιώντας τις πληροφορίες και τις αντιπληροφορίες. Οι αντίπαλοί μας, Τούρκοι, το καταλαβαίνουν αυτό και έχουν κατασκευάσει μια πολεμική μηχανή αστραπιαίου πολέμου που θα εκμεταλλευόταν τη βραδύτητα των ημετέρων δυνάμεων και της στρατιωτικής κινητικότητάς μας. Όμως παραμένει το καυτό ερώτημα αν η Ελλάδα θα μπορούσε να πολεμήσει σε έναν σύντομο πόλεμο (κεραυνοβόλο) εφόσον είχε την προειδοποίηση ή θα εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο αν της δοθεί η ευκαιρία.
Η αποτροπή στην Ελλάδα υποφέρει κυρίως για δύο λόγους: την έλλειψη πολιτικής βούλησης και τη μείωση του στρατηγικού πολιτισμού, δηλαδή στην προθυμία των πολιτών να υποβληθούν σε θυσίες με σκοπό να υπερασπιστούν τα εθνικά και κυριαρχικά μας συμφέροντα. Λόγω του τελευταίου, το πρώτο χρειάζεται περισσότερο από ποτέ. Η στάση αποτροπής, στον δημόσιο διάλογο, στην πατρίδα μας στερείται τόσο ουσίας όσο και πεποίθησης. Το πρώτο από αυτά οφείλεται στα μειονεκτικά επίπεδα των αμυντικών δαπανών την τελευταία δεκαετία. Αυτό μπορεί να διορθωθεί με μια αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών. Το δεύτερο είναι πιο σοβαρό και πιο διαρθρωτικό. Η αποτροπή στην καλύτερη περίπτωση θεωρείται πολύ συχνά ως μια ανεπιθύμητη υπενθύμιση της αντιπαράθεσης του κακώς εννοούμενου εθνικισμού με τις δυνατότητες του δημοσίου για δωρεάν υπηρεσίες. Η αποτροπή υποφέρει από μια κρίση σκεπτικισμού, στην καλύτερη περίπτωση. Αυτό σημαίνει ότι η αποτροπή που εφαρμόζεται από πλευράς των ενόπλων δυνάμεών μας, στηρίζεται πλέον στην αυταπάρνηση και στον επαγγελματισμό των στελεχών του. Επιπλέον υπάρχουν ανησυχίες που προκαλούνται από την αδιαφορία των συμμάχων του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εγγύηση της αμοιβαίας άμυνας. Η αρχή των τριών σωματοφυλάκων που αναλύεται στο άρθρο 5 -ένας για όλους, και όλοι για έναν- εξακολουθεί να είναι αναξιόπιστη, τουλάχιστον όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά.
Είναι αναγκαίο να βελτιώσουμε το χρόνο ανταπόκρισης μας και να επικεντρωθούμε σε μια σειρά απειλών, από την αστάθεια στη Μεσόγειο έως την ασφάλεια του Αιγαίου, του κυβερνοχώρου και τις πληροφορίες, καθώς και το βασικό του καθήκον της εδαφικής άμυνας μας. Μια πιθανή κρίση που θα οδηγήσει σε ανάφλεξη θα αφήσει την νοτιοανατολική πτέρυγα ενδεχομένως πιο εκτεθειμένη στις τουρκικές προσπάθειες εξαναγκασμού. Ωστόσο, μια ενισχυμένη παρουσία των συμμάχων στη Μεσόγειο δεν σημαίνει ότι θα υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις, αλλά σίγουρα θα στηρίξει τη διεθνοποίηση οποιαδήποτε σύγκρουσης. Έτσι εκτιμάται ότι η Τουρκία δεν μπορεί ποτέ να υπολογίσει με ασφάλεια ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν θα χρησιμοποιούσαν σκληρή ισχύ ως απάντηση σε μια επίθεση της. Αυτό μάλλον αρκεί για να αποτρέψει κάθε λογικό ηγέτη της Τουρκίας.
Επίσης είναι κρίσιμο για την Ελλάδα να επιδεικνύει μια αναζωογονημένη και πλήρως ολοκληρωμένη στάση αποτροπής και να εξηγήσει με πειστικό τρόπο στο κοινό ότι η αποτρεπτική ισχύς  είναι ο κύριος σκοπός της υποσχόμενης αμυντικής θωράκισης. Μια αναζωογονημένη στάση αποτροπής δεν πρέπει να θεωρείται ως άλλη στρατηγική “αντιστάθμισης”, η οποία θα αντισταθμίζει κάποια αμυντική ή πολιτική ανεπάρκεια. Η άμυνα και η αποτροπή λειτουργούν μαζί, όχι χωριστά. Αντίθετα, η αποτροπή πρέπει να αποτελέσει το επίκεντρο μιας στρατηγικής “επαναφοράς”, μια συντονισμένη προσπάθεια για να ανακαλυφθεί εκ νέου ο θεμελιώδης στόχος της αποτροπής, που είναι η διατήρηση της σταθερότητας, ακόμη και σε ένα αντιφατικό περιβάλλον.
Η αποτροπή, πρέπει να είναι πραγματική, να είναι ισχυρή και να λειτουργεί. Η αποτροπή αφορά τόσο στις ικανότητες όσο και την πρόθεση. Στην Ελλάδα παρουσιάζονται αδύναμα σημεία και στα δύο αυτά θέματα. Η έλλειψη σταθερής ελληνικής αντίδρασης στη μη συμμόρφωση της Τουρκίας με όσα επιβάλλονται από το διεθνές δίκαιο δεν είναι συμπτωματική για μια περιοχή που αποτελεί σημαντικό γεωπολιτικό χώρο της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ αλλά και σημαντικών κρατών. Τον τελευταίο καιρό, υπάρχει μια συνειδητή αφύπνιση διότι βρίσκεται το διεθνές περιβάλλον πλέον σε μια ολοένα πιο επικίνδυνη κατάσταση.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη ανάλυση πιστεύω ότι οι παρακάτω περιοχές εξακολουθούν να χρειάζονται βελτίωση:
(1) Στρατιωτική κινητικότητα για να διασφαλιστεί ότι οι ημέτερες δυνάμεις μπορούν να κινούνται ταχέως ή ταχύτερα από τις τουρκικές δυνάμεις, αποδεικνύοντας ότι αυτό είναι απαραίτητο για την αποτροπή.
(2) Αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, με εξειδικευμένες επιχειρήσεις  κατά την ανάπτυξη στο χώρο αντικειμενικού σκοπού.
(3) Διατήρηση σε υψηλά επίπεδα ετοιμότητας και ηθικού όλων των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων μας.
(4) Άμεση αναβάθμιση και βελτίωση της προστασίας του κυβερνοχώρου των θαλάσσιων λιμένων, των δικτύων μεταφορών και των πολιτικών δικτύων.
(5) Μια πιο ευέλικτη προσέγγιση στη ναυπηγοεπισκευαστική μας ικανότητα, η οποία να ενθαρρύνει και άλλα έθνη να επενδύσουν στις δυνατότητες μας.
(6) Η προσαρμογή μας σε ένα είδος αστραπιαίου πολέμου θα ενισχύσει την αποτρεπτική μας αξία επιταχύνοντας την ταχύτητα ανταπόκρισης των ημετέρων δυνάμεων και ενισχύοντας την βλαπτική μας ικανότητα.

 http://www.anixneuseis.gr