Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

“Αν θέλουν τον σεβασμό μας, οι πολιτικοί πρέπει να εγκαταλείψουν τη λαϊκιστική τους ρητορική”

Του Cas Mudde (*)
Ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα από την Guardian και το δίκτυο Team Populism αποδεικνύει αυτό που όλοι βλέπουν και καταλαβαίνουν: ο κόσμος μας γίνεται όλο και πιο λαϊκίστικος. Ο καθηγητής Κερκ Χόουκινς από το Brigham Young University στη Γιούτα και 46 ακόμη ερευνητές ανέλυσαν 728 ομιλίες 140 ηγετών από 40 χώρες στην Ευρώπη και την αμερικανική ήπειρο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συγκριτική έρευνα που έχει γίνει για το θέμα.

Η έρευνα δείχνει όχι μόνο ότι ο αριθμός των λαϊκιστών ηγετών έχει διπλασιαστεί, αλλά και ότι το «σκορ» του λαϊκισμού στις ομιλίες τους έχει διπλασιαστεί κι αυτό. Ενώ οι πολιτικές ομιλίες ήταν «μη λαϊκιστικές» το 2004, σήμερα είναι «κατά κάποιον τρόπο λαϊκιστικές».
Όπως θα ανέμενε κανείς, ηγέτες που θεωρούνται ευρέως λαϊκιστές, όπως ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες και ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, βρίσκονται ψηλά στην κλίμακα του λαϊκισμού. «Κατά κάποιον τρόπο λαϊκιστές», όμως, εμφανίζονται και πιο συστημικοί πολιτικοί, όπως οι πρώην πρωθυπουργοί της Κροατίας Ιβο Σαναντέρ και της Λετονίας Εϊναρς Ρέπσε. Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, χρησιμοποιούν έναν λόγο ακόμη πιο λαϊκιστικό από μερικούς πραγματικούς λαϊκιστές.
Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα στην έρευνα είναι ο λόγος της Τερέζα Μέι στο περυσινό συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος, ο οποίος άνετα μπορεί να συγκριθεί με τον λόγο του Ντόναλντ Τραμπ όταν ορκίστηκε πρόεδρος, έναν χρόνο νωρίτερα.
Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πλευρές του λαϊκισμού κυριαρχούν στην πολιτική συζήτηση. Ολο και περισσότεροι συστημικοί πολιτικοί χρησιμοποιούν μια ρητορική «υπέρ του λαού» ή «κατά των ελίτ» για να απαντήσουν στις εκλογικές προκλήσεις των πραγματικών πολιτικών και να κερδίσουν ψηφοφόρους.
Ο λαϊκιστικός λόγος όμως δεν περιορίζεται στα κόμματα. Παρατηρείται και στα μέσα ενημέρωσης, τόσο τα συμβατικά όσο και τα social media. Στις μέρες μας θεωρείται «προφανές» ότι η «ελίτ» είναι διεφθαρμένη και ότι η «κοινή λογική» αγνοείται. Το κλίμα αυτό έχει οδηγήσει στην εξοικείωση των διανοουμένων και πολιτικών τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς με τον λαϊκισμό. Ο δεξιός ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε, για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι ο δικός του «καλός λαϊκισμός» αποτελεί το καλύτερο αντίδοτο στον «κακό λαϊκισμό», παρόλο που τα κόμματα που επιδίδονται στον πρώτο καρακρημνίζονται στις δημοσκοπήσεις, ενώ ο «κακός λαϊκισμός» θριαμβεύει.
Στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, αριστεροί διανοούμενοι σαν τη Σαντάλ Μουφ και πολιτικοί σαν τον Ζαν-Λικ Μελανσόν υποστηρίζουν ότι μόνο ο «αριστερός λαϊκισμός» μπορεί να νικήσει τη ριζοσπαστική λαϊκιστική Δεξιά.
Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος να αλλάξει το λαϊκιστικό κλίμα είναι να καταγγελθεί τόσο ο λαϊκισμός όσο και ο αντι-λαϊκισμός, η άποψη δηλαδή ότι ο «λαός» είναι διεφθαρμένος και η (πρώην) ελίτ αγνή. Όπως ορθά υποστηρίζει η Μουφ, πρέπει να επαναπολιτικοποιήσουμε την πολιτική συζήτηση, αναγνωρίζοντας όμως και σεβόμενοι τον πλουραλισμό των κοινωνιών μας. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να ομοιογενοποιούνται ούτε ο «λαός» ούτε η «ελίτ».
Οι πολιτικοί πρέπει λοιπόν να πάψουν να προσποιούνται ότι μιλούν εκ μέρους του λαού. Η πολιτική αφορά, εξ ορισμού, μια μάχη μεταξύ διαφορετικών ομάδων με μεγάλη ποικιλία συμφερόντων και αξιών. Η δουλειά του πολιτικού δεν είναι να ορίσει τι θέλει ο λαός, αλλά να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα μιας ομάδας ψηφοφόρων, αναγνωρίζοντας τα νόμιμα συμφέροντα των υπολοίπων. Αυτό σημαίνει όχι μόνο αντίσταση στον πειρασμό της αντιγραφής της λαϊκιστικής ρητορικής, αλλά και κατηγορηματική απόρριψη των θεμελίων του λαϊκισμού.
(*) Ο Κας Μούντε είναι Ολλανδός πολιτικός επιστήμονας και αρθρογράφος της Guardian
(Πηγή: Guardian)