Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Μέρτζος και Μαραντζίδης – Οι ηρακλείς των Πρεσπών

Μέρτζος και Μαραντζίδης - Οι ηρακλειδείς των Πρεσπών, Γιάννης ΘεοχάρηςΓιάννης Θεοχάρης
Στη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών έγιναν συχνές αναφορές σε θέσεις προσώπων που τοποθετήθηκαν δημόσια και επαινετικά υπέρ της συγκεκριμένης διπλωματικής λύσης. Από τους προβεβλημένους υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών, στους οποίους παρέπεμπαν οι κυβερνητικοί και οι θιασώτες τους, ξεχωρίζουν οι Νίκος Μαραντζίδης και Νικόλαος Μέρτζος. Μάλιστα, ο εμπνευστής της Συμφωνίας, Νίκος Κοτζιάς, αναφέρθηκε στο όνομά του Νίκου Μέρτζου στη σχετική συζήτηση στη Βουλή: «το κάνει ως ένας από τους πλέον ειδικούς στο ζήτημα του Σκοπιανού…».
Είναι σαφές ότι τέτοιου τύπου αναφορές σε ειδικούς με κύρος -που μάλιστα δεν ανήκουν στον κομματικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ- επιχειρήθηκαν, ώστε να αναδειχθεί η «ορθότητα» της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ωστόσο, η προσφυγή στην αυθεντία (Argumentum ad Verecundiam) δεν είναι λογικό επιχείρημα καθαυτό, αλλά μία από τις ασφαλέστερες οδούς προς τη λογική πλάνη.

Το επιχείρημα Μαραντζίδη

Για την περίπτωση του Μαραντζίδη θα άξιζε να σχολιαστεί η καταληκτήρια τοποθέτησή του στην εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής («Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών»). Εκεί μετέφερε, χειροκροτούμενος, τη στιχομυθία που είχε με έναν Κοζανίτη για το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των Βορείων γειτόνων ως Μακεδόνων: «…σωστά, εγώ είμαι 100 χρόνια και έγινα (ενν. Μακεδόνας), αυτοί 1500 και δεν θα τα καταφέρουν να γίνουν;».
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μαραντζίδης συσχέτισε δύο ιστορικά ζητήματα διαφορετικής φύσης. Το ένα είναι η διεκδίκηση εθνικής ταυτότητας με χρήση του όρου «Μακεδονία» από τους γείτονες και το άλλο η ενσωμάτωση των Ποντίων στη Μακεδονία, τα οποία πήραν μορφή σχεδόν ταυτόχρονα από τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα. Επιπλέον, παραβλέποντας ότι ο Μακεδονισμός είναι νεότερη κατασκευή, τον αναγνώρισε έμμεσα ως φαινόμενο με μεγάλο ιστορικό βάθος (1500 χρόνων).
Αλλά, πάνω απ’ όλα, φάνηκε να υιοθετεί την σε βάθος χρόνου αυτοχθονία ως κριτήριο βαρύνουσας σημασίας για τη σύγκριση συλλογικών ταυτοτήτων μέσα στον χώρο της Μακεδονίας. Με αυτόν τον τρόπο υιοθέτησε το επιχείρημα του συνομιλητή του σε μία αντιπαράθεση με λαϊκιστικές αποχρώσεις, από αυτές που συχνά επαναλαμβάνονται στο μακεδονικό καφενείο. Αυτό το θεώρησε κατόρθωμα και οι παριστάμενοι το επικρότησαν με χειροκροτήματα και γέλια.
Παρά ταύτα, εάν επικαλέστηκε την αυτοχθονία ως συγκριτικό πλεονέκτημα ορισμένων πληθυσμιακών μονάδων έναντι άλλων, προκειμένου να αποστομώσει τον αντίπαλό του, το ίδιο επιχείρημα δύναται να νομιμοποιηθεί εντέχνως και με επικίνδυνο τρόπο σε μία συζήτηση για τη θέση των μεταναστών στην κοινωνία. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο επιχείρημα (nativism) είναι ο πυρήνας της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ. Υποθέτω, ότι αυτό το ενδεχόμενο δεν το υπολόγισε ο Νίκος Μαραντζίδης, πολλώ δε μάλλον το φιλελεύθερο ακροατήριό του, ακόμη και εάν αντικείμενο των ακαδημαϊκών του ενδιαφερόντων είναι οι κοινωνικές ταυτότητες.

Το επιχείρημα της αυθοχθονίας κατά τον Μέρτζο

Από την άλλη, στις δημόσιες τοποθετήσεις του ο Νικόλαος Μέρτζος έκρινε τη Συμφωνία των Πρεσπών μέσα από το πρίσμα των γεωπολιτικών αναγνώσεων και των οφελών αυτή πιστεύεται ότι θα φέρει στην Ελλάδα. Οι αντιδράσεις σε αυτές τις τοποθετήσεις τροφοδοτήθηκαν όχι τόσο από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων αναγνώσεων, όσο από τις έως τώρα προσεγγίσεις του Νικόλαου Μέρτζου σε ζητήματα εθνικά, οι οποίες είναι συμπαρομαρτούντα του Μακεδονικού Ζητήματος.
Ο βλαχικής καταγωγής Μέρτζος, μαζί με άλλους, διατείνεται ότι οι Βλάχοι είναι αυτόχθονες της Μακεδονίας που κατοικούσαν στην περιοχή πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, και ότι αυτοί, έχοντας υπηρετήσει σε ρωμαϊκά στρατιωτικά σώματα, λατινοφώνησαν. Πρόκειται για μία υπόθεση χωρίς ιστορική βάση. Η λατινική δεν ήταν προαπαιτούμενο για τους Ρωμαίους πολίτες και δεν επιβλήθηκε στους αλλόγλωσσους πληθυσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η συχνή παραπομπή των υποστηρικτών της παραπάνω άποψης σε απόσπασμα του Ιωάννη Λυδού (6ος αι. μ.Χ.), όπου μαρτυρείται η επιβεβλημένη χρήση της γλώσσας από τους επάρχους και τους δημοσίους λειτουργούς στις ελληνόφωνες περιοχές, δεν ερμηνεύεται ορθά: λατινικά θα έπρεπε να γνωρίζουν οι δημόσιοι λειτουργοί και μάλιστα οι ανώτεροι, προκειμένου να επικοινωνούν με την κεντρική διοίκηση και να εκτελούν τις εντολές της. Έτσι, θα ήταν εντελώς παράλογο η λατινική να υιοθετηθεί από τους ορεσίβιους Βλάχους.

Μυθική αξία του μακεδονικού βασιλείου

Σύμφωνα με μία άλλη άποψη, που δεν βρίσκει απήχηση στην Ελλάδα, οι Βλάχοι ανήκουν στο κύμα της Μετανάστευσης των Λαών που σάρωσε τα βόρεια σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον 3ο αι. μ.Χ. έως την εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική από τον 7ο αι. μ.Χ. Πρόκειται για μία θέση που εντάσσει τους Βλάχους σε ένα πλαίσιο μακριά από την ελληνιστική Αρχαιότητα, καθώς τους τοποθετεί, μαζί με τους Σλάβους της Βαλκανικής, στο κατώφλι του Μεσαίωνα.
Αλλά, γιατί τελικά τέτοιες απόψεις μπορεί να θεωρηθούν προσβλητικές για τους Έλληνες Βλάχους; Η απάντηση βρίσκεται στην μυθική αξία του μακεδονικού βασιλείου και τις φυλετικές θεωρίες περί γενεαλογικής συνέχειας, μέσω των οποίων νομιμοποιείται η διεκδίκηση του απώτερου μακεδονικού παρελθόντος και η ταύτιση τελικά με αυτό.
Πρόκειται για μία γραμμική και συνοπτική αντίληψη της ιστορίας, μέσω της οποίας ενίοτε ακυρώνονται ως αξιολογικά κατώτεροι ενδιάμεσοι σταθμοί στην πορεία ενός πολιτισμού ή έθνους. Υπό αυτό το πρίσμα, η διαδήλωση της εθνικής ταυτότητας αποκτά συχνά ιλαρή μορφή, όπως γίνεται με την φετιχιστική προβολή εμβληματικών εξωτερικών μορφών του μακεδονικού βασιλείου (περικεφαλαίες, πανοπλίες κ.ο.κ.).
Να σημειωθεί ότι με τον ίδιο, μάλιστα, τρόπο προσεγγίζουν ιστοριογραφικά το παρελθόν οι θιασώτες του Μακεδονισμού, της πιο ακραίας εκδοχής του γειτονικού εθνικισμού: οι Μακεδόνες (γι’ αυτούς ένα μη ελληνικό φύλο) απορροφήθηκαν γλωσσικά κατά τον Μεσαίωνα από τους Σλάβους. Αυτοί οι σλαβόφωνήσαντες αρχαίοι Μακεδόνες, πάντα κατ’ αυτήν την ανιστόρητη εκδοχή, είναι οι πρόγονοι των κατοίκων του κράτους που διεκδικεί μανιωδώς εθνική υπόσταση με τον όρο «Μακεδονία».

Ο Ελληνισμός ως επιλογή

Αρχαιοελληνικό παρελθόν, επιχειρήματα περί αυτοχθονίας και υποτίμηση του Μεσαίωνα ως εποχή σημαντικών διεργασιών για τον Ελληνισμό είναι εδώ και χρόνια η συνταγή του μακεδονικού παροξυσμού. Δυστυχώς, η θέση του Ελληνισμού στον Μεσαίωνα φέρνει αρκετούς σε άβολη θέση ακόμη και σήμερα. Ο λόγος; Η εμφάνιση νέων κατοίκων στην ελληνόφωνη Βαλκανική. Τότε ο Ελληνισμός όχι μόνο δεν έχασε τον έλεγχο του ζωτικού του χώρου (τον οποίο οι πηγές της εποχής ονόμαζαν «Ελλάς»), αλλά ενισχύθηκε από την ενσωμάτωση των νέων πληθυσμιακών ομάδων στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Ο εξελληνισμός είναι μία μακρά ιστορική διαδικασία που ξεκίνησε με την «γραίκωσιν» των επήλυδων από τους Βυζαντινούς και συνεχίστηκε με την ακτινοβόλα πολιτιστική παρουσία των Ελλήνων στη Βαλκανική έως και τα νεότερα χρόνια. Η επιλογή της ελληνικής ταυτότητας, δομικό στοιχείο της ελληνικής συνέχειας, δεν μπορεί να έχει αρνητικό πρόσημο για κανέναν.

 https://slpress.gr/