Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Το μήνυμα των ΗΠΑ για τους S-400 και πως το αποτέλεσμα των εκλογών “μπλέκει” τις επιλογές ασφάλειας της Τουρκίας



Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰
Ο αντίκτυπος της επιλογής του Τούρκου προέδρου για μια ολοένα και πιο αντιδυτική εξωτερική πολιτική, με ξεκάθαρη στροφή προς τη Ρωσία, έχει γίνει αισθητός στο εσωτερικό της χώρας με τον οικονομικό «πόλεμο» που της έχει κηρυχθεί και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών. Προς το παρόν, φαίνεται πως η ρήξη ΗΠΑ – Τουρκίας ή καλύτερα ΗΠΑ – Ερντογάν ολοένα και βαθαίνει, καθώς ο τελευταίος δεν φαίνεται πρόθυμος ή δεν μπορεί να αλλάξει τη ρότα της πολιτικής του, οδηγούμενος όμως πιθανότατα σε αδιέξοδο (σ.σ. αφού προσπαθεί να ισορροπήσει «πατώντας» σε δύο βάρκες).

Όπως αναφέρουν σε άρθρο τους στους New York Times οι Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές Jim Inhofe και Jim Risch, από την Οκλαχόμα και το Αϊντάχο αντίστοιχα και οι Δημοκρατικοί Γερουσιαστές Jack Reed και Bob Menendez από το Ρόουντ Άιλαντ και το Νιου Τζέρσι, «εάν η Τουρκία δεχθεί την παράδοση του ρωσικού αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400, θα της επιβληθούν κυρώσεις όπως απαιτείται από το αμερικανικό δίκαιο. Μέχρι το τέλος του έτους, η Τουρκία θα έχει αποκτήσει είτε προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη F-35 είτε το ρωσικό σύστημα S-400. Δεν θα έχει και τα δύο. Η επιλογή του Προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα έχει προφανείς συνέπειες για τη θέση της χώρας του στον κόσμο, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και τη θέση της στο ΝΑΤΟ».
Υπενθυμίζεται ότι η παραγωγή των F-35 είναι το μεγαλύτερο πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς στον κόσμο, με επενδύσεις άνω του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων από δώδεκα διεθνείς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, και των πελατών. Σε μεγάλο βαθμό, στόχος του προγράμματος είναι η ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους να διατηρήσουν ένα στρατιωτικό πλεονέκτημα στον ουρανό. Τον Ιούλιο του 2017, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι θα αγόραζε το σύστημα S-400, που είναι το πιο προηγμένο σύστημα που παράγεται μέχρι σήμερα στα πλαίσια προσπάθειας της Ρωσίας να νικήσει την τεχνολογία stealth και επομένως να καταρρίπτει και τα μαχητικά αεροσκάφη F-35.
Όπως αναφέρεται στο άρθρο η αγορά των S-400 από την Τουρκία θα ήταν ασύμβατη με τις δεσμεύσεις της έναντι του ΝΑΤΟ και θα μείωνε τη διαλειτουργικότητά της με τους συμμάχους. Η αγορά των S-400 θα δημιουργούσε έναν απαράδεκτο κίνδυνο επειδή το σύστημά του ραντάρ θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα στον ρωσικό στρατό να καταλάβει πώς λειτουργεί το F-35. Η απειλή αυτή υποχρέωσε το Πεντάγωνο να διακόψει προσωρινά την περασμένη εβδομάδα ορισμένες δραστηριότητες που σχετίζονται με τα τουρκικά F-35.
«Με τους S-400 να είναι προγραμματισμένο να φτάσουν στην Τουρκία τον Ιούλιο και τα F-35 το Νοέμβριο, είναι καιρός ο πρόεδρος Ερντογάν να κάνει την επιλογή του. Εάν ο Πρόεδρος Ερντογάν επιλέξει την παράδοση των S-400, θα επιβληθούν κυρώσεις, όπως προβλέπεται από το νόμο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι κυρώσεις θα πλήξουν την οικονομία της Τουρκίας, προκαλώντας αναταραχή στις διεθνείς αγορές, αποτρέποντας τις άμεσες ξένες επενδύσεις και πλήττοντας την αεροδιαστημική και την αμυντική βιομηχανία της χώρας. Επιπλέον, κανένα F-35 δεν θα φτάσει ποτέ στο τουρκικό έδαφος. Η Τουρκική συμμετοχή στο πρόγραμμα F-35, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής τμημάτων των αεροσκαφών και επισκευής/συντήρησης αυτών θα τερματιστεί, με αποτέλεσμα οι τουρκικές εταιρείες να βγουν από την αλυσίδα παραγωγής και προμήθειας του προγράμματος».
«Δεσμευόμαστε να λάβουμε όλα τα αναγκαία νόμιμα μέτρα για να διασφαλίσουμε ότι αυτό θα συμβεί. Η Τουρκία είναι σημαντικός εταίρος στο πρόγραμμα F-35, αλλά δεν είναι αναντικατάστατος. Η εγκατάλειψη των F-35 θα έχει σοβαρές συνέπειες για την Άγκυρα. Η Τουρκία έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 1,25 δισεκατομμύρια δολάρια στο πρόγραμμα F-35 και αυτό το ποσό θα απωλεσθεί. Δεν θα λάβει τα περισσότερα από 100 F-35 που σχεδίαζε να προμηθευτεί και θα αναγκαστεί να τα αντικαταστήσει με ένα μαχητικό αεροσκάφος λιγότερο ικανό, το οποίο θα αργήσει αρκετά χρόνια για να παραδοθεί. Οι τουρκικές εταιρείες που παράγουν τμήματα για το F-35 θα δουν τις παραγγελίες τους να μηδενίζονται. Η Τουρκία θα υποστεί συνέπειες και θα δει ότι, όσα της είχαν ανατεθεί, δηλαδή η συντήρηση των κινητήρων, η επισκευή, το overhaul και η αναβάθμιση των F-35 θα ανατεθούν σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η ελπίδα του Προέδρου Ερντογάν να καταστήσει την τουρκική αμυντική βιομηχανία έναν πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης για το μέλλον θα καταρρεύσει».
Την ίδια στιγμή ο Ερντογάν ανακοίνωσε, επαναλαμβάνοντας τη στάση της Άγκυρας επί του θέματος και παρά την αυξανόμενη αντίθεση των ΗΠΑ, ότι η συμφωνία με τη Ρωσία για τους S-400 βρίσκεται στο στάδιο παράδοσης. «Η συμφωνία σχετικά με τους S-400 έχει ολοκληρωθεί, είμαστε σήμερα στη φάση παράδοσης. Το χρονοδιάγραμμα των παραδόσεων είναι σε εξέλιξη και θα παραδοθούν με βάση αυτό το χρονοδιάγραμμα», δήλωσε ο Ερντογάν σε ομάδα δημοσιογράφων στο προεδρικό αεροπλάνο κατά την επιστροφή του στην Τουρκία μετά από συνάντησή του με τον Ρώσο ομόλογό του Βλάντιμιρ Πούτιν, στις 8 Απριλίου.
Την περασμένη εβδομάδα η Ουάσινγκτον ανέστειλε τη συμμετοχή της Τουρκίας στο τρέχον πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών F-35, στο οποίο η Τουρκία έχει επενδύσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια, ως ένα μέσο εξαναγκασμού της χώρας ώστε να κάνει πίσω από την αγορά των ρωσικών συστημάτων. Ωστόσο, το Πεντάγωνο δήλωσε στις 4 Απριλίου ότι μεταφέρθηκε ένα από τα δύο αεροσκάφη F-35 της Τουρκίας στην αεροπορική βάση Luke της Αριζόνας και παραδόθηκε στους Τούρκους πιλότους για εκπαίδευση, πλέον των δύο που είχαν μεταφερθεί πέρυσι.
Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε ότι τέταρτο μαχητικό παραδόθηκε στην Τουρκία στις 8 Απριλίου. «Οι εκπαιδεύσεις συνεχίζονται», είπε, προσθέτοντας ότι μια ομάδα τεσσάρων ιπταμένων παίρνει μέρος στην αποστολή υπό τις διαταγές ενός Ταξίαρχου. Η Τουρκία δε προετοιμάζεται για την άφιξη των μαχητικών αεροσκαφών από την Αριζόνα.
Ο Τούρκος πρόεδρος τόνισε επίσης ότι η στάση του ΝΑΤΟ είναι διαφορετική από αυτή των ΗΠΑ. «Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ έκανε δηλώσεις σχετικά με το θέμα… Ο Γενς Στόλτενμπεργκ δήλωσε σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για την 70η επέτειο της διατλαντικής συμμαχίας στην αμερικανική πρωτεύουσα στις 4 Απριλίου ότι η προμήθεια ρωσικού αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος από την Τουρκία αποτελεί “εθνική απόφαση”».
Παράλληλα, Ερντογάν και Πούτιν συζήτησαν τις κατευθυντήριες γραμμές για την επέκταση των αμοιβαία επωφελών οικονομικών δεσμών και τρόπους με τους οποίους ο όγκος των διμερών συναλλαγών θα φθάσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, οι δύο χώρες προσπαθούν να επεκτείνουν τους τομείς της εμπορικής συνεργασίας, διευρύνοντας το φάσμα των εμπορεύσιμων αγαθών. Το ζήτημα κυριάρχησε στην ημερήσια διάταξη της 8ης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ανωτάτου Επιπέδου που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα στη Μόσχα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε ότι ο όγκος εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκε κατά 15% πέρυσι και έφτασε τα 26 δισεκατομμύρια δολάρια. Ανέφερε δε ότι η Τουρκία και η Ρωσία έχουν ήδη θέσει ως στόχο να αυξήσουν τον όγκο του διμερούς εμπορίου στα 100 δισεκατομμύρια δολάρια και πρόσθεσε ότι επικεντρώνονται τώρα σε νέους στόχους για την επόμενη περίοδο. Ο πρόεδρος επεσήμανε επίσης τη σημασία των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, αναφέροντας ότι «από τη δεκαετία του 1990, η οικονομική συνεργασία υπήρξε ο πυλώνας της διμερούς σχέσης τους».
Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία και η Ρωσία θα υπογράψουν τρεις συμφωνίες, οι οποίες θα είναι ένα βήμα προς τα εμπρός για το μέλλον και των δύο χωρών. Εκτός από την αύξηση του διμερούς εμπορίου, η Τουρκία φιλοξένησε εκατομμύρια Ρώσους τουρίστες πέρυσι. «Καταγράψαμε ρεκόρ πέρυσι φιλοξενώντας 6 εκατομμύρια Ρώσους τουρίστες», δήλωσε ο Ερντογάν. Η Ρωσία ήταν η κορυφαία «αγορά» για τον τουρισμό της Τουρκίας με 5,96 εκατομμύρια επισκέπτες τον περασμένο χρόνο, περίπου το 15,1% όλων των τουριστών στη χώρα. Η Τουρκία δέχθηκε συνολικά 39,5 εκατομμύρια επισκέπτες από το εξωτερικό το 2018, σημειώνοντας αύξηση 21,84% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Ο πρόεδρος Πούτιν, από την άλλη πλευρά, δήλωσε ότι οι δύο χώρες συμφώνησαν να βελτιώσουν τους δεσμούς τους στα πλαίσια ενίσχυσης της συνεργασίας. Η Ρωσία και η Τουρκία θα μπορούσαν να επεκτείνουν το διμερές εμπόριο τους, καταργώντας τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν σε αυτόν τον τομέα, δήλωσε ο Πούτιν στη συνάντηση, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS.
Ο Ερντογάν, εν τω μεταξύ, παρείχε λεπτομερή περιγραφή των τουρκικών επενδύσεων στη χώρα, σημειώνοντας ότι περίπου 1.300 Τούρκοι επιχειρηματίες επενδύουν στη Ρωσία. «Τούρκοι επιχειρηματίες δραστηριοποιούνται σε σχεδόν όλους τους τομείς της Ρωσίας. Περίπου 1.500 επιχειρηματίες, με επενδύσεις αξίας 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δημιουργούν θέσεις απασχόλησης και συμβάλλουν στον πλούτο του ρωσικού λαού», ανέφερε ο Ερντογάν. Οι Τούρκοι εργολάβοι έχουν μέχρι στιγμής αναλάβει 1.961 έργα αξίας 73 δισεκατομμυρίων δολαρίων, πρόσθεσε.
Επιπρόσθετα, η ενέργεια αποτελεί σημαντικό μέρος των τουρκορωσικών οικονομικών σχέσεων. Κατά την αξιολόγησή τους, τόσο ο Τούρκος όσο και ο Ρώσος Πρόεδρος τόνισαν τη σημασία της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ενέργειας. «Η τουρκορωσική ενεργειακή συνεργασία είναι ο πυλώνας των διμερών οικονομικών δεσμών», δήλωσε ο Ερντογάν. Σημείωσε, επίσης, ότι ο αγωγός φυσικού αερίου TurkStream θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους και θα αρχίσει να παρέχει αέριο στο τουρκικό δίκτυο.
Ο Πούτιν δήλωσε ότι οι δύο χώρες εργάζονται σε αρκετά μεγάλα έργα, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού σταθμού Akkuyu (NPP) που αναμένεται να ξεκινήσει το 2023 και του έργου αγωγού φυσικού αερίου TurkStream, τα χερσαία και θαλάσσια τμήματα του οποίου έχουν πρόσφατα συνδεθεί. Αποκάλεσε, επίσης, τη ρωσοτουρκική ενεργειακή συνεργασία ως «στρατηγική» και πρόσθεσε ότι η Ρωσία παρέδωσε στην Τουρκία περίπου 24 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου πέρυσι.
Σε ότι αφορά στην ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών, ο Πούτιν ανέφερε ότι Ρωσία και Τουρκία έχουν κι άλλα υποσχόμενα προγράμματα. Ερωτηθείς για τα σχόλια τρίτων μερών σχετικά με τις ενεργειακές και αμυντικές συμφωνίες, και ειδικότερα για το σύστημα S-400, ο Ερντογάν δήλωσε ότι τα ενεργειακά και αμυντικά σχέδια της Τουρκίας ήταν δική του κυρίαρχη απόφαση.
Εκτός των ανωτέρω, ο επικεφαλής του RDIF (Russian Direct Investment Fund), Kirill Dmitriev, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι η Τουρκία και η Ρωσία υπέγραψαν συμφωνία για την κατασκευή κέντρων υγείας στη Ρωσία από την τουρκική κατασκευαστική εταιρεία Rönesans. Οι τρεις περιοχές στις οποίες θα κατασκευαστούν τα πρώτα κέντρα έχουν καθοριστεί, πρόσθεσε. Η Rönesans Holding έχει ένα ποικίλο χαρτοφυλάκιο στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής ενεργειακών υποδομών, σταδίων, εμπορικών κέντρων κλπ.
Συνάμα, διεργασίες γίνονται και για τη ρωσική διαδικυακή πύλη Yandex. Το ταμείο κρατικών επενδύσεων της Ρωσίας και η μεγαλύτερη εταιρεία αναζήτησης ιστότοπων Yandex στη χώρα συζητούν πιθανές συμφωνίες με την Τουρκία, δήλωσε o Dmitriev. «Βλέπουμε ότι με βάση το τι έχει η Yandex στην Τουρκία, είναι δυνατό να αυξηθεί η τεχνολογική παρουσία της Ρωσίας τόσο στην Τουρκία, όσο και στις αραβικές χώρες», ανέφερε. Η Yandex εισήλθε στην τουρκική αγορά το 2011, εγκαινιάζοντας μια διαδικτυακή πύλη αναζήτησης στη χώρα και ανοίγοντας ένα γραφείο στην Κων/πολη.
Η Yandex.Market υπέγραψε συμφωνία με το μεγαλύτερο ιστότοπο ηλεκτρονικού εμπορίου της Τουρκίας, Hepsiburada, τον Σεπτέμβριο του 2018. Η συμφωνία θα προσφέρει πρόσβαση σε τουρκικά προϊόντα σε μια διασυνοριακή online υπηρεσία λιανικής, η οποία ξεκίνησε το Δεκέμβριο. Οι Ρώσοι καταναλωτές στην Yandex.Market μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα από περισσότερα των 5 εκατομμυρίων αγαθών και προϊόντων στην Hepsiburada.

Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών περιπλέκουν τις επιλογές ασφάλειας της Τουρκίας
Τα αποτελέσματα της 31ης Μαρτίου θα βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα κυριότερα ζητήματα συζήτησης θα είναι οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων, αν το πρόσφατα εγκατεστημένο εκτελεστικό προεδρικό σύστημα λειτουργεί και πόσο ισχυρή είναι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση Ερντογάν. Αυτή η εμπιστοσύνη δεν αφορά μόνο στις εσωτερικές πολιτικές, αλλά και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Το κυβερνών κόμμα AKP υπέστη σημαντικές απώλειες, λαμβάνοντας περίπου 2 εκατομμύρια λιγότερες ψήφους σε σύγκριση με τις εκλογές του Ιουνίου 2018, ενώ μετράει σημαντικές απώλειες και σε μητροπολιτικούς δήμους όπως η Άγκυρα και η Κων/πολη. Ένα άλλο εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν η σημαντική μετατόπιση της στήριξης από τη βάση του AKP στην υπερεθνικιστική βάση και πως ο τρόπος με τον οποίο ο Ερντογάν χρησιμοποίησε τη ρητορική «εθνικής επιβίωσης» ωφέλησε περισσότερο το Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος (MHP). Όσο περισσότερο ο Ερντογάν προσπάθησε να κινητοποιήσει τη βάση του με το σύνθημα ότι οι εκλογές αυτές ήταν «ζήτημα εθνικής επιβίωσης», τόσο περισσότερες ψήφους έλαβε το MHP. Με άλλα λόγια, το MHP είναι ο κερδισμένος της Λαϊκής Συμμαχίας, καθώς όχι μόνο αύξησε τον αριθμό δήμων που ελέγχει, αλλά είχε ενεργό ρόλο στην προεκλογική πολιτική ατζέντα, κερδίζοντας έτσι ο Μπαχτσελί μεγάλη δύναμη και επιρροή στο πλαίσιο της Συμμαχίας.
Τα θέματα εξωτερικής πολιτικής που σχετίζονται με την ασφάλεια, όπως το ζήτημα S-400 έναντι F-35 και οι εξελίξεις στη βόρεια Συρία, καθίστανται πιο πιεστικά σε συνδυασμό με την τρέχουσα οικονομική κρίση, η οποία επηρεάζει άμεσα τη ζωή των ψηφοφόρων. Όπως φαίνεται από τις εκλογές, η Τουρκία δεν μπορεί να διατηρήσει τις ασυμβίβαστες θέσεις της στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της, την ίδια στιγμή που αναζητά δισεκατομμύρια δολάρια επενδύσεων από ξένους επενδυτές. Η εύθραυστη οικονομία της Τουρκίας είναι αυτό που εμποδίζει το AKP να επιβάλει απόλυτο έλεγχο στα κρατικά όργανα.
Η Τουρκία αντιμετωπίζει ένα σύνθετο πακέτο προβλημάτων με επικαλυπτόμενους δρώντες και ζητήματα. Για παράδειγμα, ενώ οι εγχώριες πολιτικές εξισώσεις και η πίεση από το MHP ανάγκασαν τον Ερντογάν να κλιμακώσει τον αγώνα ενάντια στο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) και συνάμα να υιοθετήσει μια πιο πολεμοχαρή προσέγγιση στη βορειοανατολική Συρία κατά των Κούρδων Πολιτοφυλάκων και Συμμάχων των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του ISIS, θα πρέπει να θυμάται τα αποτελέσματα αυτού του αγώνα, τόσο στην εγχώρια οικονομία, όσο και στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την επίλυση του ζητήματος των αναγκών αντιαεροπορικής άμυνας της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει επιδιώξει συνεργασία με τη Ρωσία, περιπλέκοντας παράλληλα τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και το δυτικό μπλοκ, καθώς και την παραλαβή των F-35.
Ο Ερντογάν έχει αναφερθεί πολλές φορές στην ανάγκη στρατιωτικής παρέμβασης στη βορειοανατολική Συρία και στην Manbij, αυξάνοντας έτσι τις προσδοκίες του τουρκικού κοινού. Ένας πιο έντονος ρόλος του MHP στο Υπουργικό Συμβούλιο θα μεταμορφώσει αυτές τις προσδοκίες σε άμεση πίεση, οι οποίες όμως μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη ένταση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το δυτικό μπλοκ.
Όπως όλα δείχνουν τις ερχόμενες εβδομάδες ο Ερντογάν θα προχωρήσει σε ανασχηματισμό του υπουργικού του συμβουλίου και το πιθανότερο είναι να αυξηθεί και η επιρροή του Μπαχτσελί. Ωστόσο, υπάρχει και ο προβληματισμός ότι ορισμένες ρωγμές θα προκύψουν τις προσεχείς εβδομάδες στη Λαϊκή Συμμαχία, καθώς ο Μπαχτσελί ζητά περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει ο Ερντογάν. Η ικανότητα του Ερντογάν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Μπαχτσέλι θα καθορίσει το μέλλον της συμμαχίας. Σε αυτό το σημείο τίθεται και το ερώτημα του κατά πόσο ο Ερντογάν μετατρέπεται σε όμηρο του Μπαχτσέλι και ιδίως στα πλαίσια μιας ζοφερής οικονομικής κατάστασης και των πραγματικών δυσκολιών στην εξωτερική πολιτική. Λόγω, μάλιστα, αυτής της αυξημένης επιρροής του MHP είναι πολύ πιθανό ο Ερντογάν να υιοθετήσει μια ακόμη πιο σκληρή θέση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Τέλος και σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων του ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Υποθέσεων, η ψύχρανση των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας οδηγεί την Ουάσιγκτον στην ενίσχυση των θέσεων της στα Βαλκάνια με στρατιωτική και πολιτική παρουσία. Όπως αναφέρεται μάλιστα «αν και υπάρχουν δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία που επιδιώκουν να ξεπεράσουν τις διαφορές και η Τουρκία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την αγορά αμερικανικών όπλων, είναι πιθανό ότι οι “ρεαλιστές” και από τις δύο πλευρές θα δείχνουν όλο και λιγότερο ενθουσιασμό για μια ισχυρή αμερικανοτουρκική εταιρική σχέση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Η αποδυνάμωση της εταιρικής σχέσης κινητοποιεί τις Ηνωμένες Πολιτείες να δημιουργήσουν μια εναλλακτική στρατιωτική δομή». Μεταξύ των χωρών που οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους είναι: Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία και Αλβανία.

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, Ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου