Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Το στοίχημα της ΕΕ μετά το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών! Ανάλυση Δ.Απόκης

Όπως είναι φυσιολογικό η έμφαση του αποτελέσματος των Ευρωεκλογών έχει εστιαστεί στη συντριπτική νίκη της ΝΔ, και στη βαριά ήττα του κ. Τσίπρα και του Σύριζα. Παρόλα αυτά θα πρέπει να γίνει και μια αποτίμηση του αποτελέσματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, έτσι ώστε να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα, που θα απασχολήσουν την Ελλάδα και είναι πολύ χρήσιμα για την επερχόμενη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.


Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Το πλέον καθαρό συμπέρασμα από το αποτέλεσμα τον Ευρωεκλογών είναι η περαιτέρω υποχώρηση αυτού που στην πολιτική αποκαλούμαι Κέντρο. Με βάση αυτό το συμπέρασμα τα αποτελέσματα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι κομβικά για τις εξελίξεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει Σύνταγμα που να καθορίζει τη λειτουργία και τις εξουσίες των θεσμών της. Αυτό που έχει είναι Συμφωνίες ανάμεσα στις χώρες μέλη. Στις διεθνείς σχέσεις οι συμφωνίες ανάμεσα σε χώρες είναι αναγκαίοι συμβιβασμοί, και οι συμβιβασμοί είναι ευάλωτοι σε ασάφειες. Κάποιοι θεσμοί ελέγχονται από τις κυβερνήσεις των χωρών μελών, που εκλέγονται δημοκρατικά μέσω των εκλογών στις χώρες αυτές. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ο μοναδικός θεσμός της ΕΕ που η ψήφος των Ευρωπαίων πολιτών κρίνει τη συμμετοχή σε αυτό.
Η πανσπερμία θεσμών που κατέχουν εξουσίες και το γεγονός ότι οι εξουσίες αυτές επικαλύπτονται ανάμεσά τους μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την ασάφεια που επικρατεί.
Από την γένεση της ευρωπαϊκής ιδέας. Ελάχιστες ήταν οι κυβερνήσεις που ήταν έτοιμες να παραχωρήσου εξουσία στους θεσμούς της ΕΕ. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η ΕΕ, δεν είναι ένα πολυεθνικό κράτος. Παρόλα αυτά το Ευρωκοινοβούλιο ενσαρκώνει την ιδέα μια Ευρώπης που αποτελεί μια πολιτική οντότητα. Η υπόλοιπη διάρθρωση της ΕΕ αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι πρόκειται για έθνη – κράτη που συνευρέθηκαν σε έναν οργανισμό που στηρίζεται σε συμφωνίες ανάμεσά τους και η εκλεγμένες κυβερνήσεις αυτών των εθνών – κρατών διατηρούν την υπέρτατη εξουσία, συνεργατικά πάνω στην ΕΕ.

Επειδή στη χώρα μας είναι πλέον ελάχιστοι αυτοί που διαθέτουν ιστορική γνώση, πριν από την κομβική συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, υπήρχαν πολλές διαφωνίες ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης σε θέματα πολιτικής και πολλές ακολουθούσαν το δικό τους δρόμο. Αυτό εξασθένησε για κάποιο διάστημα, αλλά στην ουσία ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Τα ευρωπαϊκά έθνη – κράτη τείνουν να αγνοούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες και να ακολουθούν το δικό τους δρόμο, αλλά παραμένουν μαζί λόγω της παρθενικής ιδεολογίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η οποία καλούσε μετά από δυο πολύνεκρους και καταστροφικούς παγκοσμίους πολέμους, η Ευρώπη έπρεπε να ξεκολλήσει από το ένοχο παρελθόν της. Η δημιουργία οικονομικών ενώσεων που προβλέπονταν από το Σχέδιο Μάρσαλ, είχε ως στόχο την εξαφάνιση της βασικής αιτίας που προκάλεσε αυτούς τους πολέμους, του εθνικισμού. Η σκέψη ήταν ότι μια οικονομική ένωση μεταξύ των εθνών- κρατών, θα μειώσει την πιθανότητα πολέμου. Αυτό δούλεψε όσο δεν υπήρχαν πολεμικές συγκρούσεις, αλλά στην ουσία είχε περισσότερο να κάνει τόσο με τη γενική αδυναμία και τη διάλυση της Ευρώπης όσο και με το φόβο του πολέμου.
Ο φόβος του εθνικισμού ήταν ο σπόρος για τη δημιουργία της ΕΕ, αλλά με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, η Ένωση υιοθέτησε μια άλλη αρχή, την τεχνοκρατική, που προήλθε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια ιδεολογική σύγκρουση. Οι ηγέτες της Ευρώπης οραματίστηκαν κάτι το οποίο υπερέβαινε την ιδεολογία.
Ήθελαν μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, μια κυβέρνηση που θα έπαιρνε αποφάσεις χωρίς τα βαρίδια ξεπερασμένων συστημάτων. Όποτε στις Βρυξέλλες δημιουργήθηκε, πάνω από τα έθνη – κράτη και τα δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβούλια, μια κάστα τεχνοκρατών, μια τάξη η οποία που δεν ενδιαφέρονταν για τις ανησυχίες των λαών των εθνών – κρατών, αλλά λειτουργούσε με βάση την ευέλικτη και διακυβέρνηση, όπως την έβλεπε αυτή βέβαια. Αυτό το πολύπλοκο τερατούργημα η ΕΕ το διαχειρίζεται μέσω κανονισμών που ναι μεν εγκρίνονταν από την πολιτική ηγεσία, αλλά διαμορφώνονταν από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών.
Αυτό λειτουργούσε χωρίς σοβαρές παρενέργειες μέχρι το 2008, οπότε λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η ικανότητα των τεχνοκρατών όχι μόνο στις Βρυξέλλες αλλά και παγκόσμια, τέθηκε υπό σοβαρή αμφισβήτηση, και η πολιτική ηγεσία έγινε πολύ πιο ευαίσθητη στα προβλήματα των χωρών μελών, αρχίζοντας να φοβάται για την πολιτική της επιβίωση.
Ξαφνικά έγινε αντιληπτό ότι η άποψη ότι η γραφειοκρατία και οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών δεν είχαν δική τους ιδεολογία, ήταν ένας μύθος. Η γραφειοκρατία και οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών αποτελούν μια ιδεολογία, που αποφασίζει τι είναι καλύτερο η χειρότερο για την ΕΕ, με βάση τη συναίνεση της στιγμής, και όχι κάποιες ξεκάθαρες αρχές.

Από το 1992 μέχρι και το 2008 η συναίνεση έλεγε ότι η οικονομική ανάπτυξη, που απέτρεπε τη σύγκρουση, ήταν ο πλέον σημαντικός στόχος. Οι Βρυξέλλες πίστευαν ότι ο τρόπος κατανομής του πλούτου ή η ζημιά που έγινε μέσω της επιβολής πολιτικών για να επιτευχθεί η ανάπτυξη, ήταν απλά ένα κόστος που έπρεπε οι λαοί της Ευρώπης να πληρώσουν. Στην πορεία αυτού του διαστήματος, προέκυψε σιωπηρή συναίνεση μεταξύ των κεντροαριστερών και των κεντροδεξιών κομμάτων μιας Ευρώπης με κοινές αξίες. Στο κοινό όραμά τους, οι ευρωπαϊκοί νόμοι ευθυγραμμίζονται όχι με τις επιθυμίες των ψηφοφόρων τους αλλά με τις αρχές των κομμάτων και των τεχνοκρατών που της μοιράζονταν.
Παρόλα αυτά το βασικό κριτήριο για την επιτυχία μια γραφειοκρατίας είναι η ικανότητά της να λύνει προβλήματα και να λειτουργεί εύρυθμα οργανισμούς. Για παρά πολλούς στην Ευρώπη η γραφειοκρατία των Βρυξελλών αποδείχθηκε ανίκανη και η συνεχής επίκληση του Κέντρου και των και καλά Ευρωπαϊκών Αξιών, αποτέλεσε και αποτελεί το καμουφλάζ για την προάσπιση των συμφερόντων της ευρωπαϊκής ελίτ.

Αυτό που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν το θέμα της μετανάστευσης μουσουλμανικών πληθυσμών και έγινε με διάφορους τρόπους. Πρώτον, δημιούργησε θέμα για το εάν οι αρχές της ΕΕ υποχρεώνουν τα έθνη – κράτη να δεχθούν μετανάστες με βάση αρχές με τις οποίες πολλά κράτη και πολλοί ευρωπαίοι πολίτες διαφωνούν. Δεύτερον, όλοι γνώριζαν όταν έλθουν οι μετανάστες δεν θα πλημύριζαν τις γειτονίες των χωρών μελών που κατοικούσαν οι ελίτ, οι οποίες έσκιζαν τα ρούχα τους υπέρ των ανοικτών συνόρων. Τρίτον, έβαλε έντονα στο τραπέζι και δημιούργησε ερωτηματικά σχετικά με το μέχρι που φτάνει η δύναμη επιβολής της ΕΕ σε σχέση με το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των χωρών μελών.
Την τελευταία δεκαετία η ΕΕ ταρακουνήθηκε από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit, την ελληνική κρίση, την εκλογή εθνοκεντρικών κυβερνήσεων σε Πολωνία και Ουγγαρία που πρόταξαν τις επιθυμίες των λαών τους και όχι των Βρυξελλών, και της Ιταλίας που αντέδρασε στην επιβαλλόμενη από τις Βρυξέλλες λύση για την οικονομική της κρίση.
Η αντίδραση του αποκαλούμενου πολιτικού κέντρου της ΕΕ, σε αυτή την αντίδραση ήταν να δαιμονοποιήσει αυτά τα κινήματα αντίδρασης αποδίδοντάς τους διάφορες ταμπέλες. Στην πραγματικότητα αυτό που αυτά τα κινήματα εκπροσωπούν είναι αυτό που πάντα ήταν και συνεχίζει, παρά τις προσπάθειες των Βρυξελλών, να είναι η Ευρώπη. Ο εθνικισμός αναβίωσε, προσελκύοντας τις χαμηλές τάξεις, και αντιμετωπίζοντας της ΕΕ ως μια Συμφωνία και όχι ένα κράτος. Η ΕΕ έχει δημιουργηθεί για να καταπνίξει τέτοιες τάσεις, αλλά άρχισε να χάνει τον έλεγχο της κατάστασης. Και όπως συμβαίνει με όλους αυτούς που πιστεύουν ότι είναι δικαίωμά τους να κυβερνούν, δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν άρχισε να φεύγει από τον έλεγχό τους.

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και ο πρώην Πρωθυπουργός, είχε πάρει το μήνυμα και άρχισε να εφαρμόζει το σωστό μίγμα διακυβέρνησης, πίστη στην ευρωπαϊκή ιδέα με ταυτόχρονο σεβασμό στον πατριωτισμό, προστασία του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής κυριαρχίας. Αλλά οι Βρυξέλλες, επέλεξαν αντί να στηρίξουν αυτή τη συνταγή να τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια του Αντώνη Σαμαρά, φέρνοντας στην εξουσία ένα Πρωθυπουργό με μια ομάδα που ενώ κραύγαζε εναντίον των Βρυξελλών, έγινε όχι μόνο το σκυλάκι τους, αλλά εκχώρησε εθνική κυριαρχία και εθνικό συμφέρον χωρίς κανένα ενδοιασμό με στόχο την παραμονή στην εξουσία.
Φτάνοντας λοιπόν στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της περασμένης Κυριακής, βλέπουμε ότι τα κόμματα του Κέντρου δέχθηκαν πλήγμα, τα εθνοκεντρικά ενισχύθηκαν και εδώ και εκεί κάποια κεντροαριστερά επιβίωσαν. Το κυρίαρχο όμως μήνυμα είναι ότι τα κόμματα του Κέντρου, αργά αλλά σταθερά χάνουν τον έλεγχο του πολιτικού συστήματος. Παρόλα αυτά δεν τον έχουν χάσει ακόμη ολοκληρωτικά. Αυτό θα κριθεί όχι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά στα εθνικά κοινοβούλια, που εκπροσωπούν άμεσα τους λαούς της Ευρώπης.

Εάν οι Βρυξέλλες, εκ μέρους της ΕΕ, προσπαθήσουν να επιβάλλουν συνταγές στις οποίες αντιδρούν οι κοινωνίες, όπως στο μεταναστευτικό, και υπάρξει μια ακόμη οικονομική κρίση, το οικοδόμημα θα καταρρεύσει. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και αυτοί που την καθοδηγούν, δεν αντιλαμβάνονται ότι χάνουν το έλεγχο και όπως όλα δείχνουν δεν έχουν πρόθεση να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, και αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία για ένα οικοδόμημα που στηρίζεται σε συμφωνία μεταξύ εθνών – κρατών όπως είναι η ΕΕ.
Η επερχόμενη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με δεδομένο ότι διαδέχεται το καταστροφικό παράδειγμα του Σύριζα, μπορεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην αφύπνιση και την επιβίωση της ΕΕ, επαναφέροντας στο κέντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων το σωστό μίγμα διακυβέρνησης με προσήλωση στην ευρωπαϊκή ιδέα, και ταυτόχρονο σεβασμό του πατριωτισμού, του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής κυριαρχίας των χωρών μελών.
*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.

 https://www.thepresident.gr