Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Πολιτικό «ολίσθημα» Ερντογάν οι επαναληπτικές στην Κωνσταντινούπολη;

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου
Η απόφαση του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου (YSK) για διεξαγωγή επαναληπτικών εκλογών στην Κων/πολη στις 23 Ιουνίου, που επήλθε μετά από τις έντονες αντιδράσεις, πιέσεις και καταγγελίες εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πολιτικό «ολίσθημα» του Ερντογάν.
Κι αυτό γιατί όχι μόνο επιτείνει το ήδη τεταμένο μετεκλογικό κλίμα στην Τουρκία εις βάρος των βασικών ζητουμένων της τουρκικής πολιτικής ατζέντας, αλλά και αμαυρώνει γι’ ακόμη μια φορά την εικόνα του Τούρκου προέδρου, εντείνοντας την πόλωση και προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό.
Οι ισχυρισμοί του Ερντογάν ότι οι επαναληπτικές εκλογές στην Κων/πολη ενισχύουν τη δημοκρατία δεν πείθουν. Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και ιδίως στην Κων/πολη, όπου κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους και φωνάζοντας αντικυβερνητικά συνθήματα χτυπούσαν κατσαρόλες και τηγάνια, ενώ ο Ιμάμογλου έδωσε το σύνθημα λέγοντας ότι «αυτή η χώρα έχει 82 εκατομμύρια πατριώτες που θα πολεμήσουν μέχρι τέλους για τη δημοκρατία», προσθέτοντας ότι η απόφαση αυτή είναι δείγμα ολοκληρωτικού καθεστώτος. Το CHP κατήγγειλε τον Ερντογάν για «ξεκάθαρη δικτατορία», ενώ άμεση ήταν η αντίδραση και της Μεράλ Ακσενέρ, η οποία χαρακτήρισε την απόφαση «πραξικόπημα εναντίον της χώρας».
Έντονες ήταν και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος AKP με προεξέχουσες μορφές τους πρώην στενούς συνεργάτες του Ερντογάν, όπως του πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου και του πρώην προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ.
Συγκεκριμένα, ο Νταβούτογλου με μια σειρά από tweets την Τρίτη το απόγευμα δήλωσε ότι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τις εκλογές στην Κων/πολη και η απόφαση για επανάληψη αυτών «αποτελεί υπονόμευση των βασικών αξιών της τουρκικής δημοκρατίας, όπου τον τελευταίο λόγο έχει ο λαός στην κάλπη. Η μεγαλύτερη απώλεια για ένα πολιτικό κόμμα δεν είναι μια μεμονωμένη ήττα, αλλά η απώλεια της ηθικής υπεροχής και της κοινωνικής συνείδησης», ενώ με 15σελιδο μανιφέστο στο facebook μετά τις εκλογές, επέκρινε την οικονομική πολιτική και την αυταρχική στροφή Ερντογάν, ενισχύοντας τις φήμες για δημιουργία νέου κόμματος. 
Ενδεικτική είναι και η αντίδραση αξιωματούχων και πολιτικών της ΕΕ οι οποίοι εξέφρασαν την ανησυχία και δυσπιστία τους απέναντι στην απόφαση του YSK, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί απειλή υπονόμευσης της εμπιστοσύνης των Τούρκων στην εκλογική διαδικασία. Αλλά και το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο απέστειλε εκλογικούς παρατηρητές για τις εκλογές της 31ης Μαρτίου, επισήμανε ότι η επανάληψη των εκλογών «έχει τη δυνατότητα να βλάψει σοβαρά την εμπιστοσύνη των Τούρκων ψηφοφόρων στις εκλογικές αρχές». Ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Heiko Maas, ήταν μεταξύ των πολιτικών και των γραφειοκρατών της ΕΕ που επέκρινε την απόφαση του YSK, λέγοντας ότι δεν ήταν ούτε διαφανής ούτε κατανοητή.
Ο πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου, Guy Verhofstadt, κατήγγειλε την εξέλιξη αυτή αναφέροντας χαρακτηριστικά, «αυτή η εξωφρενική απόφαση καταδεικνύει πως η Τουρκία του Ερντογάν ολισθαίνει προς μια δικτατορία… Υπό αυτή την ηγεσία, οι συνομιλίες για την ένταξη είναι αδύνατες. Πλήρης υποστήριξη προς τον τουρκικό λαό που διαμαρτύρεται για τα δημοκρατικά του δικαιώματα και για μια ελεύθερη και ανοιχτή Τουρκία!».
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Johannes Hahn σε κοινή δήλωση με την Federica Mogherini, ανέφερε ότι το YSK  θα πρέπει να δημοσιοποιήσει λεπτομέρειες της απόφασης για δημόσιο έλεγχο, ενώ δήλωσε ότι η απόφαση αυτή πάρθηκε «σε ένα ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο πλαίσιο». Ο Anders Knape, πρόεδρος του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τόνισε την ανάγκη αποκατάστασης των εγγυήσεων για την εκλογική διαδικασία. Όπως ανέφερε «οι ενστάσεις που διατύπωσε το κυβερνών κόμμα για τους εκλογικούς καταλόγους ορισμένων περιοχών της Κων/πολης, λόγω των υποστηριζόμενων παρατυπιών, ήρθαν μετά τη νόμιμη προθεσμία… Αυτό είναι αντίθετο με την αντίληψη για μια δημοκρατική και δίκαιη διαδικασία στις εκλογές… Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από τις εκθέσεις που έχουμε λάβει σχετικά με την πίεση που άσκησε η κυβέρνηση στο Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο για να αποφανθεί υπέρ των επαναληπτικών».
Επιπρόσθετα, η καθυστέρηση στην ομαλοποίηση της μετεκλογικής διαδικασίας είναι εις βάρος των σημαντικών προκλήσεων που έχει να αντιμετωπίσει η Τουρκία τους επόμενους μήνες. Οι προσπάθειες σταθεροποίησης και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία είναι τα πιο σημαντικά θέματα της ημερήσιας διάταξης και θεωρούνται κρίσιμα για την επίτευξη των στόχων της τουρκικής οικονομίας για το έτος 2023. Τόσο οι εγχώριοι όσο και οι ξένοι επιχειρηματίες, επενδυτές και πιστωτές επιθυμούν να δουν ένα ομαλοποιημένο πολιτικό περιβάλλον για επενδύσεις.
Η εξωτερική πολιτική είναι ένας άλλος σημαντικός τομέας όπου ορισμένα επείγοντα προβλήματα που έχουν σχέση με τον πόλεμο στη Συρία, καθώς και άλλες διπλωματικές προκλήσεις πρέπει να επιλυθούν. Η εξομάλυνση των σχέσεων με την Ουάσινγκτον αποτελεί το βασικό ζητούμενο, το οποίο θα καθορίσει την ατζέντα εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας τους προσεχείς μήνες. Οι τελικές αποφάσεις σχετικά με  τους S-400  και η παραλαβή των F-35 Joint Strike Fighters, καθώς και η κατάσταση στη βορειοανατολική Συρία και το ζήτημα των Κούρδων πολιτοφυλάκων (YPG), θα εξαρτηθούν κυρίως από την ομαλοποίηση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων.
Εκτός των ανωτέρω, η πολιτική συμπεριφορά του Ερντογάν μετεκλογικά αυξάνει την πόλωση στο εσωτερικό, ενώ οι αρχικές ενωτικές δηλώσεις και αναφορές του στην ιδέα μιας καθολικής «Τουρκικής Συμμαχίας» αποδεικνύεται ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από προσχηματικές. Υπενθυμίζεται ότι ο Τούρκος πρόεδρος σε δηλώσεις του είχε τονίσει ότι «για θέματα εθνικής επιβίωσης πρέπει να βάλουμε στην άκρη τις πολιτικές μας διαφορές και να δράσουμε όλοι μαζί, και τα 82 εκατομμύρια, ως Τουρκική συμμαχία». Η έμφαση του Ερντογάν σε μια «συμμαχία της Τουρκίας» θεωρήθηκε ως μια σημαντική στροφή στον πολιτικό του λόγο που μοιάζει με το «ενωτικό πνεύμα του Yenikapı».
Όπως αναφέρει η Washington Post, η υπέρ του δέοντος απαίτηση από το  ΑΚΡ για επανάληψη των εκλογών στην Κων/πολη έχει προκαλέσει έντονη κριτική για το ότι ο Ερντογάν και το κόμμα του είναι πρόθυμοι να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία της Τουρκίας προκειμένου να εξυπηρετήσουν ένα «υποδεέστερο» στόχο:  τη διατήρηση του ελέγχου της μεγαλύτερης πόλης της Τουρκίας μαζί με τα οικονομικά κέντρα και τα δίκτυα υποστήριξης που έχουν ωφελήσει το AKP επί δεκαετίες.
Παράλληλα, δεν είναι ξεκάθαρο ότι η νέα ψηφοφορία – εάν είναι ελεύθερη και δίκαιη – θα αλλάξει το αποτέλεσμα. Όπως αναφέρει η διευθύντρια του Κέντρου Τουρκικών Σπουδών του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής στην Ουάσινγκτον Gonul Tol, ο  Ιμάμογλου, όπως και άλλοι, επωφελήθηκε από τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων σχετικά με την παραπαίουσα οικονομία της Τουρκίας, καθώς και από μια σπάνια επίδειξη ενότητας από την κανονικά κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Η επιθετική στάση του Ερντογάν για ακύρωση της ψηφοφορίας στην Κων/πολη πιθανότατα θα αποξενώσει τους πολίτες, ειδικά τους νέους και τους ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης, οι οποίοι είναι ήδη απογοητευμένοι από το στυλ της ηγεσίας του. «Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη κίνηση. Αν χάσει τις εκλογές, η απώλεια θα είναι ακόμα πιο δύσκολη στην αποδοχή. Η εικόνα του θα πληγεί. Ακόμα όμως και αν κερδίσει, δεν θα είναι μια πραγματική νίκη».
Εν τω μεταξύ η τουρκική λίρα υποχώρησε την Τρίτη σε χαμηλό επτά μηνών, υπό την ανησυχία ότι οι εκ νέου εκλογές μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη οικονομική και χρηματοπιστωτική αστάθεια με αποτέλεσμα την καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται οι επενδυτές, καθώς και την πρόκληση βαθύτερης οικονομικής κρίσης. Συγκεκριμένα, η λίρα υποχώρησε 1,5%, φθάνοντας τις 6,16 λίρες ανά δολάριο, το οποίο προστίθεται στις απώλειες που έλαβαν χώρα αργά τη Δευτέρα όταν και ανακοινώθηκε η επανάληψη των εκλογών στην Κων/πολη.
Ενδιαφέρον έχει και το σχόλιο του Tim Ash (Blue Bay Asset Management – London)  «η αγορά πραγματικά δεν περίμενε αυτό… Νομίζω ότι η επικρατέστερη άποψη ήταν ότι ο Ερντογάν δεν θα ήθελε να πάρει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο σε μια εποχή που οι τουρκικές αγορές και η οικονομία είναι τόσο εύθραυστες». Στα ανωτέρω να προστεθεί ότι ο οίκος αξιολόγησης Fitch, όπως και άλλοι, προειδοποίησε για τον αντίκτυπο των πολιτικών εντάσεων στο χρέος και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Τουρκίας, ενώ διατήρησε την κατάταξη της τουρκικής οικονομίας σε «ΒΒ» με αρνητικές προοπτικές.
Υπέρ Ιμάμογλου οι επαναληπτικές;
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι επαναληπτικές εκλογές θα οδηγήσουν στην περαιτέρω εδραίωση του μπλοκ της αντιπολίτευσης και στην ενίσχυση της θέσης Ιμάμογλου. Αν και στο αρχικό στάδιο ο Κιλιντσάρογλου δέχθηκε επικρίσεις για την υποψηφιότητα αυτή, με το αιτιολογικό ότι ο Ιμάμογλου δεν ήταν γνωστός στο ευρύ κοινό, ο τελευταίος όχι μόνο κατάφερε να υπερκαλύψει τη διαφορά από τον Γιλντιρίμ, αλλά και να αυξήσει μέσα σε ένα μήνα από τις εκλογές τη δημοτικότητά του, έτσι ώστε να θεωρείται ότι μπορεί να λάβει περισσότερες ψήφους από την 31η Μαρτίου.
Η εικόνα, λοιπόν, που σχηματίζεται είναι ενός επιθετικού Ερντογάν, του οποίου η άρνηση παραδοχής της ήττας του στην Κων/πολη εκλαμβάνεται ως ένδειξη της αυξανόμενης αυταρχικής του εξουσίας, έναντι του Ιμάμογλου ο οποίος δεν εγκατέλειψε τον αγώνα όπως ο Μουχαρέμ Ιντζέ τη νύχτα των εκλογών της 24ης Ιουνίου, αλλά αντιμετώπισε τις προκλήσεις, τις αντιδράσεις και τις καταγγελίες με μια ήπια προσέγγιση που φαίνεται να εξελίχθηκε σε πλεονέκτημά του. Επίσης, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας ο Ιμάμογλου δεν ανταγωνίστηκε τις μεγαλεπήβολες συγκεντρώσεις του AKP, αλλά έδωσε βαρύτητα στο να γίνεται ολοένα και πιο προσιτός, γεγονός που τον έχει καταστήσει προσφιλή σε πολλούς.
Χαρακτηριστικό της δημοφιλίας Ιμάμογλου είναι ότι από τις 2 Απριλίου, οι ακόλουθοί του στο Twitter  αυξήθηκαν από 1 εκατομμύριο σε 2, ξεπερνώντας μεγάλες προσωπικότητες του κυβερνώντος κόμματος, όπως τον Τσαβούσογλου, τον Αλμπαϊράκ και τον Γιλντιρίμ. Και στο Instagram, όμως, ο Ιμάμογλου έχει ήδη πάνω από 3,5 εκατομμύρια οπαδούς, σημειώνοντας αύξηση κατά 118% μέσα στον τελευταίο μήνα. Επιπρόσθετα, πολλοί χρήστες των social media, συμπεριλαμβανομένων και καλλιτεχνών, εκδηλώνουν την υποστήριξή τους στον Ιμάμογλου .
Συγχρόνως, υποστηρίζεται ότι η συμφιλιωτική του προσέγγιση έναντι της πολιτικής θυμίζει τον Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος επιχείρησε να ξεκινήσει διάλογο με τους Κούρδους αυτονομιστές και την Αρμενική κυβέρνηση προτού πεθάνει από καρδιακό επεισόδιο το 1993. Το προφίλ του Ιμάμογλου δεν είναι κοντά σ’ αυτό ενός τυπικού κεμαλιστή. Τάσσεται υπέρ της προσευχής της Παρασκευής, καλωσόρισε τα αποτελέσματα των εκλογών με προσευχή στο τζαμί  Eyüp Sultan και εμφανίστηκε σε φωτογραφία με τη μητέρα που φορούσε hijab. Η εκλογή Ιμάμογλου επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά ότι ένας πολιτικός του CHP, με τυπικά τα χαρακτηριστικά του κεμαλισμού ή την κοσμική ταυτότητα δεν μπορεί να κερδίσει εκλογές στην Τουρκία. Ο Ιμάμογλου προσπάθησε να προσεγγίσει τόσο το κουρδικό στοιχείο, όσο  και τους μουσουλμάνους – συντηρητικούς του εκλογικού σώματος και να πείσει ότι δεν είναι τυπικός πολιτικός του CHP.
Συμπερασματικά, η εμμονή του Ερντογάν για επανάληψη των εκλογών στην Κων/πολη, παραμερίζοντας τα βασικά προβλήματα της χώρας, αποτελεί πολιτικό ρίσκο για τον Τούρκο πρόεδρο και ενδεχομένως πολιτικό «ολίσθημα». Πέραν της καθυστέρησης ως προς την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας που προκαλεί περαιτέρω αναταραχή και σε άλλους τομείς, όπως της οικονομίας, τίθενται και δύο βασικά ζητήματα που μπορεί να πλήξουν την εικόνα και το κύρος του Ερντογάν. Αν με τις επαναληπτικές εκλεγεί ο Γιλντιρίμ, κατά πόσο θα μπορεί να πείσει ότι οι εκλογές δεν ήταν διαβλητές, ενώ αν επανεκλεγεί ο Ιμάμογλου κατά πόσο θα μπορεί να πείσει ότι οι καταγγελίες για οργανωμένη διαφθορά και απόλυτη παρανομία δεν ήταν ψευδείς.
Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, Ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου