Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Οι προκλήσεις μετά την ήττα Ερντογάν και ο θρίαμβος Ιμάμογλου

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰
Η επικράτηση Ιμάμογλου στις επαναληπτικές στην Κων/πολη δεν σηματοδοτεί μόνο την ήττα του Ερντογάν και πλήγμα για το κύρος του, αλλά και μια σειρά από προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο Τούρκος πρόεδρος από εδώ και πέρα. Αξιοσημείωτο είναι δε το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των δύο υποψήφιων, καθώς ενώ στις εκλογές της 31ης Μαρτίου η διαφορά ήταν στις 13.000 ψήφους (48,8% CHP, 48,55% AKP), στις επαναληπτικές της 23ης Ιουνίου αυτή αγγίζει σχεδόν τις 800.000 ψήφους, οδηγώντας στο θρίαμβο Ιμάμογλου και στην αναθάρρηση της αντιπολίτευσης.

Ο πρόεδρος του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου (YSK) Sadi Güven ανακοίνωσε στις 24/6 τα επίσημα αποτελέσματα των επαναληπτικών, όπου ο Ιμάμογλου επικράτησε με 54,21% έναντι 44,99% του Μπιναλί Γιλντιρίμ. Όπως ανέφερε, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανέρχεται σε πάνω από 10 εκατομμύρια, ενώ από τα 8.925.063 ψήφων οι 178.599 ήταν άκυρες. Εν τω μεταξύ το ποσοστό των υποψήφιων των άλλων δύο κομμάτων Saadet Partisi και Vatan Partisi, δεν ξεπερνούν το 2%.
Συγχρόνως, η μεγάλη διαφορά μεταξύ Ιμάμογλου και Γιλντιρίμ, η άνοδος των ψήφων του πρώτου κατά μισό εκατομμύριο και η πτώση των ποσοστών του τελευταίου δείχνουν ότι πολλοί άλλαξαν τη ψήφο τους σε σχέση με τις εκλογές της 31ης Μαρτίου. Ο Ιμάμογλου επικράτησε σε 28 (σ.σ. μεταξύ των οποίων και προπύργια του AKP) από τις 39 συνοικίες της Κων/πολης καταγράφοντας μια δραματική διαφορά καθώς στις τοπικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, είχε κερδίσει σε 16 συνοικίες. Από την άλλη πλευρά, ο Γιλντιρίμ έχασε 12 συνοικίες σε σύγκριση με τις εκλογές του Μαρτίου.
Κάποιοι βασικοί λόγοι που υποστηρίζεται ότι οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα είναι: Πρώτον και σημαντικότερο, η αιτιολόγηση του YSK για ακύρωση της νίκης του Ιμάμογλου δεν έπεισε την τουρκική κοινή γνώμη, ενώ θεωρήθηκε πλήγμα κατά της δικαιοσύνης προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια για τον Ιμάμογλου που παρουσιάστηκε ως «θύμα» αυτής της αμφιλεγόμενης απόφασης και
Δεύτερον, το ΑΚΡ δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέες πολιτικές και στρατηγικές προσέλκυσης των ψηφοφόρων. Το «άνοιγμα» δε προς τους Κούρδους μπορεί να θεωρηθεί και καταστροφικό. Όπως αναφέρει ο Serkan Demirtaş, μια επιστολή υπογεγραμμένη από τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, με την οποία καλούσε τους Κούρδους ψηφοφόρους να παραμείνουν ουδέτεροι, φαίνεται πως δεν λειτούργησε. Αντιθέτως, προκάλεσε περαιτέρω απομάκρυνση κάποιων εθνικιστικών ψήφων, ενώ ταυτόχρονα εδραίωσε τη στήριξη των μελών του HDP στο πλευρό του Ιμάμογλου. Όλα τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, αλλά και της ολοένα και αυταρχικότερης διακυβέρνησης, οδήγησαν στην εκμηδένιση του αφηγήματος του ΑΚΡ και το κατέστησαν αναποτελεσματικό στον έλεγχο και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Ο Τούρκος Πρόεδρος οφείλει να λάβει υπόψη του τις βασικές αιτίες που οδήγησαν στην ήττα, δύο φορές σε λιγότερο από τρεις μήνες. Η Κων/πολη, με περισσότερους από 10 εκατομμύρια ψηφοφόρους, αντιπροσωπεύει το ένα πέμπτο του συνόλου των ψηφοφόρων της Τουρκίας και κάθε πολιτική τάση ενδέχεται να έχει απήχηση και στην υπόλοιπη χώρα. Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν θα πρέπει να πάρει πολύ πιο σοβαρά τον δήμαρχο της Κων/πολης Εκρέμ Ιμάμογλου, καθώς θεωρείται ότι η επικράτηση του τελευταίου μοιάζει με πολλούς τρόπους με την άνοδο του Ερντογάν ως νέου και δυναμικού πολιτικού το 1994, όταν εξελέγη δήμαρχος της Κων/πολης. Τους τελευταίους δε έξι μήνες ο Ιμάμογλου έχει αποδείξει ότι μπορεί ναι μεν να είναι ένας ήπιος ομιλητής, αλλά συγχρόνως είναι ένας ισχυρός, νέος, συνετός, δυναμικός, και ήρεμος σοσιαλδημοκράτης, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ενωτικό πνεύμα και ικανότητα να προσεγγίζει διαφορετικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες. Το τελευταίο διαφαίνεται και από την πρώτη δήλωση Ιμάμογλου την Κυριακή το βράδυ, όταν και απηύθυνε ανοικτή πρόσκληση στον Πρόεδρο Ερντογάν προκειμένου να συνεργαστούν ώστε να επιλυθούν τα σημαντικά προβλήματα της Κων/πολης.
Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα για τον Ερντογάν είναι και η περίπτωση δημιουργίας κόμματος ή κομμάτων από τους πρώην στενούς συνεργάτες του όπως ο Αμπντουλάχ Γκιουλ, ο Αλί Μπαμπατζάν και ο Αχμέτ Νταβούτογλου, όπου ενδέχεται να αποσπάσουν πολλούς βουλευτές από το ΑΚΡ. Το αποτέλεσμα, μάλιστα, στην Κων/πολη πιστεύεται ότι ενθαρρύνει περαιτέρω τους πρώην συνεργάτες του στην εδραίωση νέου κινήματος. Δεδομένου δε ότι η τουρκική οικονομία ενδέχεται να αντιμετωπίσει μια νέα σειρά κυρώσεων από τις ΗΠΑ λόγω των S-400, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς της στην ΑΟΖ της Κύπρου, όλα αυτά τα εναλλακτικά πολιτικά κινήματα αναμένεται να βρουν ένα μεγαλύτερο έρεισμα στην κοινή γνώμη.
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, ο Ερντογάν πρέπει να είναι μάλλον ριζοσπαστικός στη λήψη μέτρων προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω αποδυνάμωση, ενώ ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης και των οργανώσεων του AKP, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας φαίνεται να είναι αναπόφευκτα.
Οι επενδυτές αντέδρασαν θετικά στο αποτέλεσμα των εκλογών τη Δευτέρα, με την τουρκική λίρα να ενισχύεται και το χρηματιστήριο της χώρας να αυξάνεται κατά 2%. Ο Timothy Ash της Bluebay Asset Management δήλωσε στο CNBC ότι το αποτέλεσμα ήταν «μια μεγάλη νίκη για τη δημοκρατία στην Τουρκία» και «ίσως το καλύτερο αποτέλεσμα για τις αγορές».
Ο David Gardner (Financial Times), από την πλευρά του, ανέφερε ότι η επικράτηση Ιμάμογλου αποτελεί «εκλογικό σεισμό» και ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους για τον Ερντογάν (σ.σ. αν και η διαφαινόμενη τάση είναι αυτή, είναι πολύ νωρίς για ένα τέτοιο συμπέρασμα).
Ο Özgür Ünlühisarcıklı (διευθυντής της German Marshall Fund στην Άγκυρα), ανέφερε ότι η απώλεια της Κων/πολης θα μπορούσε να οδηγήσει σε συζητήσεις για ύπαρξη διαχωρισμών εντός του κυβερνώντος κόμματος και των υποστηρικτών του. «Η αντιπολίτευση ήταν ένα σπίτι ενωμένο. Το σπίτι του AKP έμοιαζε με ένα ήδη χωρισμένο».
Ο Sinan Ülgen, πρόεδρος του think tank Edam με έδρα την Κων/πολη, δήλωσε ότι αυτή ήταν η χειρότερη αποτυχία του Ερντογάν. «Θα ενθαρρύνει το CHP και την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση της Τουρκίας, διότι τώρα ελέγχουν σταθερά όχι μόνο την Κων/πολη αλλά βασικά όλους τους σημαντικούς μητροπολιτικούς δήμους της χώρας».
Η απώλεια της Κων/πολης ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τον Ερντογάν και εξαιτίας του γεγονότος ότι ο μητροπολιτικός αυτός δήμος παρείχε μεγάλη υποστήριξη στην πολιτική «μηχανή» του κόμματος. Όπως αναφέρει η συγγραφέας Esra Çeviker Gürakar «η ανθεκτικότητα του AKP μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του στην εγκαθίδρυση και τη διατήρηση ενός εκτεταμένου δικτύου προνομίων και εξάρτησης… Ένα δομικό στοιχείο αυτού του δικτύου εξάρτησης είναι κατεστραμμένο τώρα. Τα πράγματα έχουν γίνει πιο περίπλοκα για το AKP».
Να επισημανθεί ότι ο Ιμάμογλου, που θεωρείται η έως τώρα μεγαλύτερη ελπίδα της αντιπολίτευσης για να αντιπαρατεθεί στις επόμενες εκλογές για την προεδρία με τον Ερντογάν, θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι ένας ικανός δήμαρχος και ένας ικανός μελλοντικός ηγέτης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το δημοτικό συμβούλιο της Κων/πολης παραμένει υπό τον έλεγχο του ΑΚΡ. Επιπρόσθετα, με το ποσοστό που συγκέντρωσε ο Ιμάμογλου έσπασε το ιστορικό ρεκόρ που καταγράφηκε από τον πρώην δήμαρχο της Κων/πολης Bedrettin Dalan πριν από 35 χρόνια, και μάλιστα με ποσοστό συμμετοχής που άγγιξε το 84,4%. Παράλληλα αποτελεί το διπλάσιο ποσοστό από αυτό με το οποίο εξελέγη δήμαρχος ο Ερντογάν το 1994 (25,2%).
Πριν από τον Ιμάμογλου, το ρεκόρ σχετικά με το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην Κων/πολη κατείχε ο Bedrettin Dalan, ο οποίος στις 26 Μαρτίου 1984 εξελέγη ως ο πρώτος δήμαρχος του Μητροπολιτικού Δήμου της Κων/πολης (ο οποίος ιδρύθηκε τρεις μέρες πριν αναλάβει ο Dalan) με ποσοστό 49,7% των ψήφων.
Η απώλεια του σημαντικότερου μητροπολιτικού δήμου της Τουρκίας πλήττει την εικόνα ενός «ανίκητου» προέδρου και δείχνει ότι ο Ερντογάν έχει αρχίσει να χάνει τη δημοτικότητά του. Παράλληλα, η ήττα θέτει σε μειονεκτική θέση τον Ερντογάν, σε μια εποχή όπου υπάρχουν ανοικτά ζητήματα στην εξωτερική πολιτική, με την ένταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις αλλά και εν αναμονή της Συνόδου των G20 στην Ιαπωνία και των συναντήσεων που θα λάβουν χώρα στο περιθώριο αυτής. Εκτός αυτών και του πλήγματος στην εικόνα και το κύρος του Ερντογάν, η απώλεια της Κων/πολης έχει πρακτικές συνέπειες, καθώς θεωρείται το σπίτι και η πολιτική του βάση, από όπου ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα ως δήμαρχος.
«Η απώλεια της Κων/πολης θα σήμαινε την απώλεια μιας σημαντικής πηγής εσόδων για τον πολιτικό μηχανισμό του AKP, που κυμαίνεται από χρηματοδοτήσεις προς όφελος του κόμματος για ανάληψη κατασκευαστικών συμβολαίων, καθώς και χρηματοδοτήσεις στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης», ανέφερε ο Asli Aydintasbas, ανώτερο στέλεχος για τις Εξωτερικές Σχέσεις με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, προσθέτοντας ότι «θα ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα μπορούσε να προκαλέσει πρόωρες εκλογές αργότερα μέσα στο έτος ή το 2020». Όπως και να έχει το αναμενόμενο είναι αυτή την εσωτερική κρίση και την ήττα που βιώνει ο Ερντογάν να την εξάγει, όπως είναι σύνηθες, προς τα έξω και το ενεργειακό «παιχνίδι» που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην Κύπρο είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία.



Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, Ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου