Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Τα ΜΟΕ και η διαχείριση της ελληνοτουρκικής διένεξης

Η
Άγγελος Συρίγος
AddThis Sharing Buttons
Η τελευταία συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν, που οδήγησε και σε συνομιλίες για την εφαρμογή ΜΟΕ (Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης) με σκοπό την επικράτηση μίας θετικής ατμόσφαιρας στις διμερείς σχέσεις, δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει την επιθετική ρητορική της Άγκυρας εναντίον και της Ελλάδος και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα χειρότερο είναι ότι οι σχετικές συνομιλίες-διαπραγματεύσεις συνεχίζονται εν μέσω προεκλογικής περιόδου.
Η διπλωματική πείρα από σύγχρονη περίοδο της ελληνοτουρκικής διενέξεως, πάντως, οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα. Είναι σαφές πως ο διμερής διάλογος είναι απαραίτητος. Τη γραμμή αυτή ακολούθησε η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη δεκαετία του 1970. Η διάδοχος κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου έθεσε όρους για την επανάληψη του διαλόγου τη διακοπή των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου. Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους το Νοέμβριο του 1983 τορπίλισε αυτή την προοπτική.
Το ζήτημα του ελληνοτουρκικού επανήλθε μετά την κρίση τον Μάρτιο του 1987. Δρομολογήθηκε η διαδικασία του Νταβός “όχι πόλεμος”, η οποία, ωστόσο, συντόμως εκφυλίστηκε. Διάλογος δεν σημαίνει υποχρεωτικώς διαπραγμάτευση με σκοπό την αναζήτηση συμφωνίας. Σκοπός μπορεί να είναι η μία πλευρά να γνωρίζει τις προθέσεις της άλλης και βεβαίως να αποφευχθούν παρανοήσεις, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν ένταση και ίσως κρίση.
Αναμφιβόλως, η Άγκυρα επιδιώκει μέσω του διμερούς διαλόγου να καταγράψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της, με σκοπό κατά κάποιον τρόπο να τις “νομιμοποιήσει”. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει την Αθήνα να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική, δεδομένου ότι οι κατά καιρούς συνομιλίες διεξάγονται εντός αυτού του πλαισίου. Για την ακρίβεια, η ελληνική πλευρά οφείλει να οριοθετεί με αυστηρό τρόπο την ατζέντα των εκάστοτε συνομιλιών, δεδομένου ότι πάγια επιδίωξη της τουρκικής πλευράς είναι να ανοίγει ζητήματα, τα οποία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την προώθηση των διεκδικήσεών της.

Αμοιβαίως επωφελές υπό όρους

Τα ΜΟΕ είναι ένα ζήτημα που υπό όρους μπορεί να είναι αμοιβαίως επωφελές. Γι’ αυτό και έχει μακρά ιστορία. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν αυτό ήταν το μόνο απτό αποτέλεσμα. Τα πρώτα ΜΟΕ μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ανάγονται στο 1930 όταν συμφωνήθηκε η μία χώρα να ενημερώνει την άλλη για τις παραγγελίες πολεμικών σκαφών. Ένας είδος ΜΟΕ ήταν και η ελληνική θέση το 1982 να υπάρξει μορατόριουμ των τουρκικών παραβιάσεων, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την επανέναρξη του διμερούς διαλόγου.
Τα ΜΟΕ που μακροημέρευσαν, αν και όχι χωρίς προβλήματα, ήταν αυτά που περιέχονται στο μνημόνιο Παπούλια-Γιλμάζ του 1988. Οι δύο πλευρές δεσμεύθηκαν να μην πραγματοποιούν ασκήσεις κατά τη διάρκεια του θέρους, ώστε να μην παρεμποδίζουν την τουριστική κίνηση. ΜΟΕ ξαναμπήκαν στο τραπέζι μετά την κρίση των Ιμίων το 1996, κατόπιν και αμερικανικής παροτρύνσεως.
Στην πραγματικότητα, τα ΜΟΕ μετατράπηκαν σε πεπατημένη, η οποία είχε σκοπό περισσότερο τη δημιουργία της εντυπώσεως μίας διπλωματικής κινητικότητας και λιγότερο την εφαρμογή μέτρων ουσίας. Όλα δείχνουν πως αυτό θα συμβεί και με τα ΜΟΕ που θα διαμορφώσουν αυτή την περίοδο οι δύο πλευρές μετά την πρόσφατη συνάντηση κορυφής στην Άγκυρα. Εκτός κι αν στην ατζέντα των συνομιλιών ενταχθούν απαιτήσεις της Τουρκίας, οι οποίες προωθούν τις πάγιες επεκτατικές διεκδικήσεις της.
Ας σημειωθεί ότι οι συναντήσεις κορυφής είναι αμφίστομη μάχαιρα, όπως απεδείχθη και με την επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 2017. Απαιτούν προσεκτική προετοιμασία, ώστε να προκύψει ένα τουλάχιστον βήμα προς τα εμπρός. Η διαχείριση των διμερών σχέσεων ειδικώς σε δύσκολες περιόδους είναι καλύτερα να γίνεται από τους υπουργούς Εξωτερικών, ώστε να υπάρχει έστω και θεωρητικώς η δυνατότητα κατευναστικής παρεμβάσεως στο ανώτατο επίπεδο.

slpress.gr