Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Όσα δεν μας είπαν από τη συνάντηση των υπουργών Άμυνας ΗΠΑ και Ελλάδας…



Το κλίμα που συνάντησε στην Ουάσιγκτον και το Πεντάγωνο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, ναύαρχος εν αποστρατεία Ευάγγελος Αποστολάκης, ήταν πολύ θερμό. Σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν άμεση εικόνα των τεκταινομένων, το κλίμα στις σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών είναι το θερμότερο ιστορικά, το καλύτερο που βρίσκει στον δρόμο της η Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Υπεύθυνη για μια ακόμη φορά στην παγκόσμια Ιστορία, είναι η γεωστρατηγική συγκυρία, περιφερειακή και παγκόσμια…

Γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΜΙΧΑΣ*
Από όσα ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Τζόναθαν Χόφμαν για τη συνάντηση και τις συνομιλίες, δίνουν μια καλή ιδέα του τι πραγματικά συζητήθηκε, πέραν των επισήμων δηλώσεων των δυο υπουργών, καθώς είθισται να παραμένουν προσκολλημένοι στην “πολιτική ορθότητα” και σε κοινότοπες δηλώσεις, οι οποίες αποκαλύπτουν μέρος μόνο της πραγματικότητας, ενώ εάν τις συγκρίνει κανείς ιστορικά, αρκετές φορές δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, ακόμα κι αν οι σχέσεις διέρχονται θετική ή αρνητική περίοδο, αναλόγως των εξελίξεων κάθε εποχής.
Τι μας είπε ο εκπρόσωπος; Ότι οι δυο υπουργοί επιβεβαίωσαν τη διμερή αμυντική σχέση. Συζήτησαν μια ευρύτατη “αμυντική” θεματολογία που συμπεριλάμβανε: Την ασφάλεια στα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα και τις περιφερειακές επιπτώσεις του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων… με τη Ρωσία και την Κίνα (a broad range of defense issues, including regional security in the Balkans and Black Sea, and the regional effects of great power competition with Russia and China).
Οι δυο υπουργοί συμφώνησαν να συνεχίσουν να εργάζονται από κοινού στον διαμοιρασμό των ευθυνών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και τις προτεραιότητες αμυντικού εκσυγχρονισμού (They agreed to continue working together on NATO burden-sharing and defense modernization priorities).
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, τέλος, “χειροκρότησε” τις προσπάθειες τις προσπάθειες της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδόνίας να εφαρμόσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, το οποίο έχει ως απώτερο στόχο τη διεύρυνση της Ατλαντικής Συμμαχίας (Secretary Shanahan applauded efforts by Greece and the Republic of North Macedonia to implement the Prespa agreement which will ultimately result in the expansion of the NATO alliance).
Με μια πιο προσεκτική ανάγνωση της επίσημης δήλωσης του Πενταγώνου για τη συνάντηση, είναι δυνατή η εξαγωγή σημαντικών συμπερασμάτων, τα οποία θα επιχειρηθεί να κατατμηθούν σε τρεις ενότητες, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε στις τρεις προηγηθείσες παραγράφους…
Η πρώτη “δέσμη” παρατηρήσεων έχει ως επιστέγασμα, το συμπέρασμα ότι η οπτική των Ηνωμένων Πολιτειών για την ευρύτερη περιοχή, αφενός εντάσσεται στον παγκόσμιο σχεδιασμό τους για την προάσπιση των συμφερόντων τους σε πλανητικό επίπεδο και την αντιμετώπιση των προκλήσεων στην αμερικανική ηγεμονία, από την πλευρά της Ρωσίας και της Κίνας.
Οπότε, καλό θα ήταν να γίνει κατανοητό… δίχως “αστερίσκους” από όλους στην Ελλάδα, ότι η σχέση των ΗΠΑ με την Ελλάδα, βασίζεται στη σημασία της στο πλαίσιο προσπάθειας ελέγχου των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή (συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών) και την αντιμετώπιση των ενεργειών της Ρωσίας και της Κίνας να πλασαριστούν σε αυτή, στην προσπάθειά τους να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, σε βάρος αυτών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια γεωγραφική θέση που έχει ρόλο να παίξει στην πάγια αμερικανική επιδίωξη για έλεγχο της καθόδου της Ρωσίας στα “θερμά νερά” της Μεσογείου. Η ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας σχετίζεται με το ενδιαφέρον – και ταυτόχρονα πρόβλημα – των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, για την άμυνα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, χωρών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Τα Στενά ελέγχονται από μια Τουρκία η οποία κλιμακώνει την αντιδυτική της στάση, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η σημασία ελέγχου της θαλάσσιας – κυρίως – περιοχής που ακολουθεί μετά την έξοδο από τα Στενά, με κατεύθυνση προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Σημασία έχει και ο παρακείμενος χερσαίος χώρος, με το ιδιαίτερο τελευταία αμερικανικό ενδιαφέρον για την Αλεξανδρούπολη να μην είναι αποκλειστικά ενεργειακό.
Το μέγεθος του αμυντικού προβλήματος μιας χώρας, είναι ευθέως ανάλογο της εγγύτητάς της με τη Ρωσία, αλλά και των οικονομικών πόρων που διαθέτει για να ενισχύσει την άμυνά της, ενισχύοντας την αποτροπή της απέναντι σε αντιπάλους “οπλισμένους μέχρι τα δόντια”, όπως οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις.
Κατά συνέπεια, οι Αμερικανοί ενδιαφέρονται να υπάρχει “ευθυγράμμιση” των σκέψεων και απόψεων της Ελλάδας με αυτές της Συμμαχίας για την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και την αμυντική συνδρομή που μπορούν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να παράσχουν στην επίλυση του προβλήματος.
Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική διπλωματία και ο αμυντικός σχεδιασμός, αφού μπορεί η Ρωσική Ομοσπονδία να αποτελεί τον νούμερο ένα αντίπαλο του ΝΑΤΟ, όμως ιστορικά, αποτελεί εξίσου τον νούμερο ένα αντίπαλο και φόβητρο… του νούμερο ένα προβλήματος ασφαλείας της Ελλάδας. Της Τουρκίας… και όλα αυτά παρά τη διαφημιζόμενη στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία ως “στρατηγική” – όψιμη – σχέση Μόσχας και Άγκυρας.
Οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία βοηθούσαν πάντα -έστω σε έναν βαθμό- στον έλεγχο της τουρκικής συμπεριφοράς. Τα προβλήματα στις σχέσεις των Τούρκων με τους Ρώσους είναι μόνιμα και το μόνο που κάνει η “στρατηγική” σχέση τους είναι να προσφέρει ένα πλαίσιο διαχείρισής τους. Ποτέ δεν θα πετύχει την επίλυση, καθώς οι προσεγγίσεις σε αυτά τα προβλήματα είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, “μηδενικού αθροίσματος” και ιστορικά, οι κινήσεις τους ενός προκαλούσαν “δίλημμα ασφαλείας” στον άλλο.
Κατά συνέπεια, η Ελλάδα διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα απέναντι στη αμερικανική όχι για να αρνηθεί συνολικά τον ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό, αλλά για να τονίσει τους περιορισμούς που της θέτει το ελληνικό εθνικό συμφέρον, όχι γενικά και αόριστα, αλλά αυτό που συνδέεται με την ασφάλεια της χώρας.

Ο ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Δεν θα πρέπει εξάλλου ποτέ να λησμονηθεί, ότι μια σταθερά της ελληνικής στρατηγικής είναι – ή οφείλει να είναι – ότι όποτε οι σχέσεις Μοσχας και Ουάσιγκτον είναι σε καλό (βλ. αποδεκτό) επίπεδο, το αποτέλεσμα είναι η μείωση της στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας.

Η Τουρκία, επί Ψυχρού Πολέμου, παγίως χρησιμοποιούσε το επιχείρημα της γεωγραφικής εγγύτητας με τη Σοβιετική Ένωση, για να αποσπά χρυσοφόρα ανταλλάγματα για τις “υπηρεσίες” της στην Ατλαντική Συμμαχία, οι οποίες συχνά δεν ξέφευγαν και πολύ από την εξασφάλιση. πρόσβασης σε ένα “οικόπεδο” που διέθετε 1.700 χιλιόμετρα κοινών συνόρων με την Πρώην ΕΣΣΔ.
Ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου με την ανάδυση πλήθους κρατών στο “μαλακό υπογάστριο” της Ρωσικής Ομοσπονδίας, άλλαξε σίγουρα τους υπολογισμούς, χωρίς όμως να επιφέρει αποφασιστικό πλήγμα στη γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας. Ακόμα και αυτές οι αλλαγές όμως, έθεσαν σε κίνηση διαδικασίες στο εσωτερικό της Τουρκίας, οι οποίες έφτασαν σήμερα να αμφισβητούν τις σταθερές πολλών δεκαετιών στην αντιμετώπιση του προβλήματος ασφαλείας της περιοχής.
Από την άνοδο των δήθεν φιλοδυτικών ισλαμιστών στην Τουρκία οι οποίοι διαφήμισαν τη χώρα τους επιτυχώς – αρχικά – ως μια χώρα-μοντέλο για τον μουσουλμανικό κόσμο, ένα αφήγημα που έπεισε την έτσι κι αλλιώς θετικά προδιατεθειμένη γραφειοκρατία της Ουάσιγκτον, μέχρι την ανάδυση της νεοθωμανικής στόχευσης, η οποία έδωσε τη θέση της στην επικράτηση ενός περίεργου μείγματος “ευρασιανικών” στοιχείων (σ.σ. προσανατολισμός της Τουρκίας προς Ανατολάς, εξ ου και η σταδιακή απομάκρυνση από τη Δύση) που συναποτελούνται και από την ισλαμιστική και την εθνικιστική και την κεμαλική “συνιστώσα” της τουρκικής κοινωνίας και της ελίτ.
Παρά την εμφανή αυτή τάση, η ρωσική εξωτερική πολιτική θα είναι πάντα καχύποπτη απέναντι στον ηγεμονικό ρόλο που προσπαθούν να παίξουν οι Τούρκοι σε περιοχές τουρκογενών πληθυσμών, ενώ η ισλαμιστική διάσταση πάντα θα αποτελεί πηγή ανησυχίας λόγω των μουσουλμανικών Δημοκρατιών του Καυκάσου, οι οποίες παραμένουν ως τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η “βαλκανική παράμετρος” θα σχολιαστεί στο τρίτο μέρος, με την αφορμή των συγχαρητηρίων Σάναχαν για τη Συμφωνία των Πρεσπών…

Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΧΩΡΑ ΠΡΩΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΣΗ
Όλα τα ανωτέρω δεδομένα καθιστούν πειστικό το επιχείρημα, ότι η Ελλάδα που ήταν παραδοσιακά “χώρα δεύτερης γραμμής” στον στρατηγικό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, μια χώρα που πρόσφερε στρατηγικό βάθος στην πρώτη γραμμή του “αμυντικού μετώπου” απέναντι στον ρωσικό παράγοντα που εκπροσωπείται από την Τουρκία, ακόμα κι αν η Τουρκία επιστρέψει στο “δυτικό μαντρί”, δεν θα χάσει την αναβαθμισμένη στρατηγική σημασίας της.

Η Τουρκία φρόντισε γι’ αυτό με τη διαχρονική επίδειξη αμετροέπειας, με αποτέλεσμα να καταστεί σταδιακά ανεξέλεγκτη μέσα στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας, μη διστάζοντας ακόμα και να εκβιάσει τους συμμάχους της για να πετύχει τους στόχους της. Η ιστορική προδιάθεση των δυτικών συμμάχων να την ικανοποιήσουν, συχνά σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων, δείχνει να έχει δώσει τη θέση της σε μια καλύτερη και πιο ορθολογική ανάγνωση της κατάστασης, με αποτέλεσμα τη διαφαινόμενη διάθεση αποτροπής του να καταστεί ξανά η Δύση “όμηρος” των τουρκικών διαθέσεων και ορέξεων.
Η γεωστρατηγική παράμετρος που τέθηκε στο τραπέζι των συνομιλιών των υπουργών Άμυνας Ελλάδας και ΗΠΑ, περιλάμβανε και την παράμετρο της Κίνας, με τους Αμερικανούς να ενδιαφέρονται να ελέγξουν την κινεζική δραστηριότητα στην περιοχή στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας “μια ζώνη ένας δρόμος” (one belt one road) και την προσπάθεια εδραίωσης της κινεζικής παρουσίας, με απώτερο στόχο τη δυνατότητα άσκησης αποφασιστικής επιρροής σε πολλαπλά επίπεδα.
Και σε αυτό το σημείο, η ελληνική πλευρά οφείλει να έχει ξεκάθαρη θέση, αλλά και να είναι έτοιμη να δείξει πως αντιλαμβάνεται τα διακβεύματα, αλλά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Η Ελλάδα, ως χώρα της περιοχής, οφείλει να ξεκαθαρίζει στις διεθνείς της σχέσεις με τις χώρες εκτός του αποκαλούμενου ως δυτικού κόσμου τους “κανόνες του παιχνιδιού” στην περιοχή και τα όρια δράσης ενός εκάστου, ώστε να αποφεύγεται η διατάραξη της περιφερειακής ισορροπίας, καθώς αυτό αφορά άμεσα την ελληνική ασφάλεια.
Όσον αφορά στη “δεύτερη δέσμη” παρατηρήσεων που αφορούν τη συνάντηση Αποστολάκη – Σάναχαν στο αμερικανικό Πεντάγωνο και τον ανακοινωθέντα “διαμοιρασμό των ευθυνών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και τις προτεραιότητες αμυντικού εκσυγχρονισμού”, τα συμπεράσματα είναι αρκετά σαφή, ενώ δεν θα ήταν παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι τα δύο μέρη της αναφοράς συνδέονται.
Ο ρόλος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, η δραστηριοποίηση και ενεργοποίησή της στο πλαίσιο του αμυντικού σχεδιασμού της Συμμαχίας, θα μπορούσε να σχετίζεται με το “επίπεδο γενναιοδωρίας” των Ηνωμένων Πολιτειών π.χ. στον τομέα της αποδέσμευσης αξιόμαχων για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αλλά πλεοναζόντων για τις αμερικανικές οπλικών συστημάτων.
Επιπροσθέτως, θα μπορούσε να σχετίζεται με κονδύλια στρατιωτικής βοήθειας που θα μπορούσαν να εγκριθούν από το Κογκρέσο για την αμυντική ενίσχυση μιας χώρας που μετατρέπεται γοργά, αν δεν έχει ήδη, σε χώρα πρώτης γραμμής για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στην κρίσιμης γεωστρατηγικής σημασίας – εκτός από απειλούμενη, συνεπεία της τουρκικής συμπεριφοράς – Νοτιοανατολική Πτέρυγα της Συμμαχίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ “ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ” ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ
Όλα αυτά είναι ζητήματα προς αξιολόγηση για την ελληνική πλευρά, ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ο “δυναμικός” τους χαρακτήρας. Εάν, ως υπόθεση εργασίας (σ.σ. το παράδειγμα είναι σκοπίμως υπερβολικό για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα), ερχόταν μια πρόταση από ρωσικής πλευράς, π.χ. για δωρεάν ή σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή παραχώρηση 100 Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μάχης (ΤΟΜΑ), θα είχε το περιθώριο η Ελλάδα να προκρίνει το “συμμαχικό κριτήριο” λέγοντας όχι;

Θα ήταν παράλογο από την πλευρά του αμερικανικού Πενταγώνου να (αντι)προτείνει μια δική του λύση βασισμένη σε ΤΟΜΑ τύπου Bradley τα οποία θα αποσυρθούν σταδιακά από τον US Army; Ασχέτως εάν η ευθύνη μπορεί να αφορά και τη διαπραγματευτική δεινότητα της ελληνικής πλευράς, χωρίς φυσικά ποτέ να υιοθετηθεί η αμετροεπής στάση που επεδείκνυε διαχρονικά η Τουρκία, το επιχείρημα είναι ότι θα περίμενε κανείς στην τρέχουσα συγκυρία πιο “τολμηρές” κινήσεις από αμερικανικής πλευράς στην προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, συνεπεία της δεκαετούς οικονομικής κρίσης.
Στην τρίτη και τελευταία “δέσμη παρατηρήσεων” που επικεντρώνεται στα συγχαρητήρια του Αμερικανού υπουργού Άμυνας για τη Συμφωνία των Πρεσπών, καθώς αυτή ανοίγει τον δρόμο επέκτασης της Συμμαχίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην επίσημη ανακοίνωση του Πενταγώνου, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι η οπτική της Ουάσιγκτον και για τα Βαλκάνια, δεν διαφέρει από αυτή για την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Εντάσσεται προφανώς στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των κινήσεων Ρωσίας και Κίνας στην περιοχή. Η επίλυση του ονοματολογικού με τα Σκόπια, ανοίγει τον δρόμο για την είσοδο της μικρής χώρας στο ΝΑΤΟ, με παράλληλα τον οριστικό εξοβελισμό της όποιας ρωσικής επιρροής, παράλληλα με τον έλεγχο μιας περιοχής εισόδου στον ευρωπαϊκό χώρο, στρατηγική που δεν αφήνει αδιάφορο και το Βερολίνο, σε μια συγκυρία που οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Γερμανία δοκιμάζονται και χρήζουν επανακαθορισμού.
Η δε εγγενής αστάθεια της χώρας, εάν υπάρχει ΝΑΤΟϊκή παρουσία στο έδαφος, διασφαλίζει ότι ακόμα και στην “ακραία” – με τα σημερινά δεδομένα – προοπτική διάλυσης της “Βόρειας Μακεδονίας”, αυτή θα μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο – από ΝΑΤΟϊκής πλευράς – περιβάλλον, με πάγιο στόχο την αποτροπή εμπλοκής τρίτων ενδιαφερομένων χωρών…

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ… Η ΑΝΑΓΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΟΥ ΡΙΣΚΟΥ
Καταληκτικά, η επίσκεψη Αποστολάκη και οι συνομιλίες στο αμερικανικό Πεντάγωνο, αφενός αποδεικνύουν ότι οι “μετοχές” της Ελλάδας στο “περιφερειακό χρηματιστήριο περιφερειακών αξιών” είναι αναβαθμισμένες. Για την επωφελή εκμετάλλευση της ευνοϊκής αυτής συγκυρίας, η Ελλάδα χρειάζεται σαφή στρατηγική, το οποίο προϋποθέτει σαφέστατη εικόνα ακόμα και για τις λεπτομέρειες των απειλών που αντιμετωπίζει, όσο και των ευκαιριών που παρουσιάζονται.

Μιας και χρησιμοποιήθηκε “χρηματιστηριακός” όρος για την περιγραφή της περιφερειακής κατάστασης, καλό θα ήταν να θυμόμαστε επίσης, ότι το δυνητικό κέρδος είναι συνήθως ευθέως ανάλογο του ρίσκου που αναλαμβάνει κανείς.
Κι επειδή σε μια χώρα όπου τις τελευταίες δεκαετίες έχει επικρατήσει μια “κατευναστική λογική”, η οποία στην περίπτωσή μας αντιπροσωπεύει μια τάση “κουκουλώματος” και αποφυγής αντιμετώπισης υπαρχόντων προβλημάτων, θα βρεθούν πολλοί να πουν ότι η χώρα δεν έχει περιθώριο να αναλάβει οποιοδήποτε ρίσκο (σ.σ. εξίσου λάθος με το ακριβώς αντίθετό του…), αυτό που πρέπει να μελετηθεί με τη δέουσα προσοχή, είναι η έννοια του “υπολογισμένου ρίσκου” (calculated risk).
Ένα ρίσκο που σχετίζεται με το “όραμα” που – θα πρέπει να – “κρύβεται” πίσω από τη στρατηγική της χώρας, το οποίο θα εξασφαλίσει ισχυρές συμμαχίες. Στη χάραξη της στρατηγικής της Ελλάδας, κορυφαία προτεραιότητα οφείλει να είναι η δυνατότητα σύζευξης των ελληνικών συμφερόντων με αυτά ισχυρών δρώντων στην περιοχή, ώστε τα ελληνικά συμφέροντα να επωφελούνται κάθε φορά που ο ισχυρός κινείται για να προωθήσει τα δικά του, έστω ένα βήμα παραπέρα…
*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ / ISDA)