Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: ΕΞΕΛΙΞΗ Ή ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ;


Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ιστορικά αποτελούν δυσνόητο αντικείμενο ειδικά για τρίτους παρατηρητές. Οι Τούρκοι ισχυρίζονται ότι είμαστε πολιτισμικό και φυλετικό κομμάτι τους και ότι κακώς αποσκιρτήσαμε, υπενθυμίζοντας τις «ευτυχισμένες» ημέρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και τις σημερινές μας ομοιότητες (κοινές λέξεις, φαγητά, χορούς, τραγούδια κ.λπ.)…
. Οι ξένοι θα παρατηρούν ότι οι Έλληνες διακατέχονται από ανάμικτα συναισθήματα αγάπης και μίσους, έναντι της Τουρκίας,  που θυμίζουν λίγο από σύνδρομο της Στοκχόλμης. Οι ρίζες του φαινομένου είναι παλαιές. Από τότε που οι Βυζαντινοί άρχοντες χρησιμοποιούσαν Οθωμανούς στρατιώτες στις εμφύλιες διαμάχες τους και τα ποδηγετημένα πλήθη προτιμούσαν  το Οθωμανικό φακιόλι από την Παπική τιάρα. Μία τάξη Ελλήνων (ιδιαίτερα αυτοί με προσωπικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) ποτέ δεν συμβιβάσθηκαν με το Δυτικότροπο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (ούτε καν με το όνομα «Ελλάς»). Η Δύση γι αυτούς παρέμεινε απεχθής θεωρώντας ότι ο ελληνισμός όφειλε να αποτελεί μέρος πολυφυλετικών πολιτικών μορφωμάτων και να εστιάζει άλλοτε στην «καθ’ ημάς Ανατολή»  και άλλοτε στο «ομόδοξο ξανθό γένος». Έκτοτε υπάρχουν διαχρονικά Έλληνες οπαδοί της «ελληνοτουρκικής φιλίας», κάποιοι δε εξ αυτών επιχειρούν να τεκμηριώσουν επιστημονικά την σκοπιμότητα μίας «Ελληνοτουρκικής Ομοσπονδίας», αφού «Τούρκοι και Έλληνες δεν έχουν κάτι να μοιράσουν αλλά αμφότεροι χρησιμοποιούνται ως πιόνια από Μ. Δυνάμεις». 
Ο ξένος σαστίζει όταν διαβάζει ότι ο κατά τα άλλα «σφαγέας» Κεμάλ επροτάθη από την Ελλάδα για Νόμπελ ειρήνης. Προβληματίζεται παρατηρώντας την επομένη των κρίσεων του 1987 και 1996 και του «casus belli», την ελληνική εμμονή να πείσει τους σκεπτικούς Ευρωπαίους για την σκοπιμότητα εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ. Ο αποστασιοποιημένος  παρατηρητής θορυβείται από τους ελληνικούς βρυχηθμούς περί εθνικών δικαίων και συμφερόντων την ίδια ώρα που δηλώνεται ένα κυνικό «mea culpa» μετά την Συμφωνία στο Νταβός, μετά την σιωπηρή αποδοχή «γκρίζων ζωνών», την συνυπογραφή στην Μαδρίτη αναφορών περί ζωτικών τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο, την ετοιμότητα συναινέσεως σε σχέδια «Ανάν» (εκεί έκανε ευτυχώς την ανατροπή ο αείμνηστος Τ. Παπαδόπουλος) και  την διαρκή ανοχή σε φανερές και κρυφές αντεθνικές δράσεις του τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής. Η έκπληξη των ξένων μεγιστοποιείται όταν νυν και πρώην Έλληνες αξιωματούχοι αποκαλούν τους συμπατριώτες τους «μοναχοφάηδες», δηλώνουν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι η Τουρκία δικαιούται όσα της επιτρέπει η μεγάλη ακτογραμμή της στην ΝΑ Μεσόγειο, διδάσκουν γεωγραφία ως προς την θέση του Καστελλόριζου παραλείποντας την πολιτική και νομική διάσταση του θέματος και συμβουλεύουν ότι μία δυσάρεστη (ή επονείδιστη) λύση θα αποτρέψει μία σύγκρουση κ.λπ..
Από τα προαναφερθέντα αναδεικνύεται η σχιζοφρενική εθνική σύγχυση και η έλλειψη Εθνικής Στρατηγικής. Η αλήθεια είναι ότι από την μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 και εντεύθεν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διεξάγονται ως ένα παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος με συγκυριακές ειρηνικές παύσεις ευφορίας και «καλής γειτονίας».
Σήμερα η Τουρκία προβάλλει ως μόνη ουσιαστική πολιτική και στρατιωτική απειλή, παρά τα γνωστά εσωτερικά της προβλήματα, αφού έχει την βούληση, το γεωπολιτικό μέγεθος και τα μέσα προκειμένου να πραγματοποιήσει τις πάγιες διεκδικήσεις της σε Αιγαίο, Θράκη, Κύπρο και ΝΑ Μεσόγειο. Προς τον σκοπό αυτό η Τουρκία χρησιμοποιεί εναλλάξ ή σε συνδυασμό ποικιλία στρατηγικών όπως ο πειθαναγκασμός, η ανακλήσιμη πρόκληση, η ελεγχόμενη πίεση, η διείσδυση, η στρατηγική περικύκλωση και τα τετελεσμένα. Όσο η Ελλάδα δεν θέτει κόκκινες γραμμές τόσο αυξάνεται το φάσμα των αδηφάγων μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων οι οποίες ενισχύονται και από την ανισομέρεια σε δείκτες εθνικής ισχύος όπως το δημογραφικό, η αμυντική τεχνολογία, οι κρατικές δομές, το εθνικό όραμα, και το διαφαινόμενο ραγδαίο «άνοιγμα της ψαλίδας» στον στρατιωτικό συσχετισμό ισχύος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δαπάνες για την άμυνα ανέρχονται στα 3-3.5 δις € (εξ αυτών οι δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα είναι απογοητευτικές), όταν οι τουρκικές αμυντικές δαπάνες είναι της τάξεως των $20 δις και οι ανάγκες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων καλύπτονται κατά 65% από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία η οποία ταυτόχρονα αποκομίζει έσοδα από πωλήσεις σε τρίτες χώρες της τάξεως των $3 δις..
Κατά την τρέχουσα περίοδο η Τουρκία αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα. Το κουρδικό ζήτημα και η αμερικανική στήριξη των Κούρδων αποτελεί μείζον τουρκικό εθνικό θέμα. Το έλλειμμα Δημοκρατίας, οι πρόσφατοι οικονομικοί τριγμοί, οι επιπτώσεις του πραξικοπήματος του 2016, η κοινωνική ανισότητα και πολιτισμική ανομοιογένεια, καθώς και οι Σύροι μετανάστες επιτείνουν τις εσωτερικές προκλήσεις της χώρας αυτής. Η Τουρκία του Ερντογάν έχει επενδύσει ανεπιτυχώς στους αδελφούς Μουσουλμάνους (Αίγυπτος, Λιβύη, Σουδάν, Παλαιστίνη) και τώρα εισπράττει τα επίχειρα. Η επιλογή της όπως ενταχθεί σε κοινό άξονα με την Ρωσία, το Ιράν και το Κατάρ προκάλεσε την αντιπαλότητα σειράς Σουνιτικών Αραβικών κρατών της περιοχής και βεβαίως την ρήξη με το Ισραήλ. Η τελική επιλογή της Τουρκίας μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας (S400 – F35) όποια και να είναι θα έχει κόστος.
Παρά τα προβλήματα αυτά η Τουρκία παραμένει μία από τις ισχυρότερες χώρες της ευρύτερης περιοχής με αναθεωρητικές περιφερειακές φιλοδοξίες. Παρά τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου Θαλάσσης κρίνεται ότι η Τουρκία θα διεκδικήσει μέχρι τέλους αυτά που η ίδια αποκαλεί ζωτικά της συμφέροντα και ιδιαίτερα την συμμετοχή της στην εκμετάλλευση των υποθαλασσίων ενεργειακών κοιτασμάτων. Στο πλαίσιο αυτό οι τουρκικές προκλήσεις θα κλιμακώνονται ποικιλοτρόπως, προκαλώντας την Ελλάδα και δίχως χρήση στρατιωτικής ισχύος (σκοπιμότητα διεθνούς νομιμοποιήσεως). Εάν η Ελλάς εξαναγκασθεί να απαντήσει με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ (π.χ. θερμό επεισόδιο), τότε η Τουρκία ενδεχομένως να εφαρμόσει έτοιμα σχέδια ταχείας δημιουργίας τετελεσμένων, αναμένοντας την παρέμβαση τρίτων προς ανακωχή και μετέπειτα διαπραγμάτευση στην οποία θα μετάσχει από θέσεως ισχύος. Βάσει του συλλογισμού αυτού η χώρα μας θα πρέπει να τελεί σε εγρήγορση, καθώς και σε εθνική και πολιτική σύμπνοια. Οι αποτρεπτικές εθνικές αντιδράσεις θα πρέπει να βασισθούν σε συνδυασμό εξωτερικής εξισορροπήσεως (υποστήριξη συμμάχων και σειράς διεθνών οργανισμών) και εθνικής αποτροπής (επίδειξη ετοιμότητος και αποφασιστικότητος των ΕΔ). Κάθε στρατιωτική μας κίνηση θα πρέπει να μην είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής φορτίσεως ή ανακλαστικής αντιδράσεως αλλά κίνηση με ρεαλιστικά προμελετημένο τόπο, χρόνο και έκταση χρήσεως ισχύος, η οποία σε κάθε περίπτωση θα έχει προβλέψει το επόμενο βήμα του αντιπάλου και την δέουσα απάντηση.
Πέρα από τις τρέχουσες εξελίξεις η πολιτεία θα πρέπει να επενδύσει εκ νέου στον σύγχρονο εξοπλισμό των ΕΔ με συστηματικό και συνεπή τρόπο. Η σημερινή τεχνολογία καθιστά εφικτή την απόκτηση δυνατοτήτων ασυμμέτρου καταστρεπτικού αποτελέσματος (βοηθούσης και της γεωγραφίας κυρίως του Αιγαίου), σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η επένδυση στην υψηλή αμυντική τεχνολογία πέραν του εθνικού οφέλους στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας είναι δυνατόν να αποτελέσει πυλώνα οικονομικής αναπτύξεως ικανό να συγκρατήσει στην πατρίδα τους χιλιάδες νέων Ελλήνων επιστημόνων.
                                    
                         Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ
                                      Επίτιμος Διοικητής ΣΝΔ
                                       Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.