Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Το ενεργειακό «Ελντοράντο» στην Ανατολική Μεσόγειο και οι εύθραυστες ισορροπίες στο τρίγωνο Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία.

Η επαναφορά του Κυπριακού ζητήματος στην κορυφή της διπλωματικής ατζέντας της Βορειοατλαντικής συμμαχίας, απόρροια των αναφυόμενων αναδιανεμητικών ζητημάτων στο διαφαινόμενο ενεργειακό «Ελντοράντο» της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργεί πολλαπλά στρατηγικά παίγνια τόσο για τους περιφερειακούς, όσο και για τους πλανητικούς κρατικούς δρώντες.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίες μια σειρά από «δηλώσεις από το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, […] από τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, […] τον Εμανουέλ Μακρόν, […] και από το Σεργκέι Λαβρόφ» που υπογραμμίζουν την «ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού». Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε τον κεντρικό στρατηγικό ρόλο των ΗΠΑ στην περιοχή, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και τα διαπλεκόμενα γεωστρατηγικά συμφέροντα και των άλλων περιφερειακών δυνάμεων –Αγγλία, Γαλλία– που αντιπαραβάλλονται με τις προδηλώμενες αξιώσεις ισχύος της Άγκυρας για την ενεργή της συμμετοχή στο διαμοιρασμό των ενεργειακών κοιτασμάτων της Κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) αλλά και στο Αιγαίο.
Ως εκ τούτου, η σταδιακά κλιμακούμενη εφαρμογή της στρατηγικής της εξαναγκαστικής διπλωματίας των «πλωτών γεωτρυπάνων» από την πλευρά της Άγκυρας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με τη δημιουργία ενός τετελεσμένου, από τη γεώτρηση του «Πορθητή» (Fatih) σε μη οριοθετημένο τμήμα της Κυπριακής ΑΟΖ, σε συνδυασμό με την αποστολή του δεύτερου πλωτού-γεωτρυπάνου «Γιαβούζ» (Yavuz) στα ανοιχτά της Καρπασίας, και με το «Μπαρμπαρός» να δραστηριοποιείται, για σεισμογραφικές έρευνες στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κύπρου – Ρόδου, θα συνωθήσει στη συγκαιρινή διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με μεθοδικές διπλωματικές κινήσεις, Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ, απομειώνουν τα πολιτικοδιπλωματικά, οικονομικά και στρατιωτικά ερείσματα του προέδρου Ερντογάν. Αρχικά το Συμβουλίου Εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ (15.7.2019) ανακοίνωσε την επιβολή κυρώσεων στις έκνομες ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με την εφαρμογή μιας δέσμης μέτρων σε τρεις κατευθύνσεις –αναστολή των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή νέας συμφωνίας στο τομέα των αεροπορικών μεταφορών, «“πάγωμα” της προενταξιακής βοήθειας ύψους 145,8 εκατ. ευρώ από την ΕΕ στην Τουρκία το 2019» και την «αναστολή της χορήγησης δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για έργα τα οποία υλοποιούνται υπό την εγγύηση του τουρκικού κράτους». Ακολούθως, η αμερικανίδα υφυπουργός άμυνας, Ελεν Λορντ, γνωστοποίησε την πρώτη δέσμη κυρώσεων για την έναρξη της παραλαβής των S-400 από την Άγκυρα (17.7. 2019): «Οι ΗΠΑ και άλλοι εταίροι στο πρόγραμμα των F-35 είναι ευθυγραμμισμένοι στην απόφαση να αναστείλουν (τη συμμετοχή) της Τουρκίας στο πρόγραμμα και να ξεκινήσουν τη διαδικασία για να απομακρύνουν επίσημα την Τουρκία από το πρόγραμμα».
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εξελίξεων, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και σε ποιο βαθμό η συγκαιρινή διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας και ο στρατηγικός της εναγκαλισμός με τη Μόσχα, οδηγεί στη γεωπολιτική αναβάθμιση Ελλάδας-Κύπρου.
Η Λευκωσία έχει ήδη δραστηριοποιηθεί στο πολιτικοδιπλωματικό πεδίο αναζητώντας αξιόπιστους συντελεστές εξωτερικής εξισορρόπησης απέναντι στις Τουρκικές απειλές και αναβαθμίζοντας τη θέση-ρόλο της στην περιοχή. Όπως επισημαίνει και ο υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κύπρου, Γιώργος Λακκοτρύπης: «καταφέραμε να κτίσουμε μια αμοιβαία επωφελή σχέση με παγκόσμιας κλάσης δυνατούς παίκτες και ισχυρές χώρες, όπως το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, που έχουν τόσο το οικονομικό, όσο και το πολιτικό εκτόπισμα».
Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, θα πρέπει να ειδωθεί και η σύσταση του διεθνούς καθεστώτοςEastern Mediterranean Gas Forum, με τη συμμετοχή της Αιγύπτου, Κύπρου, Ελλάδας, Ιταλίας, Ισραήλ, Ιορδανίας και Παλαιστίνης, με αντικειμενικό στόχο «τη συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου». Ενώ δεν δύναται να παροραθεί και η Γαλλοκυπριακή συμφωνία για τη χρήση των υποδομών στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» από το Γαλλικό Ναυτικό. Καθώς και οι νέες συνεργασίες στα πλαίσια του ενεργειακού προγράμματος της Κύπρου, με την καταρχήν συμφωνία των εταιρειών TotalENI για από κοινού έρευνες στο οικόπεδο 7 της κυπριακής ΑΟΖ.
Ωστόσο, οφείλουμε να προσημειώσουμε ότι η διαπραγματευτική ισχύς ενός λιγότερου ισχυρού κράτους είναι απότοκη της διαμορφωθείσας ισορροπίας ισχύος σε πλανητικό επίπεδο, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στο είδος-μέτρο των εξωτερικών του απειλών και στην ύπαρξη συντελεστών εξωτερικής εξισορρόπησης, μέσω πολιτικοστρατηγικών συμπράξεων με μία ή περισσότερες από τις εκάστοτε Μεγάλες Δυνάμεις, που επιζητούν την αξιοποίηση ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος –ενεργειακούς πόρους, γεωγραφική θέση– του πρώτου. Ως εκ τούτου και συνεκτιμώντας την αξονική αρχή της στρατηγικής των ΗΠΑ, για την ανάσχεση των ηπειρωτικών δυνάμεων στην περίμετρο της Ευρασίας, καθ’ όλη τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής-μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η Τουρκία ανάγεται σε αναντικατάστατο γεωπολιτικό άξονα. Γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε έκθεση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, LawrenceEagleburger, (5 Σεπτεμβρίου 1981):
Η Τουρκία είναι μια χώρα ζωτικής σημασίας για ένα ευρύ φάσμα σημαντικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Δυτική Ευρώπη, στη Νοτιοδυτική Ασία και στο ΝΑΤΟ. Είναι το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα τη σοβιετική «καρδιά της γης». Είναι επίσης το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άμεση μετακίνηση κατευθείαν στη Νοτιοδυτική Ασία. Η αξία της Τουρκίας για τη Δύση, πραγματική και δυνητική, είναι επομένως τεράστια [...]
[…] είναι επίσης αναπόσπαστο μέρος του ιστού των ανατολικών μεσογειακών θεμάτων. Έχει μεγάλη επιρροή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο. Το αντίστροφο δεν είναι λιγότερο αληθές. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να εξετάσουμε και την Τουρκία υπό το πρίσμα των άλλων σημαντικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.
 Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι οι εύθραυστες ισορροπίες που δημιουργούνται στην Ανατολική Μεσόγειο με τη φαινομενική διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας, ένα και μόνο πράγμα καταδεικνύουν. Ότι μια ενδεχόμενη μεταστροφή του πολιτικοστρατηγικού της προσανατολισμού θα προκαλούσε μια ενδοσυστημική αλλαγή στη περιφερειακή ισορροπία ισχύος με άμεση αντανάκλαση στο πλανητικό επίπεδο.
Για το λόγο αυτό είναι πολύ πιο πιθανό η Ουάσιγκτον να εφαρμόσει τη στρατηγική του «δημιουργικού χάους», υπονομεύοντας εσωτερικά το καθεστώς Ερντογάν και εξαιρετικά απίθανο να προκαλέσει την έξοδο της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ, λόγω των αναμφίλεκτων στρατιωτικών τους επενδύσεων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο γενικός γραμματέας του NATO, Γενς Στόλτενμπεργκ, (18.7.2019):
«Η συμβολή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και η συνεργασία του ΝΑΤΟ με την Τουρκία, είναι πολύ πιο βαθιά και ευρύτερη από τα F-35».
«Η Τουρκία ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ, είναι πολλά περισσότερα από τα S-400. Η Τουρκία ήταν ενσωματωμένο κομμάτι του συστήματος αεράμυνας του ΝΑΤΟ και έτσι θα παραμείνει».
Αντίστροφα, Ελλάδα και Κύπρος, για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνέχονται με εσωτερικούς-εξωτερικούς δομικούς περιορισμούς, δεν έχουν μεταφράσει το ειδικό γεωπολιτικό τους βάρος σε ανάλογα πολιτικοδιπλωματικά-οικονομικά οφέλη.
Η πρώτη, λόγω της υψηλής ευαισθησίας τρωτότητας του συμφέροντος επιβίωσής της, θα επιλέξει την πολιτική της μονομερούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, ήδη από την μεταπολεμική-μεταεμφυλιακή περίοδο. Η δεύτερη, σε κατάσταση «πολιορκίας», από την εφαρμογή του στρατηγικού δόγματος της «ΓαλάζιαςΠατρίδας» για την άσκηση της τουρκικής θαλάσσιας κυριαρχίας σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα, επιχειρεί να εξαργυρώσει τον ενεργειακό της πλούτο με τη διασφάλιση της εσωτερικής-εξωτερικής της κυριαρχίας.
Εν ολίγοις και λαμβάνοντας υπόψη την ακρογωνιαία αρχή της αυτοβοήθειας που διέπει την πολιτική κάθε κράτους που επιζητά τη βιωσιμότητά του, οφείλουμε να κατανοήσουμε και να συνυπολογίσουμε την απαρέγκλιτη στρατηγική κατεύθυνση των Μεγάλων Δυνάμεων στην ιστορική διαχρονία, που περιγράφεται, από τον ανεξάρτητο βουλευτή Βόλου, Γεώργιο Φιλάρετο (εν έτει 1897) καταδεικνύοντας τον εξωτερικό, δομικό περιορισμό της ελληνικής στρατηγικής πράξης: 
«Η ιστορία διδάσκει ημάς, ότι αι Ευρωπαϊκαί Κυβερνήσεις παρενέβησαν υπέρ της Ελλάδος μόνον εν την τελευταία ώρα και πάντοτε παρά την θέλησίν των, πάσαι δε ανεξαιρέτως περί ενός μόνον συνεφώνουν : πώς να μη επιτρέψωσι την ανάπτυξιν Ελληνικού Κράτους τοσούτον ισχυρού, ώστε να είναι αληθώς ανεξάρτητων».

 https://www.huffingtonpost.gr/