Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας – Ανάλυση Δ.Απόκης

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την Τουρκία και η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αυξήσει τη στρατιωτική παρουσία της εκεί, αναδεικνύει τη σημασία μια γεωπολιτικής κόντρας η οποία έχει σημαντικές επιπτώσεις στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η μακροχρόνια κόντρα μεταξύ του Ριάντ και της Άγκυρας, έχει πλέον λάβει διαστάσεις ανοικτής σύγκρουσης, στην ευρύτερη περιοχή. Ο ανταγωνισμός έχει αρχίζει να επηρεάζει σημαντικά τις σχέσεις των δυο χωρών με παίκτες εκτός της περιοχής και περιπλέκει τις πολιτικές αυτών των παικτών στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Με δεδομένο ότι πρόκειται για μια εξαιρετικής σημασίας σύγκρουση, έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα, και χρίζει στενής παρακολούθησης.
Η δολοφονία Κασόγκι στο Προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη, επιδείνωσε τη σύγκρουση μεταξύ των δυο χωρών, και ανέδειξε δυο ανταγωνιστικά Σουνιτικά μπλοκ στην περιοχή. Από τη μια πλευρά είναι η Τουρκία και το Κατάρ και από την άλλη, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τα δυο αυτά μπλοκ ανταγωνίζονται σκληρά για επιρροή πάνω σε άλλα κράτη και παίκτες στην περιοχή. Για παράδειγμα υποστηρίζουν εντελώς διαφορετικές παρατάξεις στην εμφύλια σύγκρουση της Λιβύης. Το ίδιο λίγο πολύ συμβαίνει και στο εσωτερικό της Συρίας.
Όπως ανέφερα ήδη ο ανταγωνισμός αυτός επηρεάζει τις σχέσεις των δυο χωρών με σημαντικούς διεθνείς παίκτες εκτός περιοχής, δημιουργώντας πονοκεφάλους και προβλήματα στην πολιτική αυτών των παικτών στη Μέση Ανατολή. Στην κορυφή των χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Είδαμε ήδη τι συμβαίνει με το σήριαλ της αγοράς και παραλαβής από την Τουρκία, των πυραύλων S-400 από τη Ρωσία.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισε η άνοδος του Ισλάμ, ως πολιτικής δύναμης στο εσωτερικό της Τουρκίας, μη κυβερνητικές οργανώσεις της Σαουδικής Αραβίας, άρχισαν να χρηματοδοτούν τουρκικές Ισλαμικές οργανώσεις, μέσα στην Τουρκία, αλλά και στην τουρκική διασπορά στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά η καχυποψία της Τουρκίας έναντι της Σαουδικής Αραβίας και γενικά του Αραβικού κόσμου, παρέμεινε ζωντανή, με αποτέλεσμα να υπάρχει μικρή διπλωματική εμπλοκή και ελάχιστη συνεργασία. Το Κοσμικό σύστημα της Τουρκίας έβλεπε προς την Ευρώπη ως μοντέλο για το σύγχρονο τουρκικό κράτος, αντιμετωπίζοντας με απέχθεια τον Αραβικό κόσμο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι Ισλαμικοί οργανισμοί που χρηματοδοτούσε η Σαουδική Αραβία, άρχισαν να εισέρχονται με αξιώσεις στην κεντρική πολιτική, με την κορύφωση να έρχεται το 2002 με την άνοδο του Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία. Ο Ερντογάν άρχισε με μια μετριοπαθή στρατηγική για να μην προκαλέσει τις πανίσχυρες τότε ένοπλες δυνάμεις, αλλά αργά αλλά σταθερά, άρχισε να γίνεται πιο επιθετικός εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά, με στόχο την επέκταση της επιρροής στο εξωτερικό, ειδικά στα Βαλκάνια και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η δραστηριότητα ήρθε να συμβαδίσει με μια αυξημένη δυσπιστία έναντι των μη κυβερνητικών οργανώσεων της Σαουδικής Αραβίας, ειδικά μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, στις ΗΠΑ. Η οπισθοχώρηση της Σαουδικής Αραβίας, έφερε άνοδο του υποτιθέμενα πιο μετριοπαθούς προφίλ της Τουρκίας.
Η τοποθέτηση Νταβούτογλου στο Υπουργείο Εξωτερικών, έφερε και μια έντονη δραστηριότητα εμπλοκής με χώρες της Μέσης Ανατολής, με στόχο να μετατραπεί η περιοχή σε σφαίρα επιρροής της Τουρκίας. Βέβαια η Τουρκία το τερμάτισε, στηρίζοντας τα κινήματα της αποκαλούμενης Αραβικής Άνοιξης, ευελπιστώντας ότι οι κυβερνήσεις που θα πρόκυπταν θα ήταν επιρροής της Άγκυρας. Πολλά μέλη του Κόμματος του Ερντογάν, παρά την αρχική οικονομική στήριξη από το Ριάντ, δεν έβλεπαν καθόλου θετικά τη Σαουδική Αραβία.
Παρόλα αυτά στις αρχές του εμφυλίου στη Συρία, Άγκυρα και Ριάντ, βρήκαν κοινό τόπο υποστηρίζοντας ομάδες που ήθελαν να ανατρέψουν τον Άσαντ, συζητώντας ακόμα και κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, με τον Ερντογάν να στηρίζει και την επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία, άρχισε να ανησυχεί, για το ρόλο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των συμμάχων της, στους ξεσηκωμούς από το 2011 και μετά, με δεδομένο ότι εξελίχθηκαν σε κύριο μοχλό εναντίωσης στη Βασιλική Οικογένεια των Σαούντ. Μετά την πτώση του Μόρσι και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, με πραξικόπημα στην Αίγυπτο, η Σαουδική Αραβία, ανέπτυξε στενή συμμαχία με το καθεστώς Σίσι στο Κάϊρο.
Αν και αρχικά ο Ερντογάν δεν αναμίχθηκε, πέρα από μια απλή καταδίκη της ανατροπής Μόρσι, από το 2013 μαζί με το Κατάρ, βασικό υποστηρικτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αύξησε σημαντικά τη στήριξη της Τουρκίας προς την Αδελφότητα και τους συμμάχους της. Ταυτόχρονα ο Ερντογάν ενίσχυσε τον ανταγωνισμό του με τη Δύση, ενισχύοντας τη συμμαχία του με το Ιράν, παραδοσιακό εχθρό της Σαουδικής Αραβίας, με αποτέλεσμα το Ριάντ να αρχίσει να αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι απλά ως αντίπαλο, αλλά ως απειλή για την ασφάλεια του. Αυτό ενισχύθηκε με την επιβολή κυρώσεων και αποκλεισμό εναντίον του Κατάρ, τον Ιούνιο του 2017, από τη Σαουδική Αραβία, και τον Ερντογάν να οργανώνει αερομεταφορές τροφίμων προς το Κατάρ, αποστέλλοντας και στρατιωτικές δυνάμεις στη βάση της Τουρκίας εκεί.
Πριν ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο εξελιχθεί σε διαρκή σύγκρουση, είχε το χαρακτήρα ενός ανταγωνισμού με μέσα μαλακής δύναμης. Για τη Σαουδική Αραβία το μέσο ήταν το μοίρασμα χρημάτων μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων, που είχαν στενές σχέσεις με το Ριάντ. Χρηματοδότηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, οικονομική ενίσχυση σε καταστροφές, οικοδόμηση τζαμιών, και μαθήματα θρησκευτικού περιεχομένου.
Από όταν το κόμμα του Ερντογάν AKP, ήρθε στην εξουσία, πέρασε μια δεκαετία για να αρχίσει η Τουρκία να αμφισβητεί την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας, στην Αφρική και την Ασία. Η περισσότερη δραστηριότητα εντοπίζονταν με αγαθοεργίες και σχολεία σχετιζόμενα με το Κίνημα Γκιουλέν. Ο Φετουλάχ Γκιουλέν ήταν σύμμαχος του Ερντογάν, σήμερα είναι εχθρός. Από όταν τερματίστηκε η συμμαχία Ερντογάν με τον Γκιουλέν, όλες αυτές οι δραστηριότητες πέρασαν σε οργανισμούς που ελέγχονται από το AKP. Αυτό εξασφάλιζε την προώθηση των στόχων και των φιλοδοξιών του ίδιου του Ερντογάν.
Η τακτική του Ερντογάν να ανταγωνίζεται τη Δύση και τις πολιτικές του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων, σε συνδυασμό με μια εικόνα επιτυχημένης οικονομικά Τουρκίας, εξασφάλιζε ένα θαυμασμό για τον ίδιο, σε αντίθεση με τις πιο αδύναμες πολιτικές των Αράβων. Σε αυτό βοήθησε και το γεγονός ότι σε όλη την Μέση Ανατολή, έγιναν εξαιρετικά δημοφιλής οι τουρκικές σαπουνόπερες. Το 2018 η μετάδοσή τους απαγορεύτηκε στη Σαουδική Αραβία.
Καθώς οι διμερείς σχέσεις επιδεινώνονταν, ειδικά μετά τη δολοφονία Κασόγκι, άρχισε η εμφάνιση μιας σειράς εκστρατειών εναντίον της Τουρκίας στα μέσα ενημέρωσης της Σαουδικής Αραβίας. Η απάντηση της Άγκυρας ήταν μια εκστρατεία που στοχοποιούσε τον Πρίγκηπα Διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας αφήνοντας εκτός των Βασιλιά Σαλμάν.
Σήμερα στη Μέση Ανατολή με την εξαίρεση του Κατάρ, οι περισσότερες Αραβικές χώρες, έστω και διστακτικά, δεν τάσσονται εναντίον της Συμμαχίας Σαουδικής Αραβίας, Αιγύπτου, και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός να έχει δημιουργηθεί στην περιφέρεια της Μέσης Ανατολής, κυρίως στα δυτικά της Ερυθράς Θάλασσας, και στην μύτη της Αφρικής, που έχει αποκτήσει μεγάλη στρατηγική σημασία για τη Σαουδική Αραβία, λόγω της ανάμιξής της στον πόλεμο της Υεμένης.
Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, έχουν ασχοληθεί με τις κυβερνήσεις στις περιοχές αυτές, μέσω χρηματοδότησης, δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων και έλεγχο λιμανιών, για να εξασφαλίσουν και τον έλεγχο των στενών του Bab el-Mandeb, που είναι η βασική δίοδος για εξαγωγές πετρελαίου από την Ερυθρά Θάλασσα, το Κόλπο, και το Κανάλι του Σουέζ, στις αγορές της Δύσης. Η Σαουδική Αραβία, έχει σχεδιάσει και ένα φιλόδοξο τουριστικό σχέδιο για τις ακτές της στην Ερυθρά Θάλασσα, με στόχο τη λιγότερη εξάρτηση της οικονομίας της από το πετρέλαιο.
Σε αυτό το πλαίσιο η προσπάθεια της Τουρκίας και του Κατάρ να επεκτείνουν την επιρροή τους στην περιοχή, αντιμετωπίζεται ως ευθεία απειλή. Το 2017 η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία με το Σουδάν, με συμβόλαιο που τις επιτρέπει για 99 χρόνια να δημιουργήσει λιμενικές εγκαταστάσεις στο νησί Σουακίν στην Ερυθρά Θάλασσα. Αν και πολλοί πιστεύουν ότι η Τουρκία είχε εμπορικούς στόχους μέσω αυτής της συμφωνίας, υπάρχουν πληροφορίες ότι σχεδιάζει να οικοδομήσει ναυτικές εγκαταστάσεις για να αποκτήσει στρατιωτική παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα.
Στις αρχές του 2019 το Ριάντ προσπάθησε να προσεγγίσει το Σουδάν, αλλά η Άγκυρα έχει το πάνω χέρι. Με την πτώση, όμως, του Προέδρου Μπασίρ, στον οποίο η Τουρκία, στηρίζονταν, το οικοδόμημα άρχισε να τρίζει, γιατί η Σαουδική Αραβία είχε οικοδομήσει σχέσεις με το Στρατό, και μαζί με τα ΗΑΕ, έδωσαν 3 δις δολάρια βοήθεια στο νέο καθεστώς, το οποίο έχει δεσμευτεί για ακύρωση της συμφωνίας με την Τουρκία.
Στη Σομαλία, υπάρχει επίσης ανταγωνισμός με Τουρκία και Κατάρ να υποστηρίζουν την αδύναμη  κυβέρνηση στην πρωτεύουσα Μογκαντίσου, όπου η Τουρκία έχει στρατεύματα και στρατιωτική βάση, τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, έχουν συνάψει στενούς δεσμούς με τις αυτόνομες περιοχές Puntland και Somaliland, όπου τα ΗΑΕ, κτίζουν δική τους στρατιωτική βάση.

Στη Λιβύη όπως ήδη ανέφερα υποστηρίζουν διαφορετικές παρατάξεις και παρόμοια είναι η εξέλιξη και στη Συρία. Αν και η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να αμφισβητήσει στρατιωτικά την Τουρκία, μαζί με τα ΗΑΕ, έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν οικονομικά πιο ενεργά, τους Κούρδους στη Συρία. Τα ΗΑΕ, έστειλαν και στρατιωτικούς συμβούλους το 2018, για να εκπαιδεύσουν το Δημοκρατικό Στρατό της Συρίας.

Ο ανταγωνισμός της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία, έχει επηρεάσει και τις πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, στην περιοχή και πρέπει πλέον να τον λαμβάνουν υπόψη στους σχεδιασμούς τους. Για παράδειγμα η εκστρατεία της Άγκυρας εναντίον του Πρίγκηπα Διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας, με αφορμή τη δολοφονία Κασόγκι, εξόργισε την κυβέρνηση Τράμπ, αφού ο Πρίγκηπας μαζί με το Ισραήλ, είναι θερμός υποστηρικτής της πιο σκληρής αντιμετώπισης του Ιράν.
Η ενίσχυση της σχέσης της Σαουδικής Αραβίας με την κυβέρνηση Τράμπ, έχει οδηγήσει τον Ερντογάν να προχωρήσει σε σύσφιξη σχέσεων με τη Ρωσία και τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Αυτό ας λειτουργήσει και ως επισήμανση σε κάποιους ανόητους που πιστεύουν ότι οι κυρώσεις για τους S400 και η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 οφείλεται σε δευτεροκλασάτους ομογενειακούς οργανισμούς, ενώ στην πραγματικότητα από πίσω κρύβονται πιέσεις του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.

Αν και οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δυο πλευρών παραμένουν ανθηρές, η αποτυχία του Ερντογάν να πλήξει τον Πρίγκηπα Διάδοχο, μέσω της δολοφονίας Κασόγκι, έχει ενισχύσει τη σύγκρουση και απομακρύνει οποιαδήποτε επαναπροσέγγιση. Ο Ερντογάν συνεχίζει να αποδυναμώνεται, λόγω της προβληματικής οικονομίας της Τουρκίας, της πτώσης της δημοτικότητας του, και της αναντιστοιχίας των φιλοδοξιών του στο εξωτερικό, με τις δυνατότητες που έχει, ειδικά στη Συρία.

Τον ανταγωνισμό αυτό και τις παρενέργειες του πρέπει να παρακολουθήσει και να αναλύσει με προσοχή η νέα ελληνική κυβέρνηση, έτσι ώστε να τον εντάξει στην εγκληματικά καθυστερημένη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής στον τομέα της  εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας της χώρας.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.