Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Μια «ιστορία αγρίων»: Το λεγόμενο «Σκοπιανό» και η τραγική αποτυχία του πολιτικού κόσμου

Του ΚΡΕΣΕΝΤΣΙΟ ΣΑΝΤΖΙΛΙΟ Hellas Journal
Οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας (Α) και της Βόρειας Μακεδονίας (Δ). EPA, GEORGI LICOVSKI Μια «ιστορία αγρίων»: Το λεγόμενο «Σκοπιανό» και η τραγική αποτυχία του πολιτικού κόσμου
Απ’ ό, τι προβλέπεται «φυσιολογικά, η «υπενθύμιση» του «σκοπιανού προβλήματος», το οποίο διόλου δεν έληξε, μάλλον σε άλλες μορφές θα συνεχίζεται για πολύ καιρό στο μέλλον, άμεσο ή/και μακρινό, μιας και το φαινομενικό «κλείσιμο» της υπόθεσης φαίνεται πως «άνοιξε» αρκετά άλλα ζητήματα τα οποία δεν πρόκειται να αφήσουν ήσυχο τον ελληνικό μακεδονισμό ή, αν προτιμάται, το «ελληνικό μακεδονικό» και, ποιος ξέρει, ίσως και την ελληνική πολιτική ηγεσία, όσο παχύδερμη κι αν είναι αυτή.

Τώρα που πλέον, όπως λέει το ιταλικό ρητό “chi ha avuto ha avuto, chi ha dato ha dato”, η κάθε πλευρά, καλώς ή κακώς, αναμασά το χορτάρι που έφαγε ή που της έδωσαν να φάει, πιστεύω πως δεν θα είναι άδικος κόπος να ακολουθήσουμε πανοραμικά τα κεντρικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο «χρονικό» της διαδικασίας «λύσης του σκοπιανού» από το 1991 (Σκόπια: από την «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας μέσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας στην ανεξάρτητη «Δημοκρατία της Μακεδονίας») και μετά, έως το 2018 και για να ξέρουμε και «πού βαδίζουμε», ας δούμε πώς αντέδρασε και συμπεριφέρθηκε η ελληνική πολιτική πλευρά (που είναι και η «παθητική» πλευρά) στην χρόνια αντιμετώπιση των σκοπιανών αλλά και των διεθνών «προκλήσεων» για την περιβόητη «ονομασία», για ποια, ουσιαστικά, «ιστορία για το πάπλωμα» πρόκειται και ποιο το «ζουμί» του «σκοπιανο-μακεδονικού» αφηγήματος.
Η Ελλάδα από τις 16.12.1991 (η ΕΟΚ θέτει τον όρο μη ύπαρξης του ονόματος «Μακεδονία» σε ονομασία Σκοπίων) έως τις 13.4.1992 (Κ. Μητσοτάκης) δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία του σκοπιανού σλάβικου κράτους.
Μάλιστα στις 18.5.1992 ο Μητσοτάκης λέγεται πως πρότεινε στον Γάλλο ΥΠΕΞ η ΕΟΚ να ονομάσει τα Σκόπια «Δημοκρατία του Βαρδάρη». Οπότε παραμένει άγνωστο τί έγινε και στη συνέχεια όλοι οι Έλληνες κυβερνώντες και κομματικοί πολιτικοί εγκατέλειψαν (πλην κάποιες πολύ λιγοστές εξαιρέσεις χωρίς καμία επιρροή) αυτή την αρνητική θέση που δρούσε υπέρ της μοναδικής ούσης ελληνικής Μακεδονίας.
Κιόλας από τις 7.4.1993, με την είσοδο των Σκοπιανών στον ΟΗΕ σαν ΦΥΡΟΜ, η Ελλάδα άρχισε να δέχεται με διάφορες ανυπόστατες (κατά τη γνώμη μας) «γεωγραφικές δικαιολογίες», την δυνατότητα ύπαρξης του όρου “Μακεδονία” στη μελλοντική ονομασία του κρατιδίου των Σκοπίων, ενώ είχε προηγηθεί (1.4.1992: «πακέτο Πινέιρο) η αρχή της μεταστροφής και των κοινοτικών Ευρωπαίων με την πρόταση «Nova Μacedonia», «προσπερνώντας» πια αδιάφορα τις προηγούμενες υπέρ Ελλάδας αποφάσεις.
Από κει και πέρα όλες οι επόμενες προτάσεις ονομασιών της ΦΥΡΟΜ εκ μέρους όλων των ξένων παραγόντων προβλέπουν οπωσδήποτε την ύπαρξη του ονόματος «Μακεδονία»! Το ίδιο συμβαίνει και με τους Έλληνες κυβερνητικούς και πολιτικούς η «σύμπνοια» των οποίων για μια «λύση» με «σύνθετη ονομασία» που να περιέχει απαραιτήτως τον όρο «Μακεδονία» εμφανίζεται πολύ, μα πάρα πολύ ύποπτη!
Έτσι, δεν πρέπει να μας ξαφνιάσει το γεγονός ότι, όταν ο Νίμιτς μπήκε στον «χορό των διαπραγματεύσεων» στις 11/13.7.1994 ως απεσταλμένος των ΗΠΑ/ΟΗΕ, η παγίωση του όρου «Μακεδονία» προς όφελος της μελλοντικής ονομασίας του σκοπιανού κράτους είχε σταθερά κατασταλάξει μάλλον υπό την ώθηση πάλι αμερικανικών υπόγειων «υποδείξεων» που ανέτρεψαν άρδην και οριστικά την «κατεύθυνση» που επίσημα είχε εκφράσει ο Clinton στις 2.10.1992 λίγο πριν γίνει Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Από την επόμενη χρονιά (7.4.1992), όταν τα Σκόπια έγιναν δεκτά στον ΟΗΕ ως προσωρινά ΦΥΡΟΜ, στην ουσία δίχως κανένα πραγματικό και διεθνώς εξακριβωμένο όνομα, δηλαδή «χωρίς όνομα» που μελλοντικά έπρεπε να οριστεί, όλες οι κομματικές παρατάξεις στην Ελλάδα και οι αρχηγοί τους δεν έχασαν ποτέ την ευκαιρία να δηλώσουν την προτίμησή τους για μια σύνθετη ονομασία πάντα με τον όρο «Μακεδονία», χωρίς βέβαια να ρωτήσει κανείς τους ενδιαφερόμενους συμπατριώτες τους, που τους είχαν κιόλας ψηφίσει, αν αυτοί δεχόντουσαν ή όχι οι Σλάβοι Σκοπιανοί να ονομάζονται με το ελληνικό όνομα «Μακεδόνες»..
Μητσοτάκης, Παπανδρέου, Ρέππας, Παπαρήγα, Δούρου, Θεοδωράκης και άλλοι ακόμη δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να «δώσουν» το όνομα «Μακεδονία», ποιος ξέρει τοις ρήμασι ποιων υπακούοντας.
Μετά απ’ την πρώτη φορά στον ΟΗΕ το 1993, η Ελλάδα πάλι επίσημα, στα πλαίσια της λεγόμενης «Ενδιάμεσης Συμφωνίας» στις 13.9.1995 παραχώρησε το όνομα «Μακεδονία». Και έτσι συνεχίστηκε η «ιστορία αγρίων» για μια δεκαετία. Η επανεμφάνιση και επέμβαση του Νίμιτς στις 8.10.2005 σε ρόλο μεσολαβητή, αυτή τη φορά, στη θέση των αποτυχόντων Βανς/Όουενς, στα ελληνο-σκοπιανά με πρόταση Republika Makedonija – Skopije ως ονομασία του σκοπιανού κράτους, εγκαινίασε και επίσημα πλέον την «κούρσα» προς μια «λύση» που θα έπρεπε να είναι ανεκτή και από τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία στη πραγματικότητα, για να είμαστε ειλικρινείς, ήταν ένα μέρος που ήθελε ένα όνομα το οποίο όμως ανήκε στο άλλο μέρος.
Οι Σκοπιανοί εκμεταλλεύονται τα κενά των Πρεσπών: Η προηγούμενη κυβέρνηση …κοιτούσε! Το ότι το «Republika Makedonija-Skopije», που θα ήταν μόνο για τις διμερείς σχέσεις, ενώ για τον ΟΗΕ και διεθνείς οργανισμούς θα ήταν έως το 2008 σκέτο Republika Makedonija και μετά θα γινόταν για τους πάντες Republic of Macedonia στα αγγλικά και σε μετάφραση, ήταν μια ασήμαντη λεπτομέρεια για τον αδίστακτο Νίμιτς. Και το ότι για την Ελλάδα το όνομα «Μακεδονία» θα έμενε μόνο ως απλό τοπωνύμιο με απαραίτητο επιθετικό προσδιορισμό και μόνο για το εσωτερικό της, ήταν κι αυτό ασήμαντο και ξεδιάντροπα προτεινόμενο.
Επρόκειτο για μια άλλη καραμπινάτη ανθελληνική μεθόδευση του Νίμιτς, που όμως ο ΥΠΕΞ Μολυβιάτης δέχθηκε δυστυχώς, με μια ανόητη και απρονόητη δικαιολογία:«ως βάση διαπραγματεύσεων», σάμπως και με ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις αυτός ο διπλωμάτης ή άλλος «τυχερός», θα κατόρθωνε να αλλάξει τα πράγματα, κάτι που φυσικά δεν έγινε ποτέ και μάλλον με εκείνα τα δεδομένα ούτε θα μπορούσε να γίνει.
Ωστόσο το πιο τραγικό στη περίπτωση αλλά και χλευαστικό υπήρξε το εξής ωραίο: ο Μολυβιάτης δέχθηκε μεν εκείνον τον όρο, αλλά πριν να τον δεχθεί δεν είχε καν διαβάσει όλη την επιστολή-πρόταση Νίμιτς; δηλαδή δέχθηκε εκείνον τον όρο χωρίς να αντιληφθεί(!!) το «απαγορευτικό Νίμιτς για χρήση του ονόματος «Μακεδονία» και ως για την ίδια την Ελλάδα!
Δεν αντιλήφθηκε ο «έμπειρος» Μολυβιάτης πως από τότε κιόλας πήγαινε να αποκλειστεί για την ίδια την Ελλάδα η χρήση ενός ονόματος κατ’ εξοχήν ελληνικού όπως η λέξη «Μακεδονία»! Και φτάνουμε σήμερα στη σημείο να «εικάζουμε», δεν ξέρω πάνω σε ποια σταθερή, αναμφισβήτητη βάση, πως αυτή η απαγόρευση χρήσης του σκέτου ονόματος «Μακεδονία» από την Ελλάδα μάλλον «δεν θα αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο». διότι θα μπορούσε να βρεθεί «κάποια λύση» που θα «εξουδετέρωνε» την απαγόρευση. Δηλαδή η Ελλάδα θα κατόρθωνε να ακυρώσει την πρόταση του Νίμιτς για μια Greek Macedonia παράλληλη με μια «Makedonija – Skopije, αρκούσε μόνο ο Νίμιτς να «έβγαζε από τη μέση» όλο το «μακεδονικό ιδεολόγημά» του, και αυτό τη στιγμή που ο Μολυβιάτης και η ελληνική κυβέρνηση δεν είχαν ακόμη καταλάβει ότι ο Νίμιτς ακριβώς αυτό το «μακεδονικό ιδεολόγημα σκοπιανής κοπής» είχε έρθει και ανέκαθεν ήθελε να επιβάλλει στην Ελλάδα;
Πώς λοιπόν θα το «εξουδετέρωνε» ο ίδιος το δικό του εφεύρημα; Από πού κι ως πού αυτός είχε ποτέ δείξει ότι ευνοούσε την Ελλάδα για να κάνει τότε κάτι τέτοιο;
Τα γεγονότα που ακολούθησαν και η πορεία που επέλεξε η Ελλάδα προδίδουν το ακριβώς αντίθετο, δυστυχώς, όσο κι αν θέλουμε να μιλάμε με τα «εάν» και τα «ίσως». Όχι μόνο τα Σκόπια θα ονομαζόταν «Μακεδονία» (στα σλάβικα ή στα αγγλικά δεν έχει την παραμικρή σημασία), αλλά ακόμα, με τις ευχές του Νίμιτς και των Αμερικανών πατρόνων του, υπήρχε η πλήρης δυνατότητα, για να μη πούμε «δικαίωμα», των Σκοπίων να ονομάζουν «μακεδονική» και τη γλώσσα τους (η οποία ωστόσο ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να ονομαστεί μήτε «σλαβομακεδονική», όπως αρκετοί γλωσσολογικά και εθνολογικά άσχετοι συνηθίζουν να την λένε, μολονότι είναι μια γλώσσα αμιγώς και μόνο σλάβικη και δη ως επί το πλείστον του βουλγάρικου κορμού) και να ονομάζονται οι ίδιοι «Μακεδόνες» (και για να μην κοροϊδευμόμαστε, θα άλλαζε σε τίποτα αν λεγόντουσαν αγγλιστί «Macedonians;) και συμπερασματικά να τρέφουν οι Σκοπιανοί ανεμπόδιστα την ιδέα του πρωτότυπου, αυτόχθονα και πηγαίου «μακεδονισμού» τους, ένας όρος ιστορικά και φυλετικά τελείως απροσάρμοστος σε αυτούς, τους λαθραίους και κλεψίτυπους.
Αλλά ασφαλώς, το πιο γελοίο εκείνη την εποχή υπήρξε ο «μπαμπούλας» της «έγκρισης» από την ελληνική Βουλή που ο άτυχος Μολυβιάτης έσειε σαν αμυντικο-επιθετική σημαία για να φοβερίσει δήθεν τους Σκοπιανούς στην νατοϊκή και ευρωπαϊκο-κοινοτική προοπτική τους, αλλά και τους Αμερικανούς «μυστικούς» φίλους τους, σχετικά με την αξία και την υπόθεση του ονόματος που ο Νίμιτς προσπαθούσε αγωνιωδώς να φορτώσει στην Ελλάδα με όλα τα παρατράγουδά του.
Δεν λέμε τίποτα το παράξενο και ψευδές τονίζοντας πως κιόλας απ’ το 1993 η ελληνική διπλωματία (αλλά ασφαλώς και όλη η βασική της ελληνική κυβερνητική πολιτική) εμφάνισε μια δραματική προχειρότητα, μια βαθιά έλλειψη σταθερών επεμβάσεων υπέρ του εθνικού συμφέροντος και μια απόλυτη ανικανότητα να επωφεληθεί από οποιοδήποτε αδύνατο σημείο των Σκοπίων για να τα θέσει μπροστά στις ανεκδιήγητες, αναξιόπιστες και τελικά απαράδεκτες ρητορικές τους κορώνες.
Απ’ την άλλη πλευρά, και από τότε που είχε περάσει απ’ την αγγλική στην αμερικανική κηδεμονία, η Ελλάδα δεν έπαψε να εμπαίζεται «προφορικά» (με ωραία, παχιά και κούφια λόγια) αλλά και με πράξεις ή «παραλήψεις» από τους «μεγάλους» συμμάχους της πέραν του Ατλαντικού: και σήμερα (ας ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση) το πιο «φανταχτερό» και κάτω από τα μάτια μας παράδειγμα (και κανείς δεν μπορεί να πει το αντίθετο) είναι ο πολυπράγμων και πανταχού παρών πρέσβης Πάιατ που πλέκει παντού τα εγκώμια της αμερικανόφιλης Ελλάδας, αλλά πρακτικά, όπως αφειδώς διαπιστώνουμε, δεν μερίμνησε ποτέ να δοθεί στην Ελλάδα κανένα απτό, χειροπιαστό στοιχείο βοήθειας, όσο «ενθουσιασμένος» πολύ πρόσφατα δηλώνει πως είναι απ’ την ελληνο-αμερικανική «συνεργασία», βλ. μάλλον «προσήλωση» της Ελλάδας στα αμερικανικά συμφέροντα τόσο που έφτασε σε σημείο, χωρίς πια αιδώ, να περιγελάσει πάλι την Ελλάδα «χαιρετίζοντάς την» για την «εμβάθυνση των σχέσεων με τη Τουρκία»(!!).
Περιττά τα σχόλια, γιατί αλλιώς πολλά θα υπήρχαν να ειπωθούν. ‘Έτσι είναι βέβαιο πως η Ελλάδα δεν έμαθε ποτέ το μάθημα απ’ τις βαθιές απογοητεύσεις που υπέστη συνέχεια, δεκάδες χρόνια τώρα, εξαιτίας των πολιτικών, αλλά και οικονομικών και στρατιωτικών, «καμωμάτων» των φίλων Αμερικανών, όπως ειδικά στο θέμα της «λύσης» του σκοπιανού προβλήματος όπου, από το 1994 και μετά, όλη η μυστική διπλωματία των ΗΠΑ (αλλά και η φανερή, όπως η αναγνώριση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», εκκωφαντικά «ξεχνώντας» την, πριν από πολύ λίγα χρόνια, δέσμευση του Κλίντον!) εργάστηκε κατά της Ελλάδας και υπέρ των Σλάβων Σκοπιανών, άσχετα κι αν από καλά λόγια που μας «πάσαρε» και από πρόθυμες «υποστηρίξεις» που υποσχέθηκε προς όφελος της Ελλάδας μπουχτίσαμε και βαρυστομαχιάσαμε, όχι χωρίς να σιχαθούμε κιόλας.
Για να μη μιλήσουμε και για το «τουρκικό» που πονάει, στο οποίο η Ελλάδα εν σχέση με την Τουρκία, δεν έλαβε ποτέ τίποτα το ουσιώδες και κερδοφόρο από τους Αμερικανούς οι οποίοι και βάσεις (αρκετές) πήραν και πολλές ελληνικές υποχωρήσεις χαίρονται.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα προστατεύει τα Σκόπια: Ισχύει ή είναι «φούσκα»; Παρεμπιπτόντως, αλήθεια, τώρα που η Τουρκία πήρε τα S-400 απ’ τη Ρωσία, γιατί και η Ελλάδα να μη ζητήσει να τα πάρει και εκείνη, σαν δίκαιο αντιστάθμισμα, έτσι όπως τα πήραν οι Τούρκοι;! Τι, είναι υποδεέστερη απ’ τη Τουρκία; Ή μάλλον πιο «βολική» και μαλθακή και προβλέψιμη;
Αλλά τουλάχιστον να πάρει τα «περίφημα» F-35 των, στο κατά Πάιατ «ευαγγέλιο», παντοτινών φίλων Αμερικανών, τα οποία ήδη διαθέτουν σχεδόν οι πλείστοι των Ευρωπαίων νατοϊκών, λιγότερο φίλοι των Αμερικανών απ’ τους Έλληνες. Ή μήπως υπάρχει κάποιος που θεωρεί ότι για τις ΗΠΑ, ιστορικά, η Ελλάδα είναι πιο πολύτιμη απ’ τη Τουρκία;
Αλλά για να επανέλθουμε στο «σκοπιανό», τώρα «πρώην» αλλά πάντα και για πάντα επίκαιρο, όλα εκείνα τα υποσχόμενα ή υπονοούμενα «σημαντικά» και «καθοριστικά» αμερικάνικα διαβήματα προς τις σκοπιανές ηγεσίες ώστε αυτές «να καταλάβουν το λάθος τους», τίποτα άλλο για την Ελλάδα δεν υπήρξαν παρά φρούδες ελπίδες (μήπως οι ελληνικές ηγεσίες πιστεύανε πραγματικά στην αμερικανική προσδιοριστική βοήθεια;!), αλλεπάλληλες διαψεύσεις και ουσιαστικά (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους) ένας απεριόριστος εμπαιγμός που τελικά βρήκε τον σκοπό του στην φονική για την ελληνική Μακεδονία «Συμφωνία των Πρεσπών» στους φιλόξενους Ψαράδες.
Διερωτόμαστε τότε τί άραγε άλλαξε απ’ τη πρόταση Νίμιτς του 2005 ως τη πρόταση Νίμιτς του 2018; Το 2005 η Ελλάδα κατόρθωσε και απέρριψε τη πρόταση! Γλύτωσε το πνεύμα και την ουσία της λέξης «Μακεδονία». Το 2018 η πρόταση έγινε δεκτή σαν ουρανοκατέβατη θεραπεία για πάσα νόσο και πάσα μαλακία, προπαντός για το δεύτερο. Βεβαίως και το 2005 η αμερικανική «φιλία» και «μοναδική στρατηγική σχέση» με την Ελλάδα – τότε που η Ελλάδα είχε πραγματικά ανάγκη από τη μεγαλύτερη, «σοβαρά» αληθινή υποστήριξη εκ μέρους των ΗΠΑ – δεν ήταν ακόμη μια φορά παρά ένα πυροτέχνημα , ένα τεράστιο flop, μιας και η πεποίθηση των Αμερικανών για την Ελλάδα και τους Έλληνες ήταν (όπως συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι) ότι πρόκειται για μια χώρα «που δεν μπορεί να κάνει» χωρίς τα κούφια αμερικανικά λόγια, μαζοχιστικά και επαναληπτικά, και ότι πάντα θα κάθεται να τα ακούει και θα χαίρεται που ένας τόσο «μεγάλος» σύμμαχος της τα λέει τόσο γενναιόδωρα, και επιπλέον χωρίς ανταλλάγματα.
Δεν ξέρω κατά πόσο η χρονικά επόμενη διαπραγματευτική και πολιτική «κίνηση» που είχε πραγματοποιήσει η Ελλάδα (Κώστας Καραμανλής, 2008) με το να θέσει επί τάπητος η ίδια την ύπαρξη ενός γεωγραφικού «διαχωρισμού» της Μακεδονίας, στην ουσία την ύπαρξη μιας «ελληνικής Μακεδονίας» και μιας «μη ελληνικής Μακεδονίας», αμφότερες ως απλά «μέρη» μιας υπάρχουσας δήθεν συνολικής γεωγραφικής Μακεδονίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως τοποθέτησε την «υπόθεση» του «σκοπιανού προβλήματος» σε σωστές βάσεις με προοπτική μια δίκαια λύση. Μάλλον βοήθησε μόνο τους Σκοπιανούς.
Γεγονός είναι πως εκείνο το ίδιο 2008 ο Νίμιτς για πρώτη φορά προτείνει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Από τότε αυτό θα είναι και το leit motiv του: ο Καραμανλής τον ενέπνευσε! Και το 2009 για πρώτη φορά πρότεινε το «Βόρεια Μακεδονία». Σύμπτωση;
Τώρα, για να θυμηθούμε πώς έχουν «πραγματικά τα πράγματα» και όχι πώς κάποιοι επιτήδειοι τα σκαρφίστηκαν εις βάρος της αλήθειας, είναι απόλυτα σίγουρο, πως όλο αυτό το «σχέδιο» σλαβικού μακεδονισμού» ξεκίνησε από μια τελείως, και ηθελημένα, λανθασμένη βάση, από έναν τελείως παρανοϊκό συλλογισμό. Το αποτέλεσμα: tout court και ξεδιάντροπα «μετατέθηκε» στον 21ο αιώνα σαν ένα ζόμπι μια γεωγραφική και εθνολογική κατάσταση που υπήρχε πριν από 2300 χρόνια στη περιοχή, σαν να υπήρχαν ακόμη μετά από 23 αιώνες τα ίδια ανθρώπινα, πολιτικά, πολιτιστικά, γλωσσολογικά και ιστορικά στοιχεία και πραγματικότητες!
Είναι σαν να λέγαμε σήμερα ότι στο Ιράκ υπάρχει η ίδια γεωγραφική Μεσοποταμία που υπήρχε πριν από 4000 χρόνια! Ό, τι πιο παράλογο. Για να γελάνε και οι κότες. Ναι, σωστά, ό, τι πιο βλακώδες, αλλά για τους αναζητούντες έναν πολιτισμό Σκοπιανούς, ομολογουμένως «εντυπωσιακό», ωστόσο troppo bello per esser vero, όπως λέμε στην Ιταλία. Κάτι τελικά το αποδεδειγμένα απίθανο και εξωφρενικό, όσο καλή τη πίστη κι αν θέλαμε να είμαστε.
Και κάτι που αναπόδεικτα θεωρίες μερικών «επιστημόνων» και κυρίως των άμεσα ενδιαφερόμενων νότιο-σλάβων ξεκάρφωτων Σκοπιανών είχαν «εφεύρει» και ανέκαθεν προσπάθησαν να στερεώσουν μόνο για οπορτουνιστικούς και ωφελιμιστικούς σκοπούς, όπως περίτρανα είχε αποδείξει «επώνυμα» ο «στρατάρχης» Τίτο. Ως είναι γνωστόν, στην βαλκανική χερσόνησο και πέραν αυτής, στα βόρεια και ανατολικά, βρίσκονται όλες οι χώρες του σλαβικού τόξου. Και όλοι γνωρίζουμε πως όλες αυτές οι χώρες, εκτός από μια, διαθέτουν μια συγκεκριμένη εθνοτική και φυλετική ταυτότητα και μια σίγουρη και διατυπωμένη ιστορική οντότητα, μερικές απ’ αυτές κιόλας από τον 12ο αιώνα. Όλες διαθέτουν μια δική τους Ιστορία, μια εδαφική πραγματικότητα και μια εθνική προσωπικότητα, όλες πλην μιας που πολύ απλά είναι ο χώρος με πρωτεύουσα τα Σκόπια, ο τελευταίος σλαβικός χώρος που «ανεξαρτητοποιήθηκε» από τους άλλους γύρω αλλά και μια χώρα όπου, όσο κι αν θέλαμε να ψάξουμε, δεν βρίσκουμε καμία ιστορικο-ανθρωπολογικο-εθνική παγίωση, καμία σύνδεση με παλιές κρατικές συστάσεις μέσα σε κάποια χωρικο-εθνοτική ξεχωριστή εξέλιξη.
Οι πληθυσμοί γενικά των Σκοπιανών ποτέ δεν συγκρότησαν ένα ομοιογενές έθνος, ποτέ δεν είχαν ένα διακεκριμένο, δομημένο παρελθόν έθνους με όνομα και χωριστή ιδιαιτερότητα. Υπήρξαν πάντα ένα μείγμα Σέρβων (άλλωστε η περιοχή τους δεν ονομαζόταν και Κάτω ή Νότια Σλάβια;) και Βουλγάρων (άλλωστε η γλώσσα των Σκοπιανών δεν είναι ένα ακριβές αντίγραφο της βουλγάρικης;), τραβηγμένοι μια απ’ τους Σέρβους (με την σαφή Ιστορία τους), μια απ’ τους Βούλγαρους (κι αυτοί με την αποδεδειγμένη Ιστορία τους).
Εν τέλει οι «Σκοπιανοί» ήταν οι μόνοι Σλάβοι σέρβο-βούλγαροι οι οποίοι δεν είχαν καμία δική τους Ιστορία, κανένα ιδιαίτερο παρελθόν, αλλά μόνο ένα παρόν που εξαρτώταν από την υπερίσχυση των Σέρβων ή των Βουλγάρων. Την παντελή έλλειψη ιστορικής ταυτότητας σχεδίασαν να την «καλύψουν» (και με το παραπάνω, για ένα «γόητρο» που να ξεπερνά τους παλιούς αφέντες τους Σέρβους και Βουλγάρους) «εφευρίσκοντας» την ύπαρξη, στα εδάφη τους, ακόμη και σήμερα, μετά από 2300 χρόνια(!), ενός κομματιού από την αρχαία ελληνική Μακεδονία του 4ου αιώνα π.Χ.
Και αυτό το «κομμάτι» το βάφτισαν «Σλαβομακεδονία», όταν δεν μπορεί πια κανείς να ισχυριστεί (στον 21ο αιώνα, αλλά και πριν) χωρίς να γίνεται γελοίος και να λέει μπούρδες, ότι υπάρχει «εν ζωή» στη σκοπιανή περιοχή ένα γεωγραφικό τμήμα του μακεδονικού βασιλείου με όνομα «Μακεδονία» και όταν ακριβώς αυτό το ίδιο τμήμα γεωγραφικό όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και ανθρωπολογικά, πολιτικά, ιστορικά και γλωσσολογικά απ’ τον 7ο αιώνα μ.Χ. έγινε αναπόσπαστο κομμάτι και προέκταση της ολιστικής σλαβικής οντότητας που επικράτησε στον χώρο εκείνο απ’ άκρη σε άκρη.
Κι ας μην αναφερθούμε στο άκρον άωτον της γελοιότητας της λεγόμενης «Μακεδονίας του Πιρίν», του γελοιοδέστατου λιλιπούτειου κομματιού αρχαίας Μακεδονίας. Ευτυχώς που η γελοιότητα δεν… σκοτώνει, γιατί αλλιώς…
Έτσι λοιπόν πιστεύω πως ο γεωγραφικός διαχωρισμός μιας δήθεν «απομένουσας», το 2008 (Καραμανλής) και το 2018 (Τσίπρας/Κοτζιάς), Μακεδονίας σε σλαβικό έδαφος όχι μόνο είναι απόλυτα μη ρεαλιστικός, για φαντασιόπληκτους, αλλά επιπλέον έριξε άφθονο νερό στον μύλο των απόλιδων Σκοπιανών, οι οποίοι, χωρίς να το κάνουν επίτηδες, βρέθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ υποστηριζόμενοι από τους ίδιους Έλληνες, άσχετο κι αν, όπως αυτοί συνηθίζουν να κάνουν προσδοκώντας μεγαλύτερα κέρδη, αρχικά και πονηρά τον απέρριψαν με την κρυφή επιδίωξη επίτευξης καλύτερων συνθηκών, όπως όντως και έγινε το 2018, επιβραβεύοντάς τους χάρη στην «γενναιοδωρία» της ελληνικής κυβέρνησης.
Επομένως, οποιαδήποτε «σύνθετη» ονομασία στην οποία θα βρίσκεται και η λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγό της πιστεύω πως είναι και καταχρηστική και παράνομη και απαράδεκτη και καταδικαστέα και απορριπτέα, απλώς και μόνο γιατί η χρήση (στα σλάβικα ή αγγλικά, δεν ενδιαφέρει) αυτού του ιστορικά ελληνικού ονόματος από κάποιον μη Έλληνα μεταφέρει οπωσδήποτε τάσεις και απαιτήσεις αλυτρωτικού και διεκδικητικού περιεχομένου με χρονικό όριο το σήμερα ή το αύριο ή και το μεθαύριο, και ακόμη περισσότερο όταν συνοδεύεται επιπλέον με την δυνατότητα χρήσης διεθνώς του επιθέτου «μακεδονικός», χωρίς κανέναν ιδεολογικό προσδιορισμό, όπως γίνεται σήμερα, αν δεν απατώμαι και οι Έλληνες…τσιμουδιά…
Κατά τα άλλα, είναι αναμφισβήτητο (και όλα τα μετέπειτα γεγονότα το επιβεβαιώνουν) πως η καραμανλική τοποθέτηση του 2008 μόνο θεωρητικά και με πολύ «στο περίπου» θα μπορούσε να ρίξει στο κενό την «σκευωρία» του Νίμιτς εάν αυτός ο ίδιος συνέχιζε να θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα το «πρόγραμμά» του, όπως και έκανε. Διότι το να θεωρείται, και να είναι η σκοπιανή επικράτεια όχι η συνολική «Μακεδονία», αλλά μόνο μια «μερική Μακεδονία», δεν θα ακύρωνε καθόλου το μόνιμο σκοπιανό αφήγημα (τότε, αλλά όχι λιγότερο και τώρα, έστω και με λεκτικά «κόλπα») ότι η επικράτειά του είναι και είναι μόνο Μακεδονία, ότι η μόνη γλώσσα του είναι η «μακεδονική» (και έτσι μάθαμε πως στην «Μακεδονία» μιλούν και μια απίθανη γλώσσα που ονομάζεται «μακεδονική») και ότι στη «Μακεδονία» υπάρχει και μια εθνότητα, ένα «έθνος»(!) που ονομάζεται «μακεδονικό» και το οποίο άλλο δεν είναι παρά η σκοπιανή «σλαβική εθνότητα» της Jugo-slavija, Νότιας-σλάβιας!
Και αναφορικά με αυτή την μακεδονική «γλώσσα φάντασμα», δεν θα ήταν κακό να θυμηθούμε πώς την αξιολύπητη και ψευδώνυμη δήλωση των Κοτζιά και Κουρουμπλή ότι η Ελλάδα είχε δήθεν αναγνωρίσει στον ΟΗΕ, κιόλας από το 1977, την «μακεδονική γλώσσα», ήρθε και κατατρόπωσε με αποφασιστικό τρόπο ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης (tanea.gr και SKAI) διαψεύδοντας τους δυο υπερόπτες και απατηλούς υπουργούς, όταν εξήγησε πως τότε, το 1977, στην Διάσκεψη του ΟΗΕ στην Αθήνα «το μόνο θέμα που συζητήθηκε… ήταν ο μεταγραμματισμός με λατινικούς χαρακτήρες των τοπωνυμίων διαφόρων χωρών μεταξύ των οποίων και των Σκοπίων» και «δεν ετέθη ποτέ θέμα αναγνώρισης της γλώσσας των Σκοπίων ως «Μακεδονικής».
Μένει ασφαλώς το απαράδεκτο, για να μη πω κάτι βαρύτερο όπως θα ταίριαζε, των δυο ανώτατων κομματικών και κυβερνητικών αξιωματούχων στη προσπάθεια τους να αλλοιώσουν ύπουλα ένα διεθνές σημαντικό γεγονός απλά και μόνο για να ευνοήσουν την αντίπαλη πλευρά υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα έως το μηδέν την ελληνική τοποθέτηση.
Επ’ αυτού και παρενθετικά χρειάζεται να δώσω πάλι εδώ την απολύτως βαρύνουσα επιστημονική θέση του κ. Μπαμπινιώτη; Ναι, αξίζει: «άλλο πράγμα είναι πώς ονομάζουν από το 1940 οι Σκοπιανοί τη γλώσσα τους, ψευδώνυμα ως «μακεδονική» και άλλο να την αναγνωρίσουμε εμείς επισήμως με αυτό το όνομα, αποδεχόμενοι έτσι την προϋπόθεση μιας ψευδούς ταυτότητας».
Τόσο καθαρά θα ήταν τα πράγματα αν οι πολιτικοί με συμπαιγνίες και ψέματα δεν εξαπατούσαν ασύστολα ημέτερους και υμέτερους για να πετύχουν ανομολόγητους σκοπούς. Βέβαια, μακάρι η προσέγγιση Καραμανλή να είχε σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη απ’ τους Σκοπιανούς των «φαντασιώσεών» τους με επίκεντρο το «μακεδονικό ον». Δεν έγινε όμως αυτό και, με την ακραία επιμονή του Νίμιτς (ο οποίος πανηγυρικά επιβραβεύτηκε επί Τσίπρα δέκα χρόνια μετά) στη διατήρηση όλων των ευνοϊκών του για τα Σκόπια όρων, τελικά έγινε εκείνο που λέμε πάλι στην Ιταλία: chi la dura, la vince, δηλαδή «όποιος βαστάει γερά, νικά».
Έτσι, με ισχυρό και επιβλητικό αρωγό τον αναπόσπαστο αμερικανικό παράγοντα, που ήθελε οπωσδήποτε να «κλείσει» τη σκοπιανή εκκρεμότητα ώστε να μπορέσει να εισχωρήσει για τα καλά και σε ετούτη τη χώρα, στρατηγικός κόμβος για «να «χωθεί» ακόμη περισσότερο στο μάτι της Ρωσίας» αποκλείοντάς την από όποια διάθεση εισόδου στα νότια Βαλκάνια, η Ελλάδα το 2018 έκανε επακριβώς και ακόμη χειρότερα εκείνο που προνοούσε το σχέδιο Νίμιτς κιόλας από το 2005 και 2008.
Όσο για τον Νίμιτς, από την απόλυτη πτώχευση στην υπερεικοσαετή μεσολαβητική του πορεία πέρασε ξαφνικά (όλα έγιναν τόσο βιαστικά, για καμία αντίδραση, έτσι δεν είναι;!) στην απόλυτη δόξα του πετυχημένου μεσολαβητή με την εκτεταμένη νίκη των Σκοπιανών και την ταπεινωτική ήττα των Ελλήνων που παραχώρησαν τα πάντα υποστηρίζοντας την ανούσια δικαιολογία πως δήθεν άλλη είναι η αρχαία ελληνική Μακεδονία (που δεν υπάρχει πια) και άλλη η σύγχρονη σλαβική Μακεδονία που υπάρχει και βεβαίως μονοπώλησε διεθνώς το όνομα «Μακεδονία», με ένα ακόμη πιο βλακώδες γεωγραφικό προσδιοριστικό «Βόρεια» που κιόλας τώρα, μόλις μερικοί μήνες μετά τις Πρέσπες, άρχισε να ατονεί και να ακούγεται όλο και λιγότερο.
Και πολύν πιθανόν στο μέλλον θα ακούγεται ακόμη λιγότερο! Όπερ έδει δείξαι!
(*) Ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο είναι Ελληνιστής, συγγραφέας Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.
Πηγή: Μια «ιστορία αγρίων»: Το λεγόμενο «Σκοπιανό» και η τραγική αποτυχία του πολιτικού κόσμου https://hellasjournal.com/2019/07/mia-istoria-agrion-to-legomeno-skopiano-kai-i-tragiki-apotychia-toy-politikoy-kosmoy/