Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

To Ισραήλ, ο αντισημιτισμός και ο πρώην πρόεδρος Τζίμι Καρτερ

Η προσπάθεια σπίλωσης ενός πολιτικού με την κατηγορία του αντισημιτισμού, όπως αυτή που επιχειρείται ενάντια στον Τζέρεμι Κόρμπιν, δεν είναι καινούργια. Το 2007 έγινε μια αντίστοιχη ενάντια στον πρώην πρόεδρο των Δημοκρατικών, Τζίμι Κάρτερ.

«Πώς είναι δυνατόν να κατόρθωσε να γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αυτός ο άνθρωπος;», αναρωτιέται στο κύριο άρθρο της η «New York Post», στις 15 Ιανουαρίου του 2007. Διαβάζοντας αυτή τη φράση, κάθε μη ιδιαίτερα ενημερωμένος αναγνώστης νομίζει ότι η εφημερίδα, που ανήκει στον όμιλο του Ρούπερτ Μέρντοχ, επιτίθεται στον Τζορτζ Μπους. Κι όμως, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. «Από αποτυχημένος πρόεδρος, μετατράπηκε σε φίλο των αριστερών τυράννων και σε μανιώδη διώκτη οποιουδήποτε μπορεί να αντιπροσωπεύει τα θεμιτά συμφέροντα της Αμερικής». Μα ποιος είναι αυτός ο πρόεδρος, «ο σύμβουλος δημοσίων σχέσεων του μακαρίτη Γιάσερ Αραφάτ», «ο άνθρωπος που δαιμονοποιούσε το Ισραήλ» και ο οποίος, επιπλέον, «δικαιολογούσε τις μαζικές εκτελέσεις»; Η απάντηση είναι: Ο Τζίμι Κάρτερ. «Ξεπέρασε τα όρια», αγανακτεί η «New York Post» και ζητάει από το Δημοκρατικό Κόμμα να αντιδράσει σε οποιαδήποτε δήλωση πραγματοποιήσει ο πρώην ένοικος του Λευκού Οίκου.
Μα τι έκανε λοιπόν ο πρώην πρόεδρος (1977-1981) για να του αξίζει τέτοια αντιμετώπιση; Έγραψε ένα βιβλίο, το «Palestine: Peace not Apartheid». Στις σελίδες του δηλώνει ότι, αν συνεχιστεί η καταστολή στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, αν το Ισραήλ δεν δεχθεί να διαπραγματευτεί την ύπαρξη ενός παλαιστινιακού κράτους, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ, «όπου δύο λαοί θα ζουν στην ίδια χώρα, αλλά τελείως αποκομμένοι μεταξύ τους, με τους Ισραηλινούς να βρίσκονται σε κυρίαρχη θέση και να στερούν, με κατασταλτικό και βίαιο τρόπο, τους Παλαιστινίους από τα πλέον θεμελιώδη δικαιώματά τους». Η Anti-Defamation League (Λίγκα Ενάντια στη Συκοφαντία – εβραϊκή οργάνωση) απάντησε με πληρωμένες καταχωρίσεις σε διάφορες εφημερίδες, κατηγορώντας τον συγγραφέα του βιβλίου για αντισημιτισμό.
Ο Κάρτερ απάντησε ότι αναφερόταν στις επιπτώσεις της κατάστασης στην Παλαιστίνη και όχι στην Ισραηλινή Δημοκρατία. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκριση προκάλεσε την οξύτατη κριτική ενός τμήματος της εβραϊκής κοινότητας της Αμερικής, η οποία, όπως και η Anti-Defamation League, εξομοιώνει οποιαδήποτε κριτική της πολιτικής του Ισραήλ με τον αντισημιτισμό. Οι συνέπειες ήταν άμεσες: το Δημοκρατικό Κόμμα συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις της «New York Post». Ο Χάουαρντ Ντιν, πρόεδρος του κόμματος, και η Νάνσι Πελόζι, Δημοκρατική πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, αποστασιοποιήθηκαν από τον Κάρτερ. Η υπόθεση τους ενοχλεί, καθώς τους υποχρεώνει να τοποθετηθούν για τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και στους Παλαιστίνιους εν μέσω προεκλογικής περιόδου.
Το αναγνωστικό κοινό, όμως, δεν έχει την ίδια γνώμη: αρκετούς μήνες μετά την έκδοσή του, το βιβλίο συνέχισε να κάνει καλές πωλήσεις. Ο Χένρι Ζίγκμαν, αμερικανός πολιτικός αναλυτής και διευθυντής του Middle East Project, εκτιμά ότι πρόκειται για ένα έντιμο έργο, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες. Όσο για τον πανικό που προκάλεσε, «αποκαλύπτει την άγνοια του πολιτικού κόσμου, τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικάνων, σχετικά με τη σύρραξη ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους» (1).
Ο Κάρτερ, ο οποίος είχε επιτύχει την προσέγγιση των θέσεων Ισραήλ και Αιγύπτου ενόψει της υπογραφής της συμφωνίας του Καμπ Ντέιβιντ (1978) για την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη χερσόνησο του Σινά, περιγράφει στο βιβλίο του τις αναμνήσεις του από το ταξίδι και από τις επαφές του με τους ηγέτες της περιοχής πριν από 30 χρόνια. Παρουσιάζοντας μια διδακτική εξήγηση της σύγκρουσης, πραγματοποιεί μια ισορροπημένη ανακεφαλαίωση των ειρηνευτικών προτάσεων που έχουν διατυπωθεί, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη ενός κράτους για καθεμιά από τις δύο κοινότητες και την παροχή ικανοποιητικών εγγυήσεων για την ασφάλεια του Ισραήλ. Όποιος διαβάσει το βιβλίο χωρίς προκαταλήψεις, διαπιστώνει ότι, ναι μεν ασκεί κριτική στην πολιτική των κυβερνήσεων του Τελ Αβίβ, αλλά δεν είναι εχθρικό προς αυτή τη χώρα, αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζονται οι διώκτες του.
Ο Κάρτερ υποστηρίζει ότι όσο συνεχίζεται η ισραηλινή καταστολή, θα υπάρχει τρομοκρατία. Την εποχή του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», η δήλωση αυτή είναι σκανδαλώδης. Υπογραμμίζει επίσης ότι «ο εποικισμός και ο συνεχής έλεγχος των παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ υπήρξαν τα σημαντικότερα εμπόδια για την επίτευξη μιας ευρύτατης ειρηνευτικής συμφωνίας στους Αγίους Τόπους». Χωρίς να ξεχνάει να καταδικάσει την παλαιστινιακή τρομοκρατία -ανεπαρκώς, όμως, σύμφωνα με τον Ήθαν Μπρόνερ, κριτικό της «New York Post» (2)- ο Κάρτερ προσθέτει ότι, από την εποχή της συμφωνίας του Καμπ Ντέιβιντ, η ευθύνη για το μπλοκάρισμα των ειρηνευτικών διαδικασιών βάρυνε κυρίως τις ισραηλινές κυβερνήσεις. Πράγματι, αναφέρει πως ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν υπήρξε ο πρώτος που αρνήθηκε την εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας, για παράδειγμα το σεβασμό των ψηφισμάτων 242 και 338 του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που απαγορεύουν τη βίαιη ιδιοποίηση εδαφών, απαιτούν την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, καθώς και την «αναγνώριση του παλαιστινιακού λαού ως ξεχωριστή πολιτική οντότητα, με δικαίωμα να καθορίζει το μέλλον της».
Εξάλλου, επαναλαμβάνει τις θέσεις σύμφωνα με τις οποίες κατά τη διάρκεια μιας μεταγενέστερης διάσκεψης κορυφής, και πάλι στο Καμπ Ντέιβιντ, ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, τον ισραηλινό πρωθυπουργό Εχούντ Μπάρακ και τον Γιάσερ Αραφάτ (11-24 Ιουλίου 2000), δεν προτάθηκε τίποτα το συγκεκριμένο στον παλαιστίνιο ηγέτη για την οικοδόμηση κράτους. Συνεπώς, θα ήταν ψευδές να ισχυριζόμαστε ότι ο παλαιστίνιος πρόεδρος μπλόκαρε τις διαπραγματεύσεις, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο τελείως ανεκμετάλλευτη μια μεγάλη ευκαιρία. Ο Κάρτερ αποδοκιμάστηκε εντονότατα από τον Ντένις Ρος, τον ειδικό απεσταλμένο του Κλίντον στη Μέση Ανατολή (3). Ωστόσο, η άποψή του υποστηρίχθηκε κι από άλλους ειδικούς (4).
Ο Κάρτερ παρατηρεί: «Υπάρχει ένα γενικευμένο συναίσθημα στον αραβικό κόσμο και την Ευρώπη, το οποίο όμως δεν γίνεται αισθητό στις Ηνωμένες Πολιτείες, σχετικά με το γεγονός ότι η κυβέρνησή μας δεν λαμβάνει υπόψη την οδύνη των Παλαιστινίων. Και δεν είναι υποχρεωτικό να αντιτίθεται κανείς στο Ισραήλ για να προστατεύσει το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ζουν στη γη τους ειρηνικά, χωρίς να είναι υποδουλωμένοι σε μια κατοχική δύναμη» (5). Δηλώσεις τέτοιου τύπου είναι συνηθισμένες στην Ευρώπη και στον αραβικό κόσμο, κάπως σπάνιες, όμως, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρώην πρόεδρος και διευθυντής του Κέντρου Κάρτερ για την έρευνα σχετικά με την ειρήνη και τις συγκρούσεις προσθέτει επίσης ότι η κυβέρνηση Μπους εγκατέλειψε τους Παλαιστινίους στην τύχη τους και υπενθυμίζει ότι το Ισραήλ μπλοκάρει τις δυνατότητες για την επίτευξη μιας συμφωνίας. Η άρνηση των κυβερνήσεων Μπους και Ολμέρ να διαπραγματευτούν με τον παλαιστινιακό συνασπισμό Χαμάς και Φάταχ τον Μάρτιο του 2007 επιβεβαίωσε με δραματικό τρόπο αυτή την πραγματικότητα.
Μετά τις σφοδρές επιθέσεις που δέχτηκε για την αναφορά του στο απαρτχάιντ, ο Κάρτερ επανήλθε στις θέσεις του δηλώνοντας: «Η εναλλακτική λύση της ειρήνης είναι το απαρτχάιντ, όχι στο εσωτερικό του Ισραήλ -το επαναλαμβάνω- αλλά στη Δυτική Όχθη, στη Γάζα, στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, στο παλαιστινιακό έδαφος. Σε αυτή τη ζώνη το απαρτχάιντ υπάρχει ήδη, με την πλέον περιφρονητική μορφή του, καθώς οι Παλαιστίνιοι στερούνται τα στοιχειωδέστερα δικαιώματά τους» (6). Ο Κάρτερ επιμένει σε τρεις όρους για την επίτευξη της ειρήνης στην περιοχή: εγγυήσεις για την ασφάλεια του κράτους του Ισραήλ, τερματισμός της βίας των Παλαιστινίων και αναγνώριση από το Ισραήλ του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων μέσα στα σύνορα που υπήρχαν πριν από το 1967.
Ο Κάρτερ θεωρεί ότι η ζωή στη Δυτική Όχθη για τους Παλαιστίνιους είναι «πιο καταπιεσμένη» απ’ ό,τι ήταν για τον μαύρο πληθυσμό της Νότιας Αφρικής: από οικονομική άποψη, το Ισραήλ εξαρτάται ολοένα και λιγότερο από το παλαιστινιακό εργατικό δυναμικό λόγω του μεταναστευτικού κύματος από άλλες χώρες. Σαν το απαρτχάιντ Η κατοχή της Γάζας και της Δυτικής Όχθης κινητοποιεί περισσότερες δυνάμεις ασφαλείας απ’ όσες χρησιμοποιούσε το καθεστώς της Νότιας Αφρικής. Τέλος, οι Ισραηλινοί έποικοι έχουν καταλάβει τη γη των Παλαιστινίων και, για να επιτευχθεί η ασφάλεια της ζωής τους και των υποδομών τους, το ισραηλινό κράτος έχει αναπτύξει ένα πολύ εξελιγμένο σύστημα ελέγχου των Παλαιστινίων.
Σε μακροσκελές άρθρο του, ο Ζόζεφ Λέλιβελντ, μέχρι πρόσφατα εκτελεστικός διευθυντής των «New York Times» και πρώην ανταποκριτής στη Νότια Αφρική, εκτιμά ότι ο Κάρτερ έκανε περιορισμένη χρήση της έννοιας του απαρτχάιντ όταν την εφάρμοσε στο ισραηλοπαλαιστινιακό πρόβλημα, εστιάζοντας στο διαχωρισμό των Ισραηλινών από τους Παλαιστίνιους και στο σφετερισμό της γης τους από το κράτος του Ισραήλ. Κατά τη γνώμη του, το πρόβλημα είναι κατά πολύ σοβαρότερο και οι ομοιότητες ανάμεσα στο απαρτχάιντ και στο ισραηλινό σύστημα πολύ περισσότερες.
Συγκρίνοντας τις δύο καταστάσεις, ο Λέλιβελντ παρατηρεί ότι, αναλογικά, το Ισραήλ έχει ιδιοποιηθεί τόσα εδάφη όσα και το ρατσιστικό καθεστώς της Νότιας Αφρικής. Τον καιρό του απαρτχάιντ υπήρχε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα αδειών που αποσκοπούσε στη ρύθμιση των μετακινήσεων των ατόμων ανάλογα με το νομικό καθεστώς στο οποίο ανήκαν. Το Ισραήλ επιβάλλει σήμερα παρόμοιο σύστημα για να κατατάξει τον πληθυσμό σε κατηγορίες και για να ελέγξει τις μετακινήσεις των Παλαιστινίων. Ο ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας «Guardian» στην Ιερουσαλήμ, Κρις Μακ Γκριλ, προσθέτει ότι «υπάρχουν ελάχιστα μέρη στον κόσμο στα οποία οι κυβερνήσεις καταρτίζουν σειρά νόμων για τις εθνικότητες και τις κατοικίες, σχεδιασμένους κατά τρόπο ώστε να χρησιμοποιούνται από το ένα τμήμα του πληθυσμού ενάντια στο άλλο. Η Νότια Αφρική ήταν το ένα. Το Ισραήλ είναι το άλλο» (7).
Ο Κρις Μακ Γκριλ υπήρξε επίσης ανταποκριτής της «Guardian» στη Νότια Αφρική επί δέκα χρόνια. Οι συγκρίσεις που κάνει ανάμεσα στις πλευρές της κυριαρχίας των Ισραηλινών πάνω στους Παλαιστίνιους κι εκείνες του απαρτχάιντ επιβεβαιώνουν τις ομοιότητες, όχι μόνο όσον αφορά τις μορφές καταπίεσης αλλά και τις μορφές οδύνης που προκαλούν. Για παράδειγμα, οι δημόσιες υπηρεσίες που προσφέρει ο δήμος της Ιερουσαλήμ είναι συχνά καλύτερες όταν πρόκειται για Ισραηλινούς απ’ ό,τι για Άραβες που ζουν στο τμήμα της πόλης που έχει προσαρτηθεί στο Ισραήλ. Λίγο μετά τη δημοσίευση στην «Guardian» των άρθρων όπου πραγματοποιούσε αυτή τη σύγκριση και παρουσίαζε τις μεγάλες ομοιότητες, σε στρατιωτικό επίπεδο, ανάμεσα στο καθεστώς του απαρτχάιντ και στο Ισραήλ, το Committee for the Accuracy in Middle East Reporting in America (Camera) τον κατηγόρησε ότι ψευδόταν και πλαστογραφούσε τα γεγονότα για να πλήξει το κύρος του Ισραήλ (8).
Στην πραγματικότητα, η κατηγορία που απευθύνεται στο Τελ Αβίβ για τη δημιουργία ενός συστήματος που θυμίζει το απαρτχάιντ διατυπώνεται ολοένα συχνότερα ακόμα και στο εσωτερικό του ίδιου του Ισραήλ. Για όσους τηρούν κριτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση, όπως ο θαρραλέος δικηγόρος Ντάνιελ Σέιντμαν που υπερασπίζεται εδώ και χρόνια Παλαιστίνιους στηριζόμενος στους ισραηλινούς νόμους, και για τις οργανώσεις για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το γεγονός είναι προφανές. Διάφοροι συγγραφείς, εξάλλου, διερεύνησαν τα δύο σενάρια, το νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ και την ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών. Για παράδειγμα, το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ δημοσίευσε τρεις μελέτες για τη νοτιοαφρικανική διαδικασία διαπραγματεύσεων και μετάβασης σε νέο καθεστώς και για τα διδάγματα που θα μπορούσαμε να αποκομίσουμε, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε μια ειρηνευτική διαδικασία ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη (9).
Ο αποκλεισμός των Παλαιστινίων άρχισε το 1948 με την εκδίωξη 750.000 ατόμων από τη γη τους. Αυτή η πολιτική εξακολουθεί να εφαρμόζεται με διάφορα μέσα παρενόχλησης, αποσκοπώντας να τους εξαναγκάσει να παραιτηθούν από τον αγώνα τους για τη δημιουργία δικού τους κράτους, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους ή να μετατραπούν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας – σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η αποχώρηση των Ισραηλινών από τη Γάζα αντιστοιχούσε σε ένα είδος περικύκλωσης του πληθυσμού της για τον καλύτερο έλεγχό του. Σε ένα ιδιαίτερα τεκμηριωμένο βιβλίο, ο Ιλάν Παπ περιγράφει τις θεσμικές και τις κατασταλτικές μεθόδους που χρησιμοποιεί η χώρα του για να εκτοπίσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό και να τον μετατρέψει σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας (10). Τι είναι εθνοκάθαρση Προχωρώντας πολύ περισσότερο από τον αμερικανό πρώην πρόεδρο, ο Παπ θεωρεί ότι, εάν ο όρος «εθνοκάθαρση» σημαίνει «τη βίαιη εκδίωξη ατόμων από μια συγκεκριμένη περιοχή έτσι ώστε να ομογενοποιηθεί ένας πληθυσμός που είναι μικτός από εθνοτική άποψη», και εάν «ο στόχος είναι η εκδίωξη της πλειονότητας των κατοίκων με τη χρήση όλων των δυνατών μέσων», τότε το Ισραήλ εφαρμόζει την πρακτική της εθνοκάθαρσης εδώ και έξι δεκαετίες.
Η κατάσταση είναι καταστροφική, τόσο για τους Παλαιστίνιους όσο και για την ισραηλινή κοινωνία. Σε άρθρο της εβραϊκής επιθεώρησης «Tikkun», η οποία εκδίδεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναφέρεται ότι τα ιδανικά του σιωνισμού (να δημιουργηθεί ένα κράτος που θα προσφέρει καταφύγιο στην εβραϊκή κοινότητα ολόκληρου του κόσμου και το οποίο θα αποτελεί υπόδειγμα ελευθερίας) έχουν καταρρεύσει. Ο Ζέρομ Σλάτερ δηλώνει: «Το σιωνιστικό όνειρο έχει μετατραπεί σε εφιάλτη, αφενός γιατί το Ισραήλ είναι το πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο για τους Ισραηλινούς και, αφετέρου γιατί το “προπατορικό του αμάρτημα” υπήρξε η εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους» (11).
Η κριτική που διατύπωσε ο Κάρτερ στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες επαναλαμβάνεται, με περισσότερες λεπτομέρειες, στο πρόσφατο έργο του Αμερικανού, παλαιστινιακής καταγωγής, Ρασίντ Χαλίντι, ο οποίος υπήρξε κι αυτός θύμα συστηματικών επιθέσεων από τη στιγμή που κατέλαβε την έδρα Έντουαρντ Σαΐντ στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Μεσανατολικών Σπουδών του πανεπιστημίου (12). Στα τελευταία έργα του περιγράφει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική αντίληψη για τις αμερικανικές σχέσεις με τα κράτη της Μέσης Ανατολής και στον τρόπο με τον οποίο το Τελ Αβίβ και η Ουάσιγκτον εμποδίζουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους (13). Η «New York Post», η οποία τον κατηγόρησε για αντισημιτισμό το 2004, ισχυρίστηκε επίσης ότι η έδρα Έντουαρντ Σαΐντ εχρηματοδοτείτο από ορισμένες αραβικές κυβερνήσεις.
Η παρενόχληση της οποίας έπεσε θύμα ο Χαλίντι έχει μετατραπεί σε μια ολοένα συχνότερη πρακτική στις πανεπιστημιουπόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Διάφορες οργανώσεις, από τις οποίες πολλές είναι φοιτητικές, έχουν αναλάβει να ερευνούν τα λόγια και τα έργα των καθηγητών που χαρακτηρίστηκαν «αντισημίτες», όπως ο Χαλίντι, καθώς και να γυρίζουν ταινίες στις οποίες τους κατηγορούν και τους καταγγέλλουν. Το 2004, η οργάνωση της Βοστόνης The David Project, Center for Jewish Leadership γύρισε μια ταινία για τις δήθεν παρενοχλήσεις που υφίσταντο οι εβραίοι φοιτητές από τους καθηγητές Ζόζεφ Μάσαντ και Τζορτζ Σαλίμπα του Πανεπιστημίου Κολούμπια (14). Στην ιστοσελίδα του David Project υπάρχει μια επιλογή περισσότερων από 30 άρθρων που επικρίνουν το βιβλίο του Κάρτερ (15). Άλλες ομάδες και ιστοσελίδες έχουν αναλάβει την ανάλυση του έργου των οργανώσεων για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για να καταγγείλουν αυτό που θεωρούν αντισημιτικές πολιτικές ή οικονομική υποστήριξη στις παλαιστινιακές οργανώσεις.
Η Campus Watch, η οποία οργανώνει τη συστηματική καταγγελία των δηλώσεων που γίνονται στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και υποτίθεται ότι στρέφονται κατά του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, κατηγορεί τον Χαλίντι ότι δεν είναι αντικειμενικός (16). Σε ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε από τον ακροδεξιό αντιισλαμιστή Ντάνιελ Πάιπς, οι φοιτητές ενθαρρύνονται να παρέχουν πληροφορίες για τους καθηγητές τους (17). Όσον αφορά το ζήτημα της πανεπιστημιακής διδασκαλίας που στέκεται επικριτικά απέναντι στο Τελ Αβίβ, η ένταση οξύνθηκε πέρυσι, όταν δύο πανεπιστημιακοί με μεγάλο κύρος, ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις, εξέδωσαν ένα δοκίμιο στο οποίο υπογραμμιζόταν ότι οι «εβραϊκές ομάδες πίεσης» στις Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούσαν στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και ότι ο πόλεμος στο Ιράκ δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς το κλίμα που είχαν δημιουργήσει (18). Η αντίδραση υπήρξε σφοδρή.
Μερικούς μήνες αργότερα, ο Βρετανός πανεπιστημιακός Τόνι Τζουντ, διευθυντής του Remarque Institute (Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης), ειδικός στη μελέτη της σύγχρονης Ευρώπης, έπεσε επίσης θύμα μιας εκστρατείας που του απέδιδε αντισημιτικές θέσεις: Είχε υποστηρίξει ότι η μοναδική λύση στη σύρραξη της Μέσης Ανατολής ήταν η δημιουργία ενός Ισραηλοπαλαιστινιακού κράτους στο οποίο θα ενσωματώνονταν τα δύο έθνη (19). Ο Τζουντ, ο οποίος όταν ήταν νέος είχε φιλοϊσραηλινές απόψεις, θεωρείται σήμερα προδότης. Τον Οκτώβριο του 2006, η Anti-Defamation League άσκησε πιέσεις στο πολωνικό προξενείο της Νέας Υόρκης για να ακυρωθεί η διάλεξη που έμελε να δώσει στην Πολωνία. Η ακύρωση πυροδότησε εντονότατη κριτική. Ωστόσο, ο Τζουντ επανέλαβε… σε μεγάλη ισραηλινή εφημερίδα ότι το Ισραήλ διακινδύνευε το μέλλον του εάν συνέχιζε την καταστολή και την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών (20).

  1. Henry Siegman, «Hurricane Carter», «The Nation», Νέα Υόρκη, 22 Ιανουαρίου 2007.
  2. Ethan Bronner, «Jews, Arabs and Jimmy Carter», «The New York Times», 7 Ιανουαρίου 2007.
  3. Deniss Ross, «Don’t play with maps», «The New York Times», 9 Ιανουαρίου 2007.
  4. Βλέπε Hussein Agha και Robert Malley, «Camp David: the tragedy of errors», «The New York Review of Books», 9 Αυγούστου 2001. Tanya Reinhart, «Israel-Palestine. How to End the War of 1948», Seven Stories Press, Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 30-60. Alain Gresh, «Το αληθινό πρόσωπο του Εχούντ Μπαράκ».
  5. Συνομιλία ανάμεσα στην Άμι Γκούντμαν και τον Τζέιμς Κάρτερ στην εκπομπή Democracy Now!, 30 Νοεμβρίου 2006. Απομαγνητοφωνημένο κείμενο.
  6. Όπ.π.
  7. Chris McGreal, «Worlds Apart», «The Guardian», 6 Φεβρουαρίου 2006.
  8. 20 Φεβρουαρίου 2006, www.camera.org/index.asp?x_context=2&x_outlet=69&x_article=1082
  9. Yair Hirschfeld, Avivit Hai, Gary Sussman, «Learning from South Africa. Lessons to the Israeli-Palestinian Case», Friedrich Ebert Stiftung και Economic Cooperation Foundation, Χερτζλίγια (Ισραήλ), 2003.
  10. Ilan Pappe, «The Ethnic Cleansing of Palestine», Oneworld Publications, Οξφόρδη, 2006, σελ. 2-3.
  11. Jerome Slater, «The need not to know» (σύνοψη του βιβλίου της Tanya Reinhart, «The Road Map to Nowhere»), Tikkun, Ιανουάριος 2007, σελ. 65. www.tikkun.org. Η επιθεώρηση δημοσίευσε επίσης μια συνέντευξη του Κάρτερ: «Current Thinking», Ιανουάριος 2007.
  12. Rashid Khalidi, «The Iron Cage: The Story of the Palestinian Struggle for Statehood», Beacon Press, Βοστόνη, 2006.
  13. Rashid Khalidi, «Resurrecting Empire, Western Footprints and America’s perilous path in the Middle East», Beacon Press, Βοστόνη, 2004.
  14. Nathan R. Kleinfield, «Mideast tensions are getting personal on campus at Columbia», «The New York Times», 18 Ιανουαρίου 2005.
  15. https://www.davidproject.or
  16. Philip Kennicott, «The knowledge that doesn’t equal power», «The Washington Post», 13 Μαΐου 2004.
  17. www.campus-watch.org/article/id/2547 Βλέπε επίσης Joel Beinin, «Surveiller et informer», «Le Monde diplomatique», Ιούλιος 2003.
  18. John Mearsheimer και Stephen Walt, «The Israeli lobby», «The London Review of Books», 23 Μαρτίου 2006.
  19. Tony Judt, «Israel: the alternative», «The New York Review of Books», 23 Οκτωβρίου 2003.
  20. Tony Judt, «The country that wouldn’t grow up», «Haaretz», 18 Δεκεμβρίου 2006. 
  21. Πηγή:https://monde-diplomatique.gr/?p=3547