Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Η ξεπερασμένη από την εποχή Ευρωπαϊκή Ένωση!

 – Γράφει ο Δ.Απόκης

Εδώ και αρκετά χρόνια ζούμε μια πραγματικότητα την οποία τα πολιτικά συστήματα και το σύνολο των θεσμών των ευρωπαϊκών χωρών, αν και την βλέπουν και την αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση, παριστάνουν ότι δεν υπάρχει με αποτέλεσμα να κάνουν μεγάλη ζημιά στις χώρες τους, στους πολίτες τους, και γενικά στο μέλλον της Ευρώπης.
Αυτή η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σχεδιαστεί για έναν κόσμο ο οποίος έχει πάψει να υπάρχει και για να επιβιώσει πρέπει να επανασχεδιάσει ριζικά τον εαυτό της.
Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ΕΕ αποτελεί θύμα της ίδιας της της επιτυχίας. Τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Βρυξέλλες είναι άμεσο αποτέλεσμα της επιτυχίας των στόχων που έθεσε η ίδια με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992. Το μεγάλο πρόβλημα που ταλανίζει την ΕΕ τα τελευταία χρόνια εντοπίζεται στην δυσκολία της να επαναπροσδιοριστεί, και να δημιουργήσει μια ζωντανή και παραγωγική πολιτική οντότητα, για πρώτη φορά μετά τη δημιουργία της. Οι γραφειοκρατίες έχουν το προσόν να δημιουργούν τους δικούς τους στόχους. Οι δημοκρατικές αρχές γίνονται πρόβλημα, όταν πρωταρχικός στόχος στην ατζέντα είναι μια συστημική μεταρρύθμιση. Αυτός είναι και ο λόγος που η βαθιά μεταρρύθμιση είναι ο πρωταρχικός στόχος που η νέα ηγεσία της ΕΕ πρέπει να θέσει, εάν πραγματικά επιθυμεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να επιβιώσει και να προοδεύσει.
Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, η ΕΕ, έθεσε πέντε βασικούς στόχους. Οικονομική ένωση, κοινή αμυντική πολιτική, ευρωπαϊκή υπηκοότητα, συνεργασία σε δικαστικά και εσωτερικά θέματα, και διεύρυνση του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου. Παρόλα αυτά η ΕΕ ποτέ δεν χρειάστηκε να παράγει κοινή αμυντική πολιτική, διότι είχε ήδη το ΝΑΤΟ, το οποίο, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια (πολύ πριν τον Τράμπ) έχει ατονήσει. Στους υπόλοιπους τέσσερεις στόχους η ΕΕ, έχει λίγο πολύ πετύχει. Το πρόβλημα άρχισε να δημιουργείται σχετικά με τι πρέπει να συμβεί μετά. Η ΕΕ σχεδιάστηκε για να είναι ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο που σέβεται τις εθνικές ταυτότητες των χωρών μελών του, αλλά οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, έδωσαν έμφαση στον εξευρωπαϊσμό και όχι στη διατήρηση της ενότητας.
Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς και επιβολής από τις Βρυξέλλες, ήταν μια αποξένωση στο εσωτερικό της ΕΕ και στο εσωτερικό των χωρών μελών. Η αποξένωση αυτή συνοψίζεται σε μια ερώτηση. Ποια είναι η σωστή σχέση μεταξύ ευρωπαϊκής ταυτότητας και εθνικής ταυτότητας; Η ΕΕ υπάρχει εδώ και 27 χρόνια με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων να μην γνωρίζει τον κόσμο που υπήρχε πριν την ΕΕ, να μπορούν να ταξιδεύουν παντού με διαβατήρια της ΕΕ, και να μπορούν να εργάζονται όπου επιθυμούν μέσα στα όρια της ΕΕ. Αυτοί οι νέοι και αρκετοί παλαιότεροι, θεωρούν τους εαυτούς τους ευρωπαίους. Υπάρχουν όμως και πολλοί που αυτό το θεωρούν πρόβλημα και αντιμετωπίζουν την παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στις Βρυξέλλες, ως προδοσία και αναρωτιούνται τι είναι μια ζωή χωρίς ιστορία, παραδόσεις, οικογένεια, χωρίς εθνική διαφορετικότητα. Ποιος ήταν ο λόγος τόσων πολέμων εάν ήταν η εθνική κυριαρχία να παραχωρηθεί σε μια εξωτερική δύναμη;
Ο στόχος ήταν να επέλθει ειρήνη στην Ευρώπη. Με αυτή την περιορισμένη έννοια η Ευρώπη επιστρέφει στο Κοντσέρτο της Ευρώπης. Το ανεπίσημο σύστημα του 19ου αιώνα, ήταν μια προσπάθεια από τις πιο ισχυρές χώρες της Ευρώπης να διαμορφώσουν μια σταθερή ισορροπία δύναμης. Ο πρωταρχικός στόχος τους ήταν δύο όψεων. Η αποδυνάμωση επαναστατικών δυνάμεων, όπως ο κομμουνισμός και ο εθνικισμός, και η αποτροπή επιβολής μιας και μόνης ευρωπαϊκής δύναμης πάνω στις άλλες. Όταν ψηφίστηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ επικρατούσε αισιοδοξία ότι η Ευρώπη θα απαλλάσσονταν από ένα σχεδόν αιώνα διαρκούς πολέμου, και δεν θα βρίσκονταν ποτέ ξανά σε αυτή την κατάσταση. Επιδίωκε να το πετύχει με το να ενώσει, οικονομικά, τις τύχες των πλέων ισχυρών χωρών σε πρωτοφανές επίπεδο για τα ιστορικά δεδομένα. Ο πρωταρχικός στόχος συνεχίζει και σήμερα να παραμένει ο ίδιος.
Όπως αποδείχθηκε όμως, αυτό που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί απέτυχαν να κατανοήσουν με το Μάαστριχτ, ήταν η έκταση της παγκόσμιας απαξίωσης της Ευρώπης. Οι προηγούμενες προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ένωσης της Ευρώπης, σχεδιάστηκαν για μια εποχή όπου τα κράτη της Ευρώπης ανταγωνίζονταν για παγκόσμια κυριαρχία και αυτό ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η ΕΕ. Σήμερα, οι χώρες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν μια εντελώς διαφορετική πρόκληση. Το να αποφύγουν να κυριαρχήσει επάνω τους ο κόσμος τον οποίο κάποτε κυβερνούσαν. Μια πρόσφατη μελέτη προέβλεψε ότι μέχρι το 2050, δεν θα υπάρχει ενιαία χώρα της ΕΕ στο G7. Ήδη καμία χώρα της ΕΕ δεν είναι στις πρώτες 15 του κόσμου από άποψη πληθυσμού. Η Γερμανία είναι μόλις 17η. Παλαιότερες προσπάθειες για ευρωπαϊκή ενότητα απέτυχαν επειδή η γεωπολιτική στη Γηραιά Ήπειρο, είχε ως αποτέλεσμα διαρκή εσωτερική σύγκρουση. Σήμερα η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Η ευρωπαϊκή ενότητα είναι προ το συμφέρον των χωρών της Ευρώπης, διότι η ισχύ τους είναι ασήμαντη σε σύγκριση με τις δυνάμεις που αναδύονται στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.
Είναι δύσκολο να υπερκεραστεί η καινοτομία αυτής της αντιστροφής. Η εσωτερική δυναμική της Ευρώπης πάντα απειλούσε να διαλύσει τις τεχνητές ισορροπίες που δημιούργησε το Μάαστριχτ. Τώρα, ωστόσο, ως αποτέλεσμα εξωτερικών προκλήσεων όπως οι εμπορικοί πόλεμοι των Ηνωμένων Πολιτειών, η Belt and Road Initiative της Κίνας, η ανανεωμένη επιθετικότητα της Ρωσίας στις παραμεθόριες περιοχές της, μια ολοένα και πιο ανεξάρτητη και ισχυρή Τουρκία και ένα ταχέως μεταβαλλόμενο δημογραφικό προφίλ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα συμφέροντα των χωρών της ΕΕ, συγκλίνουν. Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σχεδιάστηκε για να διαχειριστεί τη σύγκλιση συμφερόντων. Σχεδιάστηκε για να διαχειρίζεται τις δυνάμεις της απόκλισης. Σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην κοινή διαχείριση των συλλογικών πόρων όλων των 27 μελών της – μια δύναμη η οποία όταν συνδυάζεται εξακολουθεί να κατατάσσεται μεταξύ των ισχυρότερων παγκοσμίως, παρά την επικείμενη αναχώρηση της Βρετανίας – η ΕΕ επικεντρώθηκε σε ζητήματα κράτους δικαίου στην Πολωνία και την Ουγγαρία και για στο να συγκρουστεί με την Ιταλία, για ανεύθυνες κυβερνητικές δαπάνες. Είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τους γραφειοκρατικούς θεσμούς της ΕΕ για αυτό το σκοπό – κάνουν αυτό για το οποίο δημιουργήθηκαν. Το πρόβλημα είναι ότι το σχέδιό τους είναι ξεπερασμένο.
Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι πιο ισχυροί ηγέτες της Ευρώπης (δηλαδή ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν και η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ) έχουν αρχίσει να το αντιλαμβάνονται. Η επόμενη πενταετία είναι εξαιρετικά κρίσιμη για το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το πως διαμορφώνεται η μέχρι στιγμής ηγετική ομάδα των Βρυξελών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) δημιουργεί αμφιβολίες για μια επιτυχία. Με εξαίρεση τη νέα Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Γαλλίδα), η οποία έχει την εμπειρία και τις διασυνδέσεις για να πετύχει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι τρομερά χαμηλότερη των προσδοκιών και των απαιτήσεων της εποχής. Η νέα Πρόεδρος της Κομισιόν, η οποία δεν έχει εκλεγεί από το λαό ούτε στη χώρα της, πρώην Υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Ούρσουλα Βον Ντερ Λέϊεν, εκλέχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οριακά, και χρειάστηκαν οι ψήφοι του Κόμματος των Πέντε Αστέρων της Ιταλίας, που το σύστημα το Βρυξελλών και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποκαλούσαν και συνεχίζουν να αποκαλούν, λαϊκίστικό. Η ριζική μεταρρύθμιση θεσμών και στόχων που χρειάζεται η ΕΕ για να επιβιώσει, δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται σε συμφωνίες πίσω από κλειστές πόρτες, Γαλλίας και Γερμανίας. Το να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των 27 χωρών μελών να παραχωρήσουν περισσότερη κυριαρχία στις Βρυξέλλες, είναι κάτι σχεδόν ακατόρθωτο, στη σημερινή εποχή και πολιτική συγκυρία.
Κάτι το οποίο περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση και το μέλλον της ΕΕ, είναι ότι στην πραγματικότητα, παρά τη συνεργασία τους, ούτε η Γαλλία και η Γερμανία βλέπουν από τη ίδια οπτική γωνία τη φύση αυτών των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. Ο Μακρόν έχει θέσει ψηλά στην ατζέντα του τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, από την εκλογή του το 2017. Προωθεί μια ΕΕ δύο ταχυτήτων, όπου οι χώρες που επιθυμούν να ενώσουν τους πόρους τους θα κυβερνώνται από μια ισχυρότερη, περισσότερο συγκεντρωμένη αρχή, και πιστεύει ότι μπορούν να το κάνουν χωρίς ουσιαστική υπονόμευση της συνολικής δομής της ΕΕ. Η Μέρκελ, εν μέρει εξαιτίας της εγχώριας πολιτικής αδυναμίας της, είναι λιγότερο ξεκάθαρη σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις που θεωρεί απαραίτητες, αλλά ήταν εμφανώς χλιαρή στις αντιδράσεις της όσο αφορά τις λεπτομέρειες των προτάσεων του Μακρόν. Η κ. Βον Ντερ Λέϊεν, δεν θα έχει την πολυτέλεια της σιωπής – όπως έγινε σαφές από την ομιλία της ως υποψήφιας για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εξοργίζοντας πολλούς από τους πιο συντηρητικούς οπαδούς της, μίλησε για μια ενός τρισεκατομμύριου δολαρίων “Πράσινη Συμφωνία για την Ευρώπη” που θα μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στα μισά μέχρι το 2030, για μια ένωση κεφαλαίων που σχεδιάστηκε για να ενισχύσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Ευρώπης , για ένα σύστημα αντασφάλισης ανέργων στην ΕΕ και έναν απροσδιόριστο νέο «πανευρωπαϊκό μηχανισμό κράτους δικαίου» για την υπεράσπιση «του λίκνου του ευρωπαϊκού πολιτισμού».

Αλλά, όπως φαίνεται, ούτε και αυτές οι ριζοσπαστικές προτάσεις θα είναι αρκετές για τον Μακρόν, ο οποίος στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Σερβίας Αλεξάντερ Βούτσιτς, δήλωσε, ότι η ΕΕ είναι πάρα πολύ δυσλειτουργική για να εξετάσει την περαιτέρω επέκταση στα Βαλκάνια και που νωρίτερα αυτό το μήνα χαρακτήρισε τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων πίσω από κλειστές πόρτες, για την επιλογή νέων ηγετών της ΕΕ, ως «αποτυχία». Ωστόσο, μπορεί το γεγονός ότι τίθενται στο τραπέζι κάποιες προτάσεις να αποτελέσει μια καλή αρχή. Αν και οι μεταρρυθμιστές της ΕΕ αντιμετωπίζουν μια δύσκολη κατάσταση, η μεταρρύθμιση δεν είναι κάτι αδύνατο να επιτευχθεί. Είναι κάτι αναγκαίο. Παρά την αναστάτωση που επικρατεί στο εσωτερικό της ΕΕ, το όλο εγχείρημα παραμένει δημοφιλές.

Γαλλία και Γερμανία θα πρέπει να κατανοήσουν ότι όποιες και να είναι οι προτιμήσεις τους για την επόμενη φάση της ΕΕ, θα πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς έτσι ώστε να πείσουν τις υπόλοιπες χώρες τις ΕΕ, για την επόμενη φάση και στην ουσία την σημασία της επιβίωσης του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το ότι η Ιταλία, εκτός του κόμματος του Σαλβίνι, και οι χώρες του Visegrad 4 (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, και Σλοβακία) ψήφισαν την Βον Ντερ Λέϊεν, δείχνει ότι υπάρχει τόπος για συμφωνία. Αν η νέα Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αντιληφθεί ότι η ΕΕ βρίσκεται σε ένα σημείο που είτε θα επιβιώσει ή θα διαλυθεί, το οποίο απαιτεί ριζική μεταρρύθμιση των Βρυξελλών και πολιτικές που σέβονται την εθνική κυριαρχία, τα εθνικά συμφέροντα και την ιστορία των κρατών μελών, τότε υπάρχει ελπίδα και χώρος για την ΕΕ, να περάσει σε μια επιτυχημένη επόμενη φάση, μιας δύναμης με παγκόσμια γεωπολιτική σημασία και επιρροή. Μέχρι στιγμής δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι το καταλαβαίνει, και σίγουρα είναι αρκετά αδύναμη για να επιβάλλει οτιδήποτε διαφορετικό.

Για να επιβιώσει η ΕΕ, απαιτείται να υπάρξει από τις Βρυξέλλες, ένας βασιζόμενος στο εθνικό συμφέρον πραγματισμός και όχι ένας προκλητικός και στην τελική καταστροφικός ιδεολογικός Ευρωπαϊσμός.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον. 

https://www.thepresident.gr/