Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Η στρατηγική διάσταση της στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας

Η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία θα αποτελέσει βασικό παράγοντα για την επιβίωση της Ελλάδας ως γεωπολιτικού παράγοντα στο εγγύς μέλλον
Η στρατηγική διάσταση της στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας | in.gr
Γράφει ο Ι. Θ. Μάζης, Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, ΕΚΠΑ
Σε προηγούμενο κείμενο (in.gr, 15/08/2019)[1] αναφερθήκαμε σε μια σειρά από κρίσιμα επιχειρησιακά πλεονεκτήματα που προσέφεραν γαλλικής προελεύσεως οπλικά συστήματα στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις από το 1974 μέχρι και σήμερα αλλά και στο ότι η Γαλλία υπήρξε η μόνη δυτική χώρα που ήτο πρόθυμη να προσφέρει στην Ελλάδα στρατηγικά οπλικά συστήματα τεχνολογίας αιχμής, όπως πυραύλους cruise μεγάλου βεληνεκούς. Αυτό το προσόν των γαλλικών οπλικών συστημάτων αναμένεται να είναι κρισίμου σημασίας παράγων και μελλοντικώς.

Και αυτό διότι έχει προκύψει σειρά αλλαγών στην πολεμική τεχνολογία και στα διεθνή γεωπολιτικά δρώμενα οι οποίες ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο και στο ελληνοτουρκικό γεωπολιτικό υποσύστημα. Συγκεκριμένα, μετά το επισυμβάν πέρας ισχύος της Συνθήκης INF αναμένεται έκρηξις στις τεχνολογίες των πυραυλικών συστημάτων αναφορικώς με το βεληνεκές των. Εν παραλλήλω και επ’ εσχάτων, έχει σημειωθεί τεραστία πρόοδος στην ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων εναντίον πλοίων, ξεκινώντας από την Κίνα ώστε να κρατήσει το Ναυτικό των ΗΠΑ μακράν από τις κινεζικές ακτές (Άρνηση Περιοχής/Region denial).

Βαλλιστικοί πύραυλοι

Οι τεχνολογίες και τα συστήματα αυτά διαχέονται ταχύτατα διεθνώς και είναι θέμα χρόνου να εισαχθούν και στο ελληνοτουρκικό υποσύστημα. Άρα, σε ορίζοντα δεκαετίας είναι πολύ πιθανόν ότι η Τουρκία θα διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να προσβάλουν κινούμενα πλοία επιφανείας σε ευρείες θαλάσσιες εκτάσεις, καθώς και πυραύλους cruise εναντίον πλοίων μεγάλου βεληνεκούς.
Συνεπώς, η ελληνική προσέγγιση όσον αφορά τους ναυτικούς εξοπλισμούς θα πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της απόκτησης σκαφών 1) με ισχυρά χαρακτηριστικά stealth, ώστε να στοχοποιούνται δύσκολα, οπλισμένων με πυραύλους επιφανείας – αέρος μεγάλου βεληνεκούς, 2) υψηλών αεροδυναμικών επιδόσεων, έτσι ώστε να μπορούν να προσβάλουν τόσο αεροσκάφη όσο και πυραύλους cruise και βαλλιστικούς και 3) θα πρέπει να διαθέτουν πυραύλους επιφανείας – επιφανείας και επιφανείας – εδάφους πολύ μεγάλου βεληνεκούς, έτσι ώστε να θέση να ασκούν προβολή ισχύος από αποστάσεις ασφαλείας.
Η μόνη πρόταση που φαίνεται να καλύπτει και τις τρεις αυτές απαιτήσεις είναι αυτή των γαλλικών φρεγατών εφοδιασμένων με πυραύλους MdCN (πρώην Scalp Naval), το βεληνεκές των οποίων ξεπερνά τα 1000 χλμ. Φυσικά, οι δύο φρεγάτες, η αγορά των οποίων εξετάζεται, δεν μπορούν να μεταφέρουν επαρκή αριθμό πυραύλων MdCN ώστε να είναι σε θέση από μόνες τους να στηρίξουν μια πολιτική Αποτροπής βασισμένη σε στρατηγικά πλήγματα. Όμως, σε συνδυασμό με τους αεροεκτοξευόμενους πυραύλους cruise Scalp EG, που ήδη υπάρχουν στο ελληνικό οπλοστάσιο και πιθανώς και κάποια άλλα συστήματα, μπορούν να διαμορφώσουν μια στιβαρή αποτρεπτική δύναμη.

Συνεργασία με Γαλλία

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η αγορά αυτή μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης στρατοβιομηχανικής συνεργασίας με τη Γαλλία στον χώρο των πυραυλικών συστημάτων. Όπως προανέφερα, οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες, ιδιαίτερα το τέλος της Συνθήκης INF και η δημιουργία ενός νεοψυχροπολεμικού κλίματος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, αναμένεται να προκαλέσει έκρηξη των πυραυλικών τεχνολογιών σε όλο τον κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δραματική αύξηση του βεληνεκούς των πυραύλων cruise.
Ήδη η Ρωσία ανέφερε ότι αναπτύσσει μια έκδοση του πυραύλου cruise Kalibr με βεληνεκές 4500 χλμ. Η Ευρώπη γενικώς και η Γαλλία ειδικότερα δεν μπορούν να αποστασιοποιηθούν από αυτές τις εξελίξεις και αν η Ελλάδα επιλέξει να συμμετάσχει σε μια παρόμοια συνεργασία τότε θα έχει τη δυνατότητα να ιππεύσει το κύμα της Ιστορίας και να αναπτύξει οπλικά συστήματα ικανά να της προσφέρουν στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της τουρκικής απειλής σε βάθος χρόνου διασφαλίζοντας την ειρήνη στην περιοχή.
Επιπροσθέτως, αυτοί οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς απαιτούν πληροφορίες στοχοποιήσεως και αυτού του είδους τις πληροφορίες (πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς), τις προσφέρουν πρωτίστως δορυφόροι τηλεπισκοπίσεως. Η υψηλή γαλλική τεχνολογία σε αυτόν τον τομέα και η ήδη υπάρχουσα συνεργασία με την Ελλάδα προσφέρουν ένα κρίσιμο πλεονέκτημα που δύσκολα μπορούν να προσφέρουν άλλες χώρες.
Επισημαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επανειλημμένως στο παρελθόν έχουν αρνηθεί να προσφέρουν πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς όλων των τύπων στην Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αντιτορπιλικών Kidd που προσφέρθηκαν μεταχειρισμένα στο Πολεμικό Ναυτικό τη δεκαετία του 90, χωρίς όμως το σημαντικότερο οπλικό τους σύστημα, τους αντιαεροπορικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς SM – 2, ενώ ποτέ οι ΗΠΑ δεν αποδέσμευσαν για την Ελλάδα κάποιον αεροεκτοξευόμενο πύραυλο cruise μεγάλου βεληνεκούς, αντίστοιχο του Scalp EG, όπως θα μπορούσε να είναι π.χ. ο JASSM.

Τι θα κάνουν οι ΗΠΑ

Παρεμπιπτόντως, η απόκτηση στρατηγικών γαλλικών όπλων μπορεί να ενθαρρύνει τις ΗΠΑ να αποδεσμεύσουν επίσης και για την Ελλάδα συστήματα υψηλών δυνατοτήτων.  Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι γενικώς απρόθυμες να εισαγάγουν μια νέα ικανότητα, όπως για παράδειγμα πυραύλους cruise μεγάλου βεληνεκούς, σε ένα σύστημα χωρών. Αν όμως η ικανότητα αυτή ήδη υπάρχει για την Ελλάδα, τότε οι αναστολές περιορίζονται.
Επίσης, είναι λανθασμένη η άποψη ότι η αποφασιστική ενίσχυση των ελληνογαλλικών σχέσεων, διαμέσου και των εξοπλισμών, αντιβαίνει τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα. Ναι μεν κάποιες αμερικανικές εταιρείες πιθανώς να «δυσθυμίσουν» αν επιλεγούν γαλλικά συστήματα αντί των ιδικών των. Όμως, εν ευρυτέρα συμμαχική οπτική, η συνεισφορά της Ελλάδος σε μια ευρωπαϊκή προσπάθεια ανάπτυξης προηγμένων αμυντικών ικανοτήτων είναι κάτι που σίγουρα θα χαροποιούσε την Ουάσιγκτον, δεδομένου ότι επιδιώκει κάτι τέτοιο έτσι ώστε να αναπτυχθεί ένα αντίπαλο δέος στην ανερχόμενη ρωσική ισχύ και να περιοριστεί ταυτοχρόνως το βάρος που πέφτει στις ΗΠΑ για την Άμυνα της Ευρώπης.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα: ότι για να αναπτυχθούν αυτές οι ικανότητες στην Ευρώπη χρειάζονται ευρύτερες συνεργασίες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, εφόσον ουδεμία χώρα δύναται να το πράξει με ίδιες δυνάμεις.  Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι τόσο η γαλλική όσο και ευρύτερα η ευρωπαϊκή αεροδιαστημική και αμυντική βιομηχανία έχει πλέον να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και της αναγεννημένης ρωσικής βιομηχανίας, της κινεζικής, τα προϊόντα της οποίας βελτιώνονται με κβαντικά άλματα και σε λίγο πιθανώς και της ιαπωνικής αλλά ακόμη και χωρών όπως η Τουρκία.
Εν παραλλήλω, η Γαλλία αλλά και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν τις τεράστιες εσωτερικές αγορές που διαθέτουν οι ΗΠΑ, η Κίνα και δευτερευόντως η Ρωσία. Τοιουτοτρόπως, η Ελλάδα, με τις μεγάλες αμυντικές ανάγκες που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίζει, προσφέρει κρίσιμης σημασίας εύρος και βάθος στην ευρωπαϊκή αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία.
Και σε αυτήν επαφίεται να μην λειτουργήσει ως πελάτης αλλά ως ισότιμος παραγωγός, εντάσσοντας στην παραγωγική βάση της χώρας κρίσιμες τεχνολογικές ικανότητες που θα συνεισφέρουν σε βάθος χρόνου στην ενίσχυση της εθνικής Οικονομίας αντί για την υπονόμευσή της. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, η τάση στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είναι η αναζήτηση «συνεργατών» και όχι «πελατών., τουλάχιστον εντός ευρωπαϊκού πλαισίου.
Και αυτό τόσο για να αντιμετωπιστεί ο εξωτερικός ανταγωνισμός, ο οποίος έχει ενταθεί και θα ενταθεί περαιτέρω αλλά και για γεωστρατηγικούς λόγους, δηλαδή για να αναπτυχθεί ένα αντίπαλο δέος έναντι της Ρωσίας.
Ένα σχετικό πρόγραμμα είναι αυτό του γαλλογερμανικού νέου άρματος μάχης, στο οποίο φαίνεται πως θέλει να εισέλθει και η Πολωνία. Το πρόγραμμα αυτό προέκυψε μετά την εμφάνιση του ρωσικού άρματος T – 14 Armata. Είναι εύλογο λοιπόν, στο ανωτέρω γαλλογερμανικό πρόγραμμα να επιδιωχθεί η συμμετοχή της Ελλάδος, έτσι ώστε, περί το 2030, να ευρίσκεται στην κορυφή της αρματικής τεχνολογίας, αυτήν τη φορά όμως ως «παραγωγός» και όχι ως «πελάτης».

Αεροπορικό σύστημα

Αντίστοιχο και πολύ μεγαλύτερης σημασίας είναι το πρόγραμμα του νέου ευρωπαϊκού αεροπορικού συστήματος FCAS (Future Combat Air System). Και αναφερόμαστε σε σύστημα γιατί το FCAS δεν θα είναι ένα αεροσκάφος αλλά ένα σύστημα – υποσυστημάτων αποτελούμενο από επανδρωμένα και ρομποτικά αεροσκάφη. Γενικότερα, η διεθνής τάσις, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι η ανάπτυξη αεροπορικών συστημάτων συμπεριλαμβανόντων μικρόν αριθμό επανδρωμένων αεροσκαφών πλαισιωμένων από ρομποτικά μαχητικά τα οποία θα τα συνοδεύουν ως «πιστοί σύντροφοι» (‘loyal wingmen’).
Εάν η Ελλάδα λοιπόν θέλει να συνεχίσει να έχει αεροπορική ισχύ σε ορίζοντα εικοσαετίας, πολλώ δε μάλλον αν θέλει να ευρίσκεται στην κορυφή της τεχνολογίας και να διαθέτει ικανότητες ανώτερες των αντιπάλων της, οφείλει να κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Δηλαδή προς τις συνεργασίες και να αφήσει πίσω της τον άχαρο ρόλο του «πελάτη». Μια χώρα όπως η Ελλάδα πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αποκτήσει αυτές τις μελλοντικές ικανότητες απλώς αγοράζοντάς τις. Μπορεί όμως να συμμετέχει στην ανάπτυξή τους.
Και η συνεργασία με τη Γαλλία προσφέρει ακριβώς αυτήν την ευκαιρία. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όσον αφορά τις αμυντικές της επιλογές, οι οποίες θα έχουν και ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες. Θα συνεχίσει να αποτελεί παθητικό αγοραστή οπλικών συστημάτων, εξαντλώντας τα ολοένα και μικρότερα κονδύλια για αυτόν τον σκοπό που θα έχει στη διάθεσή της, ή θα μετατρέψει το μειονέκτημα των μεγάλων αμυντικών αναγκών σε πλεονέκτημα εντασσόμενη σε μια στρατηγική συνεργατική δομή με την σημαντικότερη χώρα της Ευρώπης σε αυτόν τον τομέα;
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν σήμερα θα επηρεάσουν την πορεία της χώρας για δεκαετίες και οι συνέπειές τους θα είναι κυριολεκτικά ζωής και θανάτου, ειρήνης ή πολέμου, νίκης ή εθνικής ταπείνωσης. Η επιλογή είναι δική μας.
[1]     «Μάζης: Ελληνογαλλική φιλία και Ελληνικοί Εξοπλισμοί», in.gr, 15/08/2019