Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Η απάντηση στο Ιράν, δύσκολη εξίσωση για την Ουάσιγκτον! Ανάλυση του Δ.Απόκη


Σε πρόσφατο άρθρο στο ThePresident.gr, είχαμε αναφερθεί εκτενώς στις γεωπολιτικές επιπτώσεις που έχουν οι επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεων της Aramco στη Σαουδική Αραβία (εδώ). Τις τελευταίες ώρες και με αφορμή την παρουσία του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Μάϊκ Πομπέο, στη Σαουδική Αραβία, γίνεται πολύ λόγος, για την αντίδραση που θα υπάρξει σε αυτές τις επιθέσεις, από την Ουάσιγκτον, το Ριάντ, και τους συμμάχους τους, ειδικά την πιθανότητα στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν. Με βάση λοιπόν αυτά που είχαμε πει για το γεωπολιτικό παιχνίδι, οι επιλογές που έχει η Ουάσιγκτον στον τομέα της αντίδρασης είναι συγκεκριμένες.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Η θέση της Ουάσιγκτον είναι εξαιρετικά δύσκολη όσο αφορά την αντίδραση στις επιθέσεις. Αν και οι επιθέσεις δεν έχουν άμεση επίδραση στις ΗΠΑ, και μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι ευνοούν την πετρελαϊκή τους βιομηχανία, είναι πολύ δύσκολο να μην προχωρήσουν σε κάποιου είδους αντίδραση. Το καθεστώς του Ριάντ στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας είναι εδώ και καιρό υπό μεγάλη πίεση και υπάρχει αναταραχή στον Οίκο των Σαλμάν, από μέλη του τα οποία αντιτίθενται στον Πρίγκηπα Διάδοχο, Μοχάμεντ Μπίν Σαλμάν. Επίσης, στην περίπτωση που η Ουάσιγκτον υποκύψει στον πραγματικά ελκυστικό πειρασμό να μην αντιδράσει στις επιθέσεις θα θέσει σε κίνδυνο τη συνοχή του συμμαχικού συνασπισμού που έχει διαμορφώσει μαζί με τη Σαουδική Αραβία, εναντίον του Ιράν. Ακόμη πιο σοβαρή επίπτωση από μια απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης, θα είναι το γεγονός ότι θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή.
Η μέχρι σήμερα, και σωστά, στρατηγική της κυβέρνησης Τράμπ, είναι η επιβολή σκληρών οικονομικών κυρώσεων εναντίον του Ιράν και η αποφυγή στρατιωτικών περιπετειών τύπου επεμβάσεων στο Ιράκ, που είχαν βαρύ κόστος σε ανθρώπινες απώλειες και χρήμα, και κατά βάση αρνητικά αποτελέσματα. Παρόλα αυτά είναι σχεδόν επιβεβλημένο με βάση το γεωπολιτικό παιχνίδι στην περιοχή, να υπάρξει κάποιου είδους αντίδραση από την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. ποιες λοιπόν θα μπορούσαν να είναι οι εναλλακτικές επιλογές σε μια στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Ιράν;
Μια εναλλακτική επιλογή θα μπορούσε να είναι η επιβολή νέας δέσμης οικονομικών κυρώσεων. Η επιλογή αυτή έχει δυο μειονεκτήματα. Δεν υπάρχει η ψυχολογική επίπτωση που θα έχει ένα στρατιωτικό πλήγμα για το Ιράν και τους συμμάχους του στην περιοχή και δεύτερον οι ήδη υπάρχουσες οικονομικές κυρώσεις είναι πολύ σκληρές και η επιβολή νέων δεν θα κάνει καμία ουσιαστική διαφορά.
Από το μενού των στρατιωτικών επιλογών μια είναι αυτή που θα προκαλέσει βαρύτατες οικονομικές επιπτώσεις στο Ιράν και ελάχιστη παρουσία των ΗΠΑ. Πρόκειται για την επιβολή επιλεκτικού κλεισίματος των στενών του Χορμούζ. Όμως ακόμα και αυτή η επιλογή έχει μειονεκτήματα. Απαιτείται η δέσμευση τεράστιας ναυτικής δύναμης για άγνωστο χρονικό διάστημα, ο στόλος που θα δεσμευτεί για κάτι τέτοιο θα είναι ευάλωτος σε επιθέσεις πυραύλων του Ιράν, οπότε θα χρειαστεί μια δέσμευση πηγών αντιπυραυλικής προστασίας και επιθέσεις αντιμετώπισης πυραυλικών επιθέσεων θα δημιουργήσει ένα μεγάλου κόστους δεύτερο μέτωπο. Και πάνω από όλα, υπάρχει η περίπτωση το Ιράν αντέξει, ο αποκλεισμός να κρατήσει για αορίστου χρόνου διάστημα, και ένας τερματισμός του χωρίς επιτυχία να εξελιχθεί σε στρατηγική ήττα.
Η επιλογή να πληγούν στρατιωτικά στόχοι στο ίδιο το Ιράν, και ειδικά εγκαταστάσεις παραγωγής drones και πυραύλων Κρούζ, όπως και αποθηκευτικοί χώροι τέτοιων όπλων. Ποιος όμως εγγυάται ότι οι πληροφορίες για την τοποθεσία των στόχων θα είναι ακριβείς και επίσης, όπως προκύπτει από δηλώσεις ανώτατων και ανώτερων αξιωματούχων του Ιράν, η Τεχεράνη θα απαντήσει με πλήγματα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και ευαίσθητων στόχων που βρίσκονται υπό την προστασία της Ουάσιγκτον.
Μια επιλογή για αποστολή χερσαίων δυνάμεων εισάγει ξανά τις ΗΠΑ σε βάλτο παρόμοιο με αυτών των επεμβάσεων στο Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους μας πλέον αποτελέσματα και είναι εκτός παιχνιδιού σε κάθε περίπτωση.
Υπάρχει όπως τρόπος να αποφευχθούν όλα τα παραπάνω και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Όπως είχαμε αναφέρει στο άρθρο για τις γεωπολιτικές παραμέτρους των επιθέσεων η βασική ανησυχία της Ουάσιγκτον και η έμφαση της στρατηγικής της στην περιοχή είναι η ανάσχεση και εξάλειψη της πολιτικής επιρροής της Τεχεράνης. Αυτό παρέχει μια σειρά μεγάλης σημασίας για το Ιράν στόχων, και ένα πλήγμα σε κάποιων από αυτούς δεν παρουσιάζει τα σοβαρά μειονεκτήματα ενός πλήγματος στο ίδιο το Ιράν.
Το Ιράν έχει συμμάχους στο Λίβανο, την Υεμένη και το Ιράκ. Έχει επενδύσει εκεί χρόνο, χρήμα, και υλικό, για να βοηθήσει αυτούς τους συμμαχούς να ελέγχουν περιοχές σε αυτές τις χώρες.
Η περίπτωση του Λιβάνου είναι πολύ σημαντική και η Τεχεράνη δραστηριοποιείται έντονα εκεί από τη δεκαετία του 1980, στηρίζοντας την τρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ. Εάν υπάρξει ένα δραστικό κτύπημα που κόψει τα πόδια της Χεζμπολάχ, το πολιτικό σκηνικό στο Λίβανο θα απελευθερωθεί από τον έλεγχο της Τεχεράνης, και το χέρι του Ιράν στην Μεσόγειο θα εξαφανιστεί. Πρόκειται για ένα πλήγμα που δεν μπορεί να αναλάβει από μόνο του το Ισραήλ, διότι δεν έχει το μέγεθος και τη δύναμη των ΗΠΑ. Επίσης, μια ανάμιξη της Ιερουσαλήμ, θα δημιουργήσει πρόβλημα με τους Σουνίτες συμμάχους της Ουάσιγκτον.
Μια τέτοια αντίδραση από την πλευρά των ΗΠΑ ως απάντηση στις επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, θα πλήξει σημαντικά τα συμφέροντα του Ιράν, και μπορεί να εκτελεστεί με μικρό ρίσκο και πολύ μικρότερο κόστος από άλλες επιλογές.
Μια επίθεση εναντίον της Χεζμπολάχ, θα μπορούσε να αλλάξει τη στρατηγική της Τεχεράνης. Υπάρχει βέβαια, και η πιθανότητα απάντησης σε μια τέτοια ενέργεια των ΗΠΑ με πυραυλικές επιθέσεις από το Ιράν. Οι επιλογές για κτυπήματα εναντίον άλλων συμμάχων της Τεχεράνης στη Συρία, το Ιράκ ή την Υεμένη, θα είχαν πολύ λιγότερες επιπτώσεις και θα ήταν δύσκολο να συνδεθούν άμεσα με το Ιράν.
Η Τεχεράνη γνωρίζει πολύ καλά το δίλλημα που έχει δημιουργήσει για την Ουάσιγκτον με τις επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεων της Aramco. Έχει πάρει ένα μεγάλο ρίσκο ότι η Ουάσιγκτον δεν θα αντιδράσει λόγω του μεγάλου κόστους και των κινδύνων που ενέχει μια αντίδραση. Παρόλα αυτά δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ανησυχίας που διακατέχει την Ουάσιγκτον για τη στρατηγική επέκτασης της Τεχεράνης και την επίπτωση που έχει αυτή στα συμφέροντά της στην περιοχή.
Όλες οι επιλογές αντίδρασης, όταν μάλιστα είναι στρατιωτικές, ενέχουν μεγάλους κινδύνους να μην εξελιχθούν βάση του σχεδιασμού. Ένα είναι σίγουρο, η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε δύσκολο σταυροδρόμι και σίγουρα κάτι πρέπει να κάνει. Τι θα είναι αυτό θα το δούμε πολύ σύντομα και οι επιπτώσεις θα είναι βαρύνουσας σημασίας για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.
*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.   

Πηγή:https://www.thepresident.gr