Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

“Είναι καιρός να επανεξετάσουμε τις «δημοκρατίες» μας”;

Του E.J. Dionne Jr. (*)
Δύο ιστορίες στο επίκεντρο της επικαιρότητας – το χάος του Brexit στη Βρετανία και η αδυναμία της αμερικανικής Γερουσίας να λάβει μέτρα για την οπλοκατοχή – θα πρέπει να μας κάνουν να σκεφτούμε τι χρειάζεται να κάνουν οι ιστορικές δημοκρατίες για να λειτουργήσουν ξανά τα συστήματά τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι διάφορες αντιλήψεις για τη δημοκρατία συχνά αντιφάσκουν μεταξύ τους και ότι μερικές από τις κυβερνητικές μας δομές αντιτίθενται στον δημοκρατικό κανόνα.

Οι εξελίξεις στη Βρετανία έχουν οδηγήσει σε μια «επαναστατική στιγμή», σύμφωνα με τη διατύπωση ακόμη και μετριοπαθών αναλυτών. Ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον ανέλαβε την εξουσία το καλοκαίρι με την υπόσχεση να βγάλει τη χώρα του από την ΕΕ μέχρι τις 31 Οκτωβρίου ακόμη και χωρίς συμφωνία. Επιμένει πως δεν κάνει τίποτα άλλο από το να εφαρμόζει αυτό που αποφάσισε το 52% των Βρετανών ψηφοφόρων στο δημοψήφισμα του 2016. Οι αντίπαλοι όμως του άτακτου Brexit απαντούν ότι η πλειοψηφία υπέρ του «Leave» δεν αποτελεί και πλειοψηφία υπέρ του χάους που θα δημιουργηθεί σε περίπτωση άτακτης αποχώρησης.
Ο Τζόνσον – που εξελέγη πρωθυπουργός από 92.000 μέλη του Συντηρητικού Κόμματος σε μια χώρα 45 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων – γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πλειοψηφία στο κοινοβούλιο για ένα άτακτο Brexit. Προσπαθεί έτσι να παρακάμψει το πρόβλημα αναστέλλοντας τη λειτουργία του. Αλλά το κοινοβούλιο αντέδρασε. Και 21 βουλευτές του Συντηρητικού Κόμματος ψήφισαν μαζί με την αντιπολίτευση έναν νόμο που αποτρέπει το άτακτο Brexit.
Προσέξτε πόσες φορές χρησιμοποίησα τη λέξη «πλειοψηφία» και πώς όλοι σε αυτή τη συζήτηση ισχυρίζονται ότι έχουν την πλειοψηφία με το μέρος τους. Υπάρχει επίσης μια σύγκρουση ανάμεσα στην πλειοψηφία του κοινοβουλίου που εξελέγη από τον λαό και την πλειοψηφία του λαού που έλαβε μια απόφαση στο δημοψήφισμα.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πολλοί από όσους ψήφισαν υπέρ του Brexit δεν περίμεναν να είναι τόσο δύσκολο – οι υποστηρικτές του όπως ο Τζόνσον έλεγαν ότι θα είναι παιχνιδάκι – και ότι το άτακτο Brexit δεν είναι δημοφιλές. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, το 44% αντιτίθεται στο άτακτο Brexit και μόνο το 38% είναι υπέρ. Το 11% λέει «τίποτα από τα δύο» και το 10% δεν γνωρίζει. Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει εδώ πλειοψηφία για no-deal Brexit.
Προσωπικά, είμαι μ’ εκείνους που θέλουν ένα δεύτερο δημοψήφισμα τώρα που είδαν πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα. «Αν μια δημοκρατία δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη», έγραψε η Κέτλιν Ο’Χάρα στους New York Times, «παύει να είναι δημοκρατία». Τα δημοψηφίσματα, που θεωρητικά είναι ο πιο δημοκρατικός τρόπος για την επίλυση προβλημάτων, αποδεικνύονται συχνά ένα πολύ ατελές εργαλείο για την ικανοποίηση της λαϊκής βούλησης.
Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των όπλων στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αποτυχία της δημοκρατίας είναι ακόμη πιο καταφανής. Εμποδίζοντας την ψηφοφορία στη Γερουσία επί ενός νομοσχεδίου που εγκρίθηκε από τη Βουλή και προβλέπει οικουμενικούς ελέγχους στις πωλήσεις όπλων, ο επικεφαλής της πλειοψηφίας Μιτς Μακ Κόνελ παραβιάζει τη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αμερικανών: μια δημοσκόπηση του περασμένου Ιουλίου έδειξε ότι υπέρ των ελέγχων τάσσεται το 89% των ψηφοφόρων, περιλαμβανομένου του 84% των Ρεπουμπλικανών.
Δεν είναι μόνο ότι η Γερουσία είναι ένας βαθιά αντιδημοκρατικός θεσμός – 41 γερουσιαστές αντιπροσωπεύουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού. Είναι και ότι οργανώσεις με ακραίες απόψεις για τα όπλα ελέγχουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Όπως φαίνεται, όσοι νεκροί κι αν υπάρξουν ο Μακ Κόνελ δεν πρόκειται να συγκινηθεί.
Οι οπαδοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα πρέπει λοιπόν να επανεξετάσουν κλασικά ερωτήματα όπως ποιον άμεσο ρόλο μπορούν να παίζουν οι ψηφοφόροι, πώς πρέπει να οργανώνονται τα δημοψηφίσματα και ποιες αποφάσεις είναι καλύτερα να λαμβάνονται από τα εκλεγμένα σώματα.
(*) O Γ.Τ. Ντιόν είναι καθηγητής στο Georgetown University και αρθρογράφος τηςWashington Post
(Πηγή: Washington Post)