Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

“Παίζοντας στο γήπεδο του τουρκικού αναθεωρητισμού…”

Γράφει ο
Γιάννης Χουβαρδάς
Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας


Στη δημόσια συζήτηση που εξελίσσεται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, γύρω από το ζητούμενο της απόκρουσης του Τουρκικού αναθεωρητισμού, κυριαρχούν τρεις θέσεις.
1) Αρχικά, ότι η βαθύτερη ενσωμάτωση της Ελλάδας & της Κύπρου στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις Δύσης-Τουρκίας χαρακτηρίζονται από εντάσεις, θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη στήριξη του Ευρωατλαντισμού στις Ελληνικές & Κυπριακές θέσεις, εξαναγκάζοντας την Τουρκία να αποδεχτεί τα κυριαρχικά δικαιώματα Αθήνας & Λευκωσίας σε Αιγαίο-Αν. Μεσόγειο.

2) Πρόσθετα, ότι η παρουσία πολυεθνικών πετρελαϊκών εταιρειών (ΠΠΕ) στην Κυπριακή ΑΟΖ, θα περιορίσει την Τουρκική επιθετικότητα στο νησί και θα εξαναγκάσει την Άγκυρα να δεχτεί δίκαιη λύση του Κυπριακού, προκειμένου να μην αποκλειστεί από τα κέρδη της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων (Υ/Α) της Αν. Μεσογείου.
3) Τέλος, ότι η ενίσχυση στην Τουρκία πιο φιλοδυτικών από τον Ερντογάν και το AKP δυνάμεων, η επανευθυγράμμιση αυτής με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και η επάνοδος της σε τροχιά ένταξης στην ΕΕ, θα μετριάσουν τις περιφερειακές ηγεμονικές της επιδιώξεις. Σήμερα ωστόσο, έχει σωρευτεί αρκετή πείρα, η οποία δεν επιβεβαιώνει τις παραπάνω θέσεις.
Αναμφίβολα, Αθήνα & Λευκωσία πρωταγωνιστούν εδώ και καιρό στην προώθηση των Ευρωατλαντικών σχεδιασμών στην περιοχή, σε βαθμό μάλιστα που προκαλούν τη δυσαρέσκεια ανταγωνιστών της Δύσης, όπως η Ρωσία. Αντίθετα η Τουρκία εμβαθύνει τη συνεργασία της με αυτούς, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστικές την αγορά των Ρωσικών πυραύλων S-400 και τον πόλεμο της Συρίας, περιπλέκονται οι σχέσεις με τις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά όμως, η συμπεριφορά της συναντά την ανοχή της Ουάσιγκτον, των Βρυξελών και των άλλων σημαντικών Ευρωπαϊκών πρωτευουσών, οι οποίες μάλιστα, για να επιτύχουν την αναθέρμανση των σχέσεων με αυτή, φαίνεται να επιδιώκουν, στο βαθμό που τους είναι ανεκτό, την ικανοποίηση των Τουρκικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υποχρέωση που επέβαλαν οι ΗΠΑ στους Κούρδους συμμάχους τους, PYD/YPG, στη βόρεια Συρία, να εγκαταλείψουν τα εδάφη κοντά στη μεθόριο με την Τουρκία και οι κοινές περιπολίες του Αμερικανικού και του Τουρκικού στρατού σε αυτά τα εδάφη, ενέργειες-υποχωρήσεις που και πάλι αντιμετωπίζουν την καχυποψία της Άγκυρας. Σε αυτά τα πλαίσια η κατάφορη παραβίαση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) στην ΑΟΖ της από την Τουρκία, αλλά και οι κλιμακούμενες προκλήσεις της τελευταίας στο Αιγαίο, συναντούν τις πολύ χλιαρές αντιδράσεις της Δύσης, οι οποίες, ακόμη χειρότερα, συνοδεύονται από παροτρύνσεις συμβιβασμού προς Αθήνα & Λευκωσία, ώστε να επιλύσουν τις διαφορές τους με την Άγκυρα
Παράλληλα η παρουσία κορυφαίων ΠΠΕ, όπως η Eni, η Total και η ExxonMobil, στην Κυπριακή ΑΟΖ, όχι μόνο δεν περιόρισε την Τουρκική επιθετικότητα, αλλά κατέστησε και πιο δύσκολη υπόθεση τη δίκαιη λύση του Κυπριακού. Με δεδομένη την πρόθεση των κυβερνήσεων των χωρών προέλευσης τους να αναθερμάνουν τη σχέση τους με την Άγκυρα, οι ΠΠΕ φαίνεται να αποζητούν τη συνεννόηση μαζί της και με το ψευδοκράτος, ώστε να αποφευχθούν, αποσταθεροποιητικά για την επενδυτική τους δραστηριότητα, περιστατικά, όπως αυτό στη θέση Σουπιά το Φλεβάρη του 2018. Τότε το γεωτρύπανο Saipem 12000, της ιταλικής Eni, είχε εξαναγκαστεί από το Τουρκικό ναυτικό να εγκαταλείψει τις δραστηριότητες του στο οικόπεδο 3 της Κυπριακής ΑΟΖ. Έτσι, σύμφωνα με δηλώσεις του «αντιπρόεδρου-υπ. Εξωτερικών» του ψευδοκράτους Κ. Οζερσάι, σε συνάντηση του με την Ένωση Διπλωματικών Αντιπροσώπων στις 22/8, τις οποίες αναπαρήγαγε η Τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, το ψευδοκράτος βρίσκεται σε επαφή με διευθυντικά στελέχη της Eni και αμερικανικών εταιρειών (τις οποίες δε διευκρίνισε), καθώς οι εταιρείες ενδιαφέρονται να μειώσουν τους εμπορικούς κινδύνους. Συνεπώς η ΚΔ βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο οι ΠΠΕ να έρθουν σε επίσημη συμφωνία με το ψευδοκράτος, παρέχοντας του σημαντικότατη διεθνή αναγνώριση! Ως εκ τούτου η πίεση προς την ΚΔ, να υποχωρήσει περεταίρω στο Κυπριακό για να προλάβει τα χειρότερα, μεγαλώνει.
Τέλος, η ενιαία θετική στάση που εξέφρασε το σύνολο του σημαίνοντος Τουρκικού πολιτικού κόσμου, απέναντι στην αγορά των S-400 από την κυβέρνηση Ερντογάν, η αποδοχή της διεκδίκησης ρόλου περιφερειακού ηγεμόνα για την Τουρκία από την Κεμαλική & τη μη Ερντογανική Ισλαμική αντιπολίτευση, αλλά και η προκλητικά εχθρική στάση των Κεμαλιστών απέναντι σε Ελλάδα-Κύπρο, αποδεικνύουν πως μια ενδεχόμενη πιο φιλοδυτική Τουρκική κυβέρνηση, δεν πρόκειται να έχει λιγότερο επιθετική συμπεριφορά στην περιοχή. Ακόμη χειρότερα, ο επακόλουθος συμβιβασμός Δύσης-Τουρκίας που θα συνόδευε ένα τέτοιο γεγονός, θα διευκολυνόταν από την περεταίρω ικανοποίηση των Τουρκικών θέσεων σε Αιγαίο-Αν. Μεσόγειο, την οποία ιεραρχεί η σημερινή, πιο φιλοδυτική αντιπολίτευση, έναντι της ικανοποίησης των Τουρκικών συμφερόντων στην ανατολή, που ιεραρχεί η σημερινή κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση τα συμφέροντα Δύσης-Τουρκίας είναι πιο εύκολο να συμβιβαστούν δυτικά παρά ανατολικά. Στην ανατολή η Τουρκία αντιλαμβάνεται το PYD/YPG ως πρωταρχικό κίνδυνο για την ασφάλεια της, ενώ η Δύση το κατανοεί ως τον μοναδικό έμπιστο σύμμαχο στη Μεσοποταμία και το μόνο μέσω για την άσκηση αξιόλογης επιρροής στη μεταπολεμική Συρία.
Φυσικά υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες που διαμορφώνουν έτσι τις παραπάνω εξελίξεις. Ωστόσο αυτοί αγνοούνται ή υποτιμώνται στην εγχώρια δημόσια συζήτηση. Ως αποτέλεσμα η τελευταία περιορίζεται στην αποτύπωση των ευσεβών πόθων των υποκειμένων που εκφράζουν τις παραπάνω άστοχες εκτιμήσεις, παρά στην κατανόηση της σκληρής πραγματικότητας. Συνακόλουθα αυτή αποτυγχάνει στο βασικό της στόχο.
Αρχικά, η γεωγραφία της Τουρκίας, ο πληθυσμός της, η Οθωμανική πολιτιστική της κληρονομιά, το οικονομικό της μέγεθος, η στρατιωτική της ισχύ, η Ισλαμική της παράδοση και η ικανότητα της να ασκεί επιρροή σε Τουρκικούς-Τουρκογενείς-Τουρκόφωνους ή απλά Σουνιτικούς Ισλαμικούς πληθυσμούς, πολύ μακριά από τα σύνορα της, την καθιστούν ρυθμιστή σημαντικών ανταγωνισμών. Η Τουρκία, όχι η Ελλάδα, μπορεί να επηρεάσει τους ανταγωνισμούς Δύσης-Ρωσίας, Δύσης-Ιράν, Ισραήλ-Ιράν, Σ. Αραβίας-Κατάρ, τις σχέσεις Ρωσίας-Ιράν και την προώθηση της Κινεζικής πρωτοβουλίας Belt & Road (BRI) προς τη δύση. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο, ότι ο Ζ. Μπρεζίνσκι, ένας από τους Πατριάρχες της σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, την κατατάσσει στις χώρες που θα κρίνουν το «παιχνίδι» στην Ευρασία. Συνεπώς, σε ένα περιβάλλον οξυνόμενων διακρατικών ανταγωνισμών, το οποίο ωστόσο, ακόμη δεν έχει προκαλέσει εκείνες τις αντιπαραθέσεις που θα οριστικοποιούσαν την Τουρκία ως σύμμαχο της μιας ή της άλλης δύναμης, οι διάφοροι ανταγωνιστές ευελπιστούν στη θετική της στάση απέναντι τους, προσφέροντας της διευκολύνσεις.
Πρόσθετα οι ΠΠΕ αδιαφορούν για το αν τελικά θα υπάρξει άδικη ή δίκαιη λύση στο Κυπριακό. Έτσι ζητούν από τα κράτη προέλευσης τους να πιέσουν εξίσου τις εμπλεκόμενες πλευρές ή ακόμη χειρότερα, να πιέσουν περισσότερο την πλευρά που μπορεί να εξαναγκαστεί σε υποχώρηση, καθώς οι “business” επείγουν. Δυστυχώς αυτή η πλευρά είναι η ΚΔ. Σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώθηκε η αποδεκτή από την ΚΔ και την Ελλάδα διχοτομική λύση της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας, η οποία αντικαθιστά την ΚΔ με έναν μη λειτουργικό και ελεγχόμενο από τη Δύση κρατικό συνεταιρισμό “δύο συνιστώντων κρατών” , που αξιοποιεί η Τουρκία και εγείρει νέες διεκδικήσεις. Σε αυτό το έδαφος αναπτύσσεται η συζήτηση για τη συγκρότηση πιο χαλαρής συνομοσπονδίας ή τη συνεκμετάλλευση των Υ/Α από τις δύο κοινότητες προτού επιτευχθεί λύση, γεγονός που θα σημάνει τη de facto ή ακόμη και τη de jure διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους.
Τέλος η αναζήτηση της περιφερειακής ηγεμονίας από το Τουρκικό κράτος δεν είναι συγκυριακό γεγονός. Οφείλεται στην ενίσχυση της θέσης του Τουρκικού κεφαλαίου στην περιοχή, εξαιτίας του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που του προσφέρει, η ισχυρά παραδοσιακή-ισλαμική κοινωνική οργάνωση της Ανατολικής Τουρκίας, καθώς και η επανισχυροποίηση του συγκεκριμένου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης σε ολόκληρη την Τουρκία, η οποία συντελέστηκε μέσω της διακυβέρνησης του AKP. Το πολύ χαμηλό κόστος της εργασίας που συνοδεύει τη συγκεκριμένη κεφαλαιοκρατική οργάνωση, αλλά και η ικανότητα της να συνδέεται με την κεφαλαιοκρατική οργάνωση άλλων Μουσουλμανικών κοινωνιών, αφενός διευκολύνει την εισροή ξένων επενδύσεων στη χώρα, αφετέρου ευνοεί τις Τουρκικές εξαγωγές κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Σε αυτά τα πλαίσια η εργαλειοποίηση του Οθωμανικού παρελθόντος και της ισλαμικής θρησκείας από το σημερινό Τουρκικό κράτος απαντά σε δύο βασικές ανάγκες του Τουρκικού κεφαλαίου. Αρχικά στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης στο εσωτερικό της χώρας, μέσω της θρησκευτικής δικαιολόγησης των εκρηκτικών κοινωνικών ανισοτήτων. Επιπλέον στη διαμόρφωση ενός ευρύτερου χώρου κυριαρχίας για το Τουρκικό κεφάλαιο στο εξωτερικό, την ασφάλεια του οποίου θα εγγυάται το Τουρκικό κράτος, διά της ηγεμονίας του -πολιτισμικής, πολιτικής, στρατιωτικής κ.α. Παράλληλα οι ηγεμονικές φιλοδοξίες της Άγκυρας ενισχύονται από τη συντελούμενη υποχώρηση της Δύσης στην Ιμπεριαλιστική πυραμίδα και την αδυναμία των ανταγωνιστών της να καλύψουν το κενό που δημιουργείται. Έτσι το Τουρκικό κράτος αντιλαμβάνεται τη χρονική συγκυρία ως ευκαιρία για να επιτύχει περιφερειακή ηγεμονία. Συνεπώς δραστηριοποιείται με σκοπό να εξαναγκάσει τις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαίτερα την ακόμη πιο ισχυρή Δύση, να αποδεχτούν αυτή την εξέλιξη, επιδιώκοντας ρόλο ρυθμιστή στις μεταξύ τους αντιθέσεις. Σε αυτά τα πλαίσια ξεδιπλώνει το νέο-Οθωμανικό γεωστρατηγικό του όραμα, ευελπιστώντας να πείσει τους απανταχού Μουσουλμάνους να αποδεχτούν την ηγεσία του και να το ακολουθήσουν στην συνδιαμόρφωση μαζί με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, μιας νέας τάξης πραγμάτων, στην οποία ο Ισλαμικός κόσμος (η σφαίρα επιρροής της Τουρκίας) θα αναγνωρίζεται ως ισότιμος με τους υπόλοιπους κόσμους. Τέλος η ηγεμονική πολιτική της Τουρκίας ενισχύεται εξαιτίας και της ταυτόχρονης ανασφάλειας που της προκαλεί η συμμετοχή της στην αναδιαμόρφωση του Ιμπεριαλιστικού συστήματος. Η τελευταία προχωρά με «αναταράξεις», τις οποίες η Άγκυρα φοβάται, καθώς μπορούν να τη φέρουν μελλοντικά αντιμέτωπη με πολύ δυσάρεστές εξελίξεις, όπως μια συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων για τη συγκρότηση ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Βλέπουμε λοιπόν, ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας απαντά σε επείγοντα ζητήματα του Τουρκικού καπιταλισμού. Ως εκ τούτου η γενική της φιλοσοφία δε θα αλλάξει στο ενδεχόμενο κυβερνητικής εναλλαγής, όπως παλαιότερα δεν αναιρούνταν η φιλοσοφία του Κεμαλισμού από οποιεσδήποτε -ακόμη και Ισλαμικές- κυβερνήσεις.
Με βάση λοιπόν όσα παρατέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι η συνέχιση της προσπάθειας της Ελλάδας και της Κύπρου να αποκρούσουν τον Τουρκικό αναθεωρητισμό με Ιμπεριαλιστικούς όρους – συμμετοχή στους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων για το μοίρασμα του κόσμου, σύμπραξη εγχώριου κεφαλαίου και κράτους με πολυεθνικά μονοπώλια, προσπάθεια επανρυμούλικησης της Τουρκίας στο Δυτικό συνασπισμό, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Ο Τουρκικός καπιταλισμός μεσοπρόθεσμα θα παραμένει επιθετικός και θα αυξήσει τη σημασία του για την ευόδωση των σχεδιασμών όλων των σημαντικών κέντρων του Διεθνούς Ιμπεριαλισμού.