Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Από τη Θράκη στην Ουκρανία: Πρώτα η Αμερική!

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου (*)
Ο Τραμπ είπε «πρώτα η Αμερική», οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι όμως που το εφαρμόζουν απαρέγκλιτα μετά το 2009, έχοντας αναγορεύσει σε δόγμα της εξωτερικής (και της οικονομικής) πολιτικής το «Πάρτα όλα και μη δίνεις τίποτα»!
Και επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, μετά το κακήν κακώς και αντίθετο με τη βούληση του ελληνικού λαού «κλείσιμο» του μακεδονικού, σταματημό δεν έχουν πλέον οι πιο διαφορετικές αμερικανικές απαιτήσεις από τη χώρα μας. Βρήκαμε παπά, να θάψουμε πεντέξι.

Μεταξύ πολλών άλλων θέλουν τώρα να γεμίσουν όλη τη χώρα με εξαιρετικά επικίνδυνες για την Ελλάδα αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, αλλά και να υπογράψουν συμφωνίες παραμονής, που θα δένουν και τις μελλοντικές κυβερνήσεις. Ισχυρίζονται ότι οι βάσεις θα αυξήσουν την ασφάλεια της χώρας, το αντίθετο όμως θα συμβεί, θα την εκθέσουν σε νέους,  πολλαπλούς κινδύνους και θα αφαιρέσουν το «γεωπολιτικό χαρτί» από οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θελήσει ενδεχομένως να το χρησιμοποιήσει, αντιμέτωπη με το φάσμα μιας ενδεχόμενης, τελικής οικονομικο-κοινωνικής κατάρρευσης.
Μήπως άλλωστε εμπόδισαν οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο την Τουρκία να εισβάλλει; Αν οι αμερικανικές βάσεις βοηθούσαν την άμυνα, δεν θα έσπευδε ο Ανδρέας Παπανδρέου να αναστείλει τη λειτουργία τους, όταν αντιμετώπισε τουρκική απειλή, το 1987.
Το δεύτερο πολύ σημαντικό που ζητάνε οι Αμερικανοί από τον Αρχιεπίσκοπο και τον κ. Μητσοτάκη, είναι να αναγνωρίσει η ελληνική Εκκλησία την εντελώς μειοψηφική, χωρίς κανένα κύρος εντός της χώρας της και μη αναγνωριζόμενη από κανέναν διεθνώς «Αυτοκέφαλη Εκκλησία» της Ουκρανίας. Αν το πράξουν, θα επιφέρουν συντριπτικό πλήγμα και στις ελληνο-ρωσικές σχέσεις (η Ουκρανία έχει για τους Ρώσους την ίδια σημασία που έχει για μας Αιγαίο και Κύπρος), αλλά και στο ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο!
Το λέμε γιατί αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη το Πατριαρχείο δεν είναι συνδρομή σε μια σύγκρουση που μάλλον αφρόνως ξεκίνησε (υπό έλεγχο ο ρόλος των Τσίπρα – Κοτζιά στην υπόθεση αυτή), αλλά μάλλον βοήθεια και μεσολάβηση ώστε να έχουμε μια συμβιβαστική εκτόνωση της κρίσης στις σχέσεις με τη Ρωσική Εκκλησία, όπως άλλωστε έχουν προτείνει και προσπαθούν δύο σεβαστοί Ιεράρχες, ο Τιράνων Αναστάσιος και ο Κύπρου Χρυσόστομος. Ελπίζουμε βέβαια να μην τους βγάλουν κι αυτούς «κατασκόπους της Ρωσίας» οι πρεσβείες των ΗΠΑ και της Βρετανίας και οι δικές μας υπηρεσίες, όπως δοκίμασαν να κάνουν πέρυσι με τους οργανωτές των συλλαλητηρίων για το μακεδονικό!
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν στηρίζεται παρά στην πνευματική ακτινοβολία του για να συνεχίσει να ασκεί όντως τον οικουμενικό ρόλο του. Δεν έχει δυνατότητα να κερδίσει αυτή τη σύγκρουση, πόσο μάλλον εναντίον της ισχυρότερης ορθόδοξης εκκλησίας στον κόσμο, που συγκεντρώνει στις τάξεις της περίπου τους μισούς Ορθοδόξους παγκοσμίως και υποστηρίζεται από μία μεγάλη δύναμη. ‘Όχι μόνο λόγω συσχετισμού, αλλά γιατί δεν έπεισε κανέναν. Καμιά ορθόδοξη εκκλησία δεν ακολούθησε το Φανάρι στην αναγνώριση της αυτοκέφαλης εκκλησίας της Ουκρανίας και της υπαγωγής της στην Πόλη, αντί της Μόσχας, όπου υπάγεται εκκλησιαστικά η Ουκρανία από τον 17ο αιώνα! Στην ίδια την Ουκρανία, η εκκλησία αυτή εκπροσωπεί μια μικρή μειοψηφία ιερωμένων και πιστών. Η παράταση και το περαιτέρω βάθεμα της αντιπαράθεσης μεταξύ του Οικουμενικού και του Πατριαρχείου Μόσχας θα οδηγήσει σε «εμφύλιο» εντός της Ορθοδοξίας, σε παγκόσμια κλίμακα, που θα πλήξει ασφαλώς το κύρος της. Θρίαμβος για τον Πάπα, αλλά θρίαμβος κυρίως και για τον στρατηγό του «Πολέμου των Πολιτισμών», τον Αμερικανό γεωπολιτικό Σάμιουελ Χάντινγκτον, εκφραστή της πιο ανθελληνικής και πιο αντι-ορθόδοξης τάσης μέσα στο δυτικό κατεστημένο.
Ο γράφων δεν θα ετάσσετο υπέρ ενός συμβιβασμού, αν το Φανάρι υποστήριζε εδώ μια θέση αρχής, επί της οποίας δεν χωρεί καμία υποχώρηση. Αλλά το επιχείρημα ότι η Ουκρανία, ως ανεξάρτητη χώρα, δικαιούται ανεξάρτητης εκκλησίας, δεν μπορεί να εξαντλήσει το θέμα. Πρώτον, διότι αυτό πρέπει κυρίως να το θέλουν οι ίδιοι οι πιστοί και ιερείς στην Ουκρανία – δεν φαίνεται να συμβαίνει. Δεύτερο, γιατί είναι εξαιρετικά συζητήσιμο τι είναι αυτή η «ανεξάρτητη Ουκρανία». Εκεί οργάνωσαν το 2014 ένα πραξικόπημα οι Αμερικανοί, στη συνέχεια ξέσπασε εμφύλιος και μετά χρησιμοποιήθηκαν όλα αυτά για να περάσουμε σε νέο Ψυχρό Πόλεμο. Στις συνθήκες αυτές, η αναγνώριση της «αυτοκεφαλίας» είναι το «θρησκευτικό ισοδύναμο» της εκστρατείας Βενιζέλου (που συνέβαλε στη Μικρασιατική Καταστροφή). Πρόκειται, εμμέσως πλην σαφώς, για παρέμβαση υπέρ της μίας πλευράς σε μια εμφύλια και μια διεθνή σύρραξη!
Μήπως να περιμένουμε να δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα; Επιπλέον, η ανεξαρτησία δεν πάει πάντα με ανεξάρτητη Εκκλησία, αν κρίνουμε από την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, το Αν. Αιγαίο. Αυτά, αφήνοντας κατά μέρος τη θεολογική διαμάχη που ξέσπασε για το πως αποδίδεται η αυτοκεφαλία κλπ. επί της οποίας δεν είμαστε αρμόδιοι.
Μήπως θα ήταν καλύτερα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και οι άλλοι ιεράρχες, να αναλάβουν μια σπουδαία ειρηνευτική, μεσολαβητική προσπάθεια, ώστε να γαληνέψουν τα πνεύματα και να μην αλληλοσκοτώνονται δύο Ορθόδοξοι λαοί; Αυτό μάλλον θα συνεισέφερε περισσότερο στο κύρος και της Ορθοδοξίας και της Ελλάδας και θα έδινε φτερά στον οικουμενικό ρόλο του Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης δεν είναι υπεύθυνος ασφαλώς για το τι συμβαίνει στην Ουκρανία. Διερωτώμεθα όμως αν είναι ωραίο να υποδέχεται θερμότατα στην Πόλη τον Πρόεδρο Ποροσένκο, που φωτογραφίζεται με βετεράνους των φοβερών Waffen SS και σιγοντάρει την εγκληματική δράση της ναζιστικής Πολιτοφυλακής του Αζώφ.
Μήπως άραγε δεν έχουν ψυχή οι δεκάδες Ουκρανοί πολίτες, που τους έκαψαν ζωντανούς οι εθνικιστές στην Οδησσό;
Τα λάθη είναι ανθρώπινα, η επιμονή όμως σε αυτά δεν δικαιολογείται.
Υπάρχουν αυτοί που διαμαρτύρονται για τον ρωσικό θρησκευτικό «ηγεμονισμό» και «επεκτατισμό». ‘Όμως, εδώ δεν μιλάμε για τα «χωράφια μας», όπως το Άγιον Όρος, όπου πρέπει να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια τον ελληνικό του χαρακτήρα. Μιλάμε για το Ντονιέτσκ και το Ντονμπάς, για το Κίεβο και την Κριμαία, για την καρδιά της Ρωσίας δηλαδή εδώ και πάνω από χίλια χρόνια. Επεμβαίνοντας εκεί δεν αντιμετωπίζουμε, ενισχύομε τον όποιο ρωσικό «ηγεμονισμό» και «επεκτατισμό». Ελπίζει κανείς η φρόνηση να επικρατήσει.
(*) Δημοσιογράφος και συγγραφές. Τελευταίο βιβλίο του «Η Κύπρος στο στόχαστρο» από τις εκδόσεις Ινφογνώμων, με προλόγους Μίκη Θεοδωράκη, Γιώργου Κασιμάτη, Θέμου Στοφορόπουλου,
To άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο Παρόν της Κυριακής (6.10.2019)